«Είχαμε φτάσει στα πρόθυρα να δοκιμάσουμε ηρωίνη»: Το 1996 ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ μιλούσε στο ΚΛΙΚ για το «Trainspotting»
Με αφορμή την επανέκδοση του «Trainspotting» τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, ξαναδιαβάζουμε τη συνέντευξη του 25χρονου Γιούαν ΜακΓκρέγκορ. To κείμενο δημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Τεύχος 114, Οκτώβριος 1996 Συνέντευξη: Ηλίας Φραγκούλης
Χαρακτηρίστηκε η «καλύτερη βρετανική ταινία της δεκαετίας». Αυτή τη στιγμή, τα έντυπα όλου του κόσμου μιλούν γι’ αυτήν και για τον συγγραφέα του ομώνυμου βιβλίου, Ίρβιν Γουέλς. Όχι, βέβαια, μόνο για καλλιτεχνικούς λόγους. Το βιβλίο και η ταινία διχάζουν και προκαλούν κοινό και κριτικούς. Από πότε τα «χρονικά της πρέζας» απέκτησαν στιλ; Ο πρωταγωνιστής του φιλμ, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, απαντάει στις ερωτήσεις του ΚΛΙΚ.
Αρχικά, γράφοντας το «Trainspotting», ο Σκοτσέζος Ίρβιν Γουέλς δεν φανταζόταν ότι θα βρει εκδότη που θα εκδήλωνε ενδιαφέρον για ένα βιβλίο με ήρωες μια παρέα από losers, οι οποίοι, στην πλειοψηφία τους, τυγχάνουν και junkies. Η πραγματικότητα τον διέψευσε. Το «Trainspotting» κυκλοφορεί το 1993, γίνεται αμέσως cult και, τελείως απροσδόκητα, γνωρίζει επιτυχία και ως θεατρικό έργο. Η μεταφορά του στην οθόνη ήταν αναπόφευκτη. Ο Ντάνι Μπόιλ αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία. Η ταινία «Trainspotting» ολοκληρώνεται, και είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει το βρετανικό κοινό τον Φεβρουάριο του 1996. Οι κριτικοί έχουν δει την ταινία πολύ νωρίτερα, και ωρύονται, συγκρίνοντάς τη με το «Κουρδιστό Πορτοκάλι»! Με τη φήμη της καλύτερης ταινίας των ’90s και μετά από μια εντυπωσιακή διαφημιστική εκστρατεία (ίσως η καλύτερη περίπτωση marketing για τη φετινή χρονιά), η λέξη «Trainspotting» και μόνο φτάνει για να προκαλέσει υστερία στους υποψήφιους θεατές, που μέχρι χτες έπιναν νερό στο όνομα του Κουέντιν Ταραντίνο. Η επιτυχία είναι απόλυτη και το «φαινόμενο» είναι έτοιμο για εξαγωγή. Το Φεστιβάλ των Καννών είναι το επόμενο βήμα. Η ταινία καταχειροκροτείται και, στο μεγαλύτερο πάρτι που οργανώνεται κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ, ανάμεσα στους καλεσμένους κυκλοφορούν από μέλη των Oasis μέχρι τον Μικ Τζάγκερ!
Η έξοδος του «Trainspotting» στον υπόλοιπο κόσμο θυμίζει την πορεία που ακολούθησε και στη Μεγάλη Βρετανία. Στις ΗΠΑ το στοίχημα είναι πολύ πιο δύσκολο (ακατανόητη σκοτσέζικη slang στη γλώσσα, ένας ηρωινομανής κεντρικός ήρωας, σεξ, μερικές σκηνές σοκ και οι λογοκριτές στη γωνία)… αλλά κερδίζεται. Σε μικρό κύκλωμα διανομής, η ταινία προσελκύει εντυπωσιακά νούμερα θεατών, και η αύξηση των αιθουσών όπου προβάλλεται ανεβαίνει ταυτόχρονα με τη ζήτηση. Η σειρά της Ελλάδας έρχεται τον Οκτώβριο.
Θέλετε κάποιο συμπέρασμα; Ο κόσμος των ναρκωτικών δεν ήταν ποτέ πιο διασκεδαστικός και πιο αποενοχοποιημένος. Περνάς καλά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η καταστροφή δεν είναι ο επίλογος… Όπως λέει και ο Ρέντον, ο κεντρικός ήρωας του «Trainspotting»: «Πάρε τον καλύτερο οργασμό που είχες ποτέ. Πολλαπλασίασέ τον με το χίλια. Δεν είσαι πουθενά». Για τα υπόλοιπα, στην ουρά…

Από τα εννέα του χρόνια αρχίζει να ζηλεύει το επάγγελμα του θείου του, Ντένις Λόσον, και ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός. Θα «δραπετεύσει» από την πατρίδα του, το Κριφ της Σκοτίας, για να πραγματοποιήσει το όνειρό του στο Λονδίνο. Μόλις δεκαοκτώ χρόνων τότε, αρχίζει να εμφανίζεται σε ρολάκια τηλεοπτικών παραγωγών. Ένας συμπατριώτης του θα του προτείνει έναν από τους τρεις βασικούς ρόλους στα «Μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων». Δύο χρόνια αργότερα, ο ίδιος σκηνοθέτης θα τον κάνει πρόσωπο της χρονιάς, με μια ταινία που χαρακτηρίστηκε ως «η καλύτερη βρετανική ταινία της δεκαετίας του ’90», πριν ακόμα βγει στις αίθουσες της χώρας της! Ο τίτλος της ταινίας αρκεί: «Trainspotting».
Πρώτη του κίνηση, ν’ ανάψει τσιγάρο. Δανείζεται τον αναπτήρα μου. Για λίγα δευτερόλεπτα νιώθω την αμηχανία και των δυο μας. Αν και η διαφορά της ηλικίας μας είναι ελάχιστη, για την περίσταση είμαστε υποχρεωμένοι να κρατήσουμε τους «ρόλους» μας: εγώ θα πρέπει να είμαι ο ανακριτής-δημοσιογράφος και ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ ο νέος μεγάλος σταρ του βρετανικού σινεμά, χάρη στο «Trainspotting». Το look του, φυσικά, ατημέλητο. Ξεχειλωμένο T-shirt, σκισμένο τζιν και «άτσαλο» χτένισμα.
Περίμενες, μετά τα «Μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων», ότι θα ξαναδούλευες μαζί μ’ αυτούς τους τρεις τύπους (Ντάνι Μπόιλ στη σκηνοθεσία, Άντριου ΜακΝτόναλντ στην παραγωγή, Τζον Χοτζ στο σενάριο);
Όχι τόσο γρήγορα, σίγουρα, αλλά ήλπιζα σε κάτι τέτοιο. Τους έχω συνηθίσει τώρα πια και τους αγαπάω, γιατί είναι τρελαμένοι. Ξέρεις, μετά τα «Μικρά Εγκλήματα» θα μπορούσαν να έχουν φύγει για Αμερική. Έμειναν, όμως, στη Γλασκόβη και έκαναν μια ταινία για κάτι τύπους που χτυπάνε ηρωίνη! Δεν είναι τρελό αυτό;
Αντιμετώπισες κάποιο πρόβλημα με τον χαρακτήρα του Ρέντον; Σε επηρέασε στην προσωπική σου ζωή;
Είμαι ηθοποιός. Η δουλειά μου είναι να ακολουθώ οδηγίες και να βασίζομαι στο σενάριο, για να αναπαραστήσω κάτι. Μετά το γύρισμα είμαι, απλώς, ο εαυτός μου και τίποτε άλλο.
Υπάρχει μια θετική ενέργεια γύρω από τους χαρακτήρες του «Trainspotting». Και μιλάμε για χρήστες. Το κοινό θα μπορούσε, κάλλιστα, να πάρει ένα «λανθασμένο» μήνυμα από την ταινία…
Επειδή ο Ρέντον είναι εντάξει τύπος; Δίπλα του, όμως, κάποιος πεθαίνει από ηρωίνη. Βλέπεις ανθρώπους που γαμάνε τη ζωή τους μ’ αυτό τον τρόπο… Η ταινία δεν παίρνει το πλευρό κανενός. Κι αυτό ήταν ό,τι πιο ωραίο είχε το βιβλίο του Ίρβιν Γουέλς. Κανείς δεν καταδίκαζε αυτούς τους ήρωες. Δεν τους έκρινε… Για λίγο, έβλεπες τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια. Μπορούσες να τους νιώσεις… Αυτή η αίσθηση θέλαμε να υπάρχει και στην ταινία.
Διαβάστε επίσης
Σε αρκετές σκηνές υπάρχει ένα έντονο κοντράστ μεταξύ εικόνας και μουσικής…
Ναι, ας πούμε, στη σκηνή όπου ο Ρέντον κοντεύει να πεθάνει από υπερβολική δόση, ακούγεται το «Perfect Day» του Λου Ριντ! Ενώ βλέπεις αυτόν τον τύπο ετοιμοθάνατο, ακούς αυτό το τραγούδι για μια πανέμορφη μέρα στο πάρκο! Καταλαβαίνεις… Σε όλη την ταινία υπάρχει αυτή η αίσθηση του κοντράστ. Ξέρεις ότι οι ήρωες ανήκουν στην εργατική τάξη, στις κατώτερες κοινωνικά ομάδες, αλλά, αντί να βλέπεις τη μιζέρια, βλέπεις ανθρώπους που το διασκεδάζουν. Μοιάζει αστείο, αλλά, αν το καλοσκεφτείς, είναι σκληρό…
Πώς ένας ηθοποιός καταφέρνει να αποδώσει — μάλλον πειστικά — έναν ηρωινομανή; Υποθέτω ότι δεν είχες ποτέ σου παρόμοια εμπειρία…
Όχι, ποτέ. (σ.σ. Δεν περίμενα διαφορετική απάντηση…) Χωρίς πλάκα, όμως, υπήρχε κάποια φάση στην προετοιμασία της ταινίας, όπου όλοι μας είχαμε φτάσει στα πρόθυρα να δοκιμάσουμε ηρωίνη! Τελικά, δεν το θεωρήσαμε απαραίτητο… Προσωπικά, είχα διαβάσει ό,τι μπορούσα γύρω από τα ναρκωτικά και η γνώση του πράγματος σίγουρα σε απωθεί. Πριν από αυτή την ταινία, γύριζα το «Pillow Book» του Πίτερ Γκρίναγουεϊ στο Λουξεμβούργο. Εκεί μελέτησα πολύ και έτυχε να βρω ένα γκρουπ από junkies σ’ έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Παρατηρώντας αυτούς τους ανθρώπους, συγκεντρώθηκα καλύτερα στον ρόλο μου, αποφάσισα πως έπρεπε να χάσω κιλά και πήρα κάποιες ιδέες για τις κινήσεις του σώματος…

Δεν γνώριζες κανέναν χρήστη στο παρελθόν;
Όχι, δεν είχε τύχει… Λοιπόν, στη συνέχεια ήρθαμε σε επαφή με τα μέλη του Calton Athletic Club, στη Γλασκόβη. Όλοι τους ήταν πρώην εξαρτημένοι, που βοήθησαν ο ένας τον άλλο και ξέφυγαν από τα ναρκωτικά, χωρίς να μπουν σε προγράμματα μεθαδόνης ή άλλων υποκατάστατων. Αυτοί έγιναν η ψυχή της ταινίας και μας βοήθησαν όσο κανένας άλλος. Έκανα πρόβες μαζί τους για δύο εβδομάδες. Κάναμε παρέα, μιλούσαμε, παίζαμε μπάλα και με μάθανε να φτιάχνω τη δόση μου. Η σύριγγα έγινε δεύτερη φύση μου. Ήταν τόσο φυσιολογικό, σαν να κρατούσα τσιγάρο! Αν και όλη η «τελετουργία» ήταν σπαστική και χάσιμο χρόνου, στο τέλος έγινε συνήθεια…
Πώς αισθάνεσαι μετά από όλη αυτή την επιτυχία της ταινίας; Εξελίσσεται πια σε παγκόσμιο φαινόμενο…
Η επιτυχία αφορά την ταινία. Δεν είναι κάτι που χρεώνεται σ’ εμένα. Αλλά έτσι συμβαίνει συνήθως σ’ αυτή τη δουλειά. Το καλό για μένα είναι ότι τώρα θα διαβάζω περισσότερα σενάρια. Και σενάρια που έρχονται από την Αμερική.
Ήδη γύρισες μια ταινία εκεί, το «Nightwatch»…
Ναι, μ’ άρεσε το σενάριο και δέχτηκα να παίξω στην ταινία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πήγα στο Χόλιγουντ επίτηδες. Δεν σκοπεύω στο Χόλιγουντ. Δεν θα μπορούσα να ζήσω εκεί.
Πώς βρέθηκες από μια μικρή πόλη της Σκοτίας στο Λονδίνο;
Στο Λονδίνο πήγα στα δεκαοκτώ μου. Ήδη έλειπα έναν χρόνο από το σπίτι μου. Έκανα σπουδές στο Guildhall School of Music and Drama. Στην αρχή τα πράγματα ήταν λίγο τρομακτικά, αλλά οι ευκαιρίες στο Λονδίνο ήταν περισσότερες. Για μένα ήταν μεγάλη υπόθεση το ότι έφυγα…
Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Γκρίναγουεϊ στο «Pillow Book»;
Πολύ παράξενη… Ειδικά η εμπειρία της καλλιγραφίας στο σώμα. (σ.σ. Στην ταινία, ο ΜακΓκρέγκορ «δανείζει» το κορμί του στη συγγραφέα-ερωμένη του, για να γίνει, τελικά, αντικείμενο πόθου από τον εκδότη της, εξαιτίας των γραπτών που μεταφέρει επάνω του!)Ήταν τόσο αισθησιακό… (Δεν μπορεί να κρύψει το χαμόγελό του.) Να σε «τρίβουν» και να σε ζωγραφίζουν με όλες αυτές τις μεγάλες ιαπωνικές βούρτσες…
Είναι λίγο αμήχανος για το «Pillow Book». Ίσως να φταίνε οι αμέτρητες γυμνές εμφανίσεις του στην ταινία. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι η κόρη του, η οποία δεν έχει κλείσει καλά-καλά το πρώτο της έτος, μπορεί κάποτε να δει αυτή την ταινία. Χαμογελάει πονηρά, με την twentysomething αθωότητά του, κι ανάβει ένα τελευταίο τσιγάρο…