Τριάντα χρόνια μετά, ποια είναι τα «Trainspotting» του σήμερα;

Τριάντα χρόνια μετά, ποια είναι τα «Trainspotting» του σήμερα;

Η επετειακή επανέκδοση της εμβληματικής ταινίας του Ντάνι Μπόιλ που καθόρισε μια ολόκληρη γενιά μας παρακινεί να εντοπίσουμε τα φιλμ και τις σειρές τα οποία απεικόνισαν έκτοτε τα άγχη, τις κραιπάλες και τα αδιέξοδα μιας χαοτικής νεανικότητας.

Ήμουν αρκετά μικρός όταν είδα πρώτη φορά το «Trainspotting». Ή μάλλον, δεν ήμουν αρκετά έφηβος για να ταυτιστώ, νοερά έστω, με το δαίδαλο κατάχρησης, αυτοκαταστροφής, βίας και αδιεξόδου στον οποίο είχαν εγκλωβιστεί οι πρωταγωνιστές. Οι πραγματικά καλές ταινίες, όμως, και η διασκευή του Ντάνι Μπόιλ στο βιβλίο του Ίρβιν Γουέλς είναι μία από αυτές, έχουν τον τρόπο να αποθηκεύονται στο υποσυνείδητο σου ανεξαρτήτως. Σαν κάτι που ενεργοποιείται αυτόματα, όταν μεστωμένο πια βγάζει νόημα στο μέλλον. Κάπως έτσι, ένα από τα πράγματα που μου είχε αφήσει η αρχική θέαση του νοικιασμένου DVD ήταν η απεικόνιση της χειρότερης τουαλέτας στη Σκωτία. Φυσικά, μου έκανε εντύπωση η αποτρόπαια κίνηση του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ ως Μαρκ Ρέντον, ο οποίος στα νεαρά μάτια μου ήταν ένας τοξικοεξαρτημένος Όμπι-Γουάν Κενόμπι, αλλά όχι μόνο αυτή. Έκτοτε αναρωτιόμουν πού μπορεί να βρίσκεται η αντίστοιχη στην Ελλάδα, απορία που απέκτησα με φόβο αλλά και δέος. Γιατί αυτές τις τουαλέτες δεν τις πετυχαίνεις τυχαία. Σε βρίσκουν εκείνες, όπως διαπίστωσα αργότερα, στα εικοσικάτι μου, κατά τη διάρκεια τριημέρου στο νομό Μαγνησίας. Αλλά αυτή είναι ιστορία για μια άλλη στιγμή.

Trainspotting 3

Το θέμα είναι πως ό,τι και να κάνεις, το «Trainspotting» σε στιγματίζει. Κυρίως γιατί ακόμα και τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, εκπέμπει μια ακατάμαχητη αύρα – απόρροια του ασυναγώνιστου τρόπου με τον οποίο συντονίστηκε με την εποχή του. Το 1996 ένα κοινό λίγο πριν, λίγο μετά τα είκοσι πέντε, είδε στη μεγάλη οθόνη χαρακτήρες σαν και εκείνο ή βεβαίως, σα μια παραφουσκωμένη πλην αληθοφανή εκδοχή του εαυτού του. Ήταν η περίοδος που η χαλαρή χρήση ναρκωτικών, ιδίως εκείνων που σε συνδυασμό με ένα πάρτι έδιναν ψυχεδελικές διαστάσεις στην όλη εμπειρία, γνώριζε μια πρωτοφανή δημοφιλία, ενέπνευσε μια ολόκληρη αντι-κουλτούρα και προκαλούσε ηθικό πανικό στους συντηρητικούς κύκλους των δυτικών κοινωνιών. Το «Trainspotting» έδινε την εντύπωση πως επιβεβαιώνει, αποθεώνει, αποδομεί και κριτικάρει αυτήν τη συγκυρία, με αποτέλεσμα να δίνει τον παλμό, να ψυχογραφεί και να μην ωραιοποιεί καταστάσεις.

Έτσι, η διασκευή του Μπόιλ συντονίστηκε με όλα όσα συνέβαιναν τη στιγμή που συνέβαιναν και προκάλεσε αναπόφευκτο κρότο. Βεβαίως, δεν ήταν η πρώτη φορά που εκδηλωνόταν κάτι αντίστοιχο, ειδικά στην κινηματογραφική ιστορία τα παραδείγματα είναι πολλά. Από τον «Επαναστάτη Χωρίς Αιτία» (Νίκολας Ρέι, 1955) μέχρι το «Breakfast Club» (1985, Τζον Χιούστον), το σινεμά αποτελούσε σταθερό σημείο αναφοράς για κάθε γενιά που αναζητούσε διαφυγή στη σκοτεινή αίθουσα όσο και επιβεβαίωση. Ωστόσο, τα πράγματα έχουν αλλάξει χειροπιαστά τον 21ο αιώνα, όπου οι αφηγήσεις γύρω από τη νεανικότητα αν και δεν έχουν εκλείψει, σίγουρα δεν επιδεικνύουν την ίδια επιδραστικότητα και ευκολία στο να αντικατοπτρίζουν το «τώρα».

Trainspotting 4

Τι γουστάρουν να βλέπουν οι πιτσιρικάδες;

Εάν το καλοσκεφτείτε, οι millennials είμαστε πιθανότατα η τελευταία γενιά που κατανάλωσε πρωτογενές οπτικοακουστικό περιεχόμενο που απευθυνόταν σε εκείνη προτού ενηλικιωθεί. «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών», «Χάρι Πότερ», «Twilight», «Hunger Games», κανάλια όπως της Disney και του Nickelodeon, περιοδικά για εφήβους κ.ο.κ., όλα στόχευαν στους νεαρούς θεατές και αναπόφευκτα δημιούργησαν μια πολιτιστική γραμμή παραγωγής που συντηρούσε τη ζήτηση. Σήμερα τα παραπάνω έχουν εκλείψει ή έχουν παραγκωνιστεί εντελώς στο «κατάλληλο για όλους» μενού των streaming πλατφορμών.

Επιπλέον, μοιάζει σα να έχουν χαθεί όλες εκείνες οι ταινίες που απευθύνονταν σε… «μικρομέγαλους». Αυτές που δε θα σε άφηναν οι γονείς σου να δεις γιατί «δεν είναι ακόμη για σένα» ή επειδή έχουν μία – δύο σκηνές που θα τις περάσουν στο γρήγορο ώστε να τις χάσεις (αλλά εσύ μια χαρά καταλαβαίνεις τι δείχνουν). Τίτλοι όπως τα «Juno» (Τζέισον Ρέιτμαν, 2007), «Superbad» (Γκρεγκ Μοτόλα, 2007), «Youth in Revolt» (Μιγκέλ Αρτέτα, 2009) και πάρα πολλά ακόμα που θα χρειαστεί ξεχωριστό άρθρο ώστε να εκπροσωπηθούν σωστά.

Μια αιτία για αυτό το φαινόμενο είναι, σαφώς, η χρήση των social media. Τα οποία, εκτός από διάσπαση προσοχής, έχουν προκαλέσει την ελαχιστοποίηση του χρονικού περιθωρίου στο οποίο ένας χρήστης αποφασίζει εάν αυτό που βλέπει τον ενδιαφέρει ή όχι. Όμως, είναι εξαιρετικά τεμπέλικο και ως ένα βαθμό λάθος να χρήζεται το ίντερνετ, συλλήβδην, ως αρνητικός παράγοντας για την κινηματογραφική κουλτούρα. Σοβαρότερο τροχοπέδη είναι, ας πούμε, η εξαφάνιση των παραγωγών μεσαίου βεληνεκούς που επιβίωναν χάρη στις ενοικιάσεις από τα βίντεο κλαμπ που, με τη σειρά τους, αντιστοιχούσαν σε μια αγορά που δεν αντικαταστάθηκε επαρκώς από τους streamers. Ή κατ’ επέκταση, πως οι υπεύθυνοι των απανταχού στούντιο και χρηματοδοτικών εταιριών παραγωγής σταμάτησαν να εμπιστεύονται τη δυναμική, τις εμπνεύσεις και το ταλέντο νέων δημιουργών. Όλα αυτά χρειάζονται ως πλαίσιο για να μπορέσουν να υπάρξουν τα «Trainspotting» της κάθε γενιάς.

Trainspotting 2

Η εκδίκηση της TV

Όσο το σινεμά περνά τη δική του κρίση ταυτότητας, η μικρή οθόνη αποδεικνύεται σε καταφύγιο για τέτοιου είδους τολμηρές αφηγήσεις. Το βρετανικό «Skins» άνοιξε το δρόμο στον οποίο αργότερα διέπρεψε το «Euphoria» – προτού απογοητεύσει οικτρά στην τρίτη σεζόν του. Το «Girls» έδωσε ορατότητα σε ένα φρέσκιας κοπής αστικό υπαρξισμό, με έμφαση στο βίωμα των θηλυκοτήτων που πλησιάζουν τα τριάντα. Παρομοίως, το «Sex Education» εξελίχθηκε σε σειρά – τομή για το Netflix, βασισμένο μάλιστα σε μια σεναριακή συνταγή που παλαιότερα τελειοποίησε ο κινηματογράφος. Όπως ακριβώς, φυσικά, έκανε και το «Stranger Things». Άρα, λοιπόν, ο γενετικός κώδικας του μυθιστορήματος του Γουέλς σαφέστατα και επιβιώνει ακόμα. Οι νεαροί άνθρωποι συνεχίζουν να πωρώνονται με τη μουσική, να κάνουν δραματικά λάθη, να δοκιμάζουν ντραγκς και να μετανιώνουν για τις αποφάσεις τους. Απλώς, φαίνεται, πως στερεύουν εκείνοι που είναι διατεθειμένοι να αφουγκραστούν το πνεύμα μιας εποχής υπερβολικά φευγαλέας, ίσως δυσνόητης, όπου το AI slop και το shitposting ανταγωνίζονται τα TikTok trends και το influencing ως τρόπο ζωής. Ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι; Νεαροί σκηνοθέτες όπως ο Κάρι Μπάρκερ («Εμμονή») και ο Κέιν Πάρσονς («Backrooms») σίγουρα δεν το πιστεύουν και προσωπικά, τείνω να συμφωνήσω μαζί τους.

Η ταινία «Trainspotting» κυκλοφορεί σε επανέκδοση σε αποκατεστημένη κόπια από τις 20/8. Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.

Σχετικά άρθρα