Ο Νίκος Βουρλιώτης «απασφαλίζει» στο ΚΛΙΚ του 2004
«Υπήρξαν μέρες που δεν είχα να πάρω τυρόπιτα και μέρες που πέρασαν απίστευτα φράγκα από τα χέρια μου»
Τεύχος 209, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2004 Συνέντευξη: Κώστας Μορφίρης Φωτογραφίες: Νίκος Χρυσικάκης Μοντέλο: Patricia
Ο Νίκος Βουρλιώτης είναι η πιο ιδιαίτερη φυσιογνωμία της ελληνικής hip hop σκηνής κι ένας από τους βασικότερους συντελεστές της επιτυχίας που γνωρίζει η συγκεκριμένη μουσική στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.
Αυτό που πρεσβεύει ο Νίκος στο χώρο είναι η hip hop μουσική που «προστατεύεται» και περιβάλλεται από καλή αισθητική –και την καλή αισθητική ή την έχεις ή όχι.
Η ιδιαιτερότητα του Νίκου έγκειται στο γεγονός ότι έχει προχωρήσει το hip hop ένα βήμα παραπέρα, βγάζοντάς το στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στα καλύτερα κλαμπ της πόλης και σε μέρη όπου μέχρι πρότινος όχι απλώς δεν είχε θέση, αλλά θεωρούνταν και τριτοκοσμικό.
Σε προσωπικό επίπεδο και ο ίδιος έχει κάνει αυτό το παραπάνω βήμα, ξεφεύγοντας από τη «στενή» έννοια του μουσικού. Κάνει εκπομπές σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, έχει δική του εκπομπή στο MAD, οργανώνει ένα από τα ό τα πιο επιτυχημένα hip hop πάρτι κάθε εβδομάδα, έχει δική του δισκογραφική εταιρεία (Family – The Label) και επιπελέον είναι marketing manager της Puma. Και δεν ξεχνάμε, βέβαια, και το συγκρότημά του, τους Goin’ Through, που εδώ και χρόνια δίνουν μια διαφορετική και πολύ επιτυχημένη άποψη του ελληνικού hip hop. Έξυπνος, πετυχημένος, φιλόδοξος, με πολλά όνειρα, πολύ χιούμορ και μάτι που κόβει, ο Νίκος μάς αφιέρωσε ένα απόγευμα για να τον φωτογραφίσουμε και να συζητήσουμε μαζί του. Μπορεί η καλοκαιρινή μπόρα να μας κράτησε για μία ολόκληρη ώρα «αποκλεισμένους» κάτω από μια τέντα του Vive Mare, αλλά περάσαμε μια χαρά. Όπως περνάμε, άλλωστε, και κάθε Τετάρτη στο Balux, όπου παίζει τις μουσικές του.
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΡΦΙΡΗΣ Ας ξεκινήσουμε με το πώς ένα παιδί που γεννήθηκε στον Κορυδαλλό ασχολήθηκε με το hip hop…
ΝΙΚΟΣ ΒΟΥΡΛΙΩΤΗΣ Το hip hop προέκυψε μέσα από την αγάπη μου για τη μαύρη μουσική. Άκουγα σόουλ και φανκ δίσκους που έφερναν θείοι μου που ήταν ναυτικοί και ταξίδευαν. Κάπως έτσι μπήκα στο «κόλπο» και αργότερα, μυήθηκα και περισσότερο ακούγοντας στο ραδιόφωνο, φυσικά, Γιάννη Πετρίδη, Άκη Έβενη, Γιώργο Πολυχρονίου, και όλα αυτά τα πρόσωπα που ήταν η μοναδική διέξοδος για κάποιον που ήθελε εκείνα τα χρόνια να ακούσει καλή μουσική. Τότε δεν είχαμε την πολυτέλεια του Ίντερνετ ή της μουσικής τηλεόρασης. Κάποια στιγμή έγινε και μια μουσική εκπομπή στην τηλεόραση, το Μουσικόραμα, αλλά εκεί έπαιζαν κυρίως ροκ, ποπ, hard ροκ κτλ. και πού και πού έβαζαν και καμιά «μαύρη» μελωδία. Μεγάλο ρόλο έπαιξε και η γειτονιά στην οποία μεγάλωσα. Μην κοιτάς τώρα που έχουν αλλάξει τα πράγματα και οι δήμοι κάνουν διάφορα για να παρουσιάσουν μια καλύτερη εικόνα – τότε ήμαστε μειονότητα. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι το hip hop, ως συνέχεια της «μαύρης» μουσικής, ήταν ο καλύτερος τρόπος να εκφραστώ.
Κ.Μ. Μέχρι τότε πώς εκφραζόσουν;
Ν.Β. Με δεκάδες άλλους τρόπους, όπως ήταν η ζωγραφική, το γκράφιτι, οι γελοιογραφίες… Γελοιογραφούσα για διάφορες πολιτικές εφημερίδες, μικρές μεν, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, γιατί έτσι είχα καταφέρει σε ηλικία 14-15 χρόνων να είμαι μέσα στα πράγματα.
Διαβάστε επίσης
Κ.Μ. Συνεχίζεις κάτι απ’ αυτά;
Ν.Β. Μόνο το γράψιμο συνεχίζω. Διατηρώ τη γελοιογραφία ως χόμπι, αλλά όχι όσο και όπως θα ήθελα. Μιλώντας για γράψιμο, γελοιογραφίες κτλ., θα ήθελα να σου πω ότι το LARGE που κυκλοφόρησε ο όμιλός σας είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις που κυκλοφορούν σε περιοδικό. Το παρακολουθούσα από την εποχή που κυκλοφορούσε στο Λονδίνο και πιστεύω ότι είναι προς τιμήν σας το πώς το προσαρμόσατε στην ελληνική νοοτροπία και πόσο καλή δουλειά κάνετε.
Κ.Μ. Σ’ ευχαριστώ. Το ραπ και το hip hop στιλιστικά και πολιτιστικά απέχουν πολύ από τον μέσο Ευρωπαίο και φυσικά από τον Έλληνα. Πώς δικαιολογείς την επιτυχία του;
Ν.Β. Δεν νομίζω ότι δεν ταιριάζει στην ευρωπαϊκή ή στην ελληνική κουλτούρα αυτό το είδος μουσικής. Ίσως δεν ταιριάζει το αμερικανικό hip hop και η εικόνα των Αμερικανών hip hopers. Μην ξεχνάς, όμως ότι υπάρχουν πολλές ευρωπαϊκές χώρες που έχουν πολύ καλό hip-hop. Πάρε, για παράδειγμα, τους Γάλλους, οι οποίοι μέσα από την τριβή τους όλα αυτά τα χρόνια με την τζαζ κατάφεραν να προσαρμόσουν στη δική τους πραγματικότητα κάτι που ήρθε από την απέναντι μεριά του Ατλαντικού. Με τον ίδιο τρόπο και τα ελληνικά συγκροτήματα προσπαθούν όλα αυτά τα χρόνια να βρουν την ταυτότητά τους. Νομίζω ότι αυτό είναι φυσιολογικό, γιατί δεν μπορείς να ξέρεις από την πρώτη στιγμή πως σου ταιριάζει καλύτερα κάτι που ήρθε από τόσο μακριά. Όλα αυτά τα χρόνια προσπαθήσαμε, δοκιμάσαμε, μεγαλώσαμε και ωριμάσαμε, άλλαξε και η ίδια η μουσική και, τελικά, φτάσαμε να «σερβίρουμε» ένα νέο «πιάτο», το οποίο ακούγεται παντού, στην επαρχία, στα κλαμπ, στα μπουζούκια, παντού…
Κ.Μ. Η επιτυχία βασίζεται στην οικειοποίηση, δηλαδή;
Ν.Β. Πιστεύω ότι έπειτα από χρόνια εκπαίδευσης του κοινού, ήρθε η οικειοποίηση και ακολούθησε φυσιολογικά η επιτυχία. Ακριβώς όπως στο παρελθόν οικειοποιηθήκαμε τη ροκ, το πανκ και τόσα άλλα είδη μουσικής. Η οικειοποίηση αυτή δεν σημαίνει κάτι τρομερό. Μια γυναίκα 40 χρόνων που ξαφνικά ακούει ένα hip hop τραγούδι και της αρέσει, και ενδεχομένως αρχίζει να ψάχνεται με τη μουσική αυτή, δεν σημαίνει ότι πρέπει να χωρίσει με τον άντρα της, ν’ αφήσει τα παιδιά της, ν’ αρχίσει να φοράει φαρδιά παντελόνια ή να γίνει πουτάνα. Προσαρμόζει αυτό το καινούριο πράγμα στην πραγματικότητα ή στην καθημερινότητά της. Δεν είναι απαραίτητο εσύ, έπειτα από δέκα χρόνια σπουδών ή με μια δουλειά σε κάποιο υπουργείο, να ξυρίσεις το κεφάλι σου ή να φορέσεις φαρδιά παντελόνια για να ακούσεις hip hop. О καθένας προσαρμόζει όλη αυτήν την ιστορία στην πραγματικότητά του και την αντιλαμβάνεται με τον τρόπο του.
Κ.Μ. Δεν σε παραξενεύει που ύστερα από τόσα χρόνια κάποιοι ανακάλυψαν τώρα το hip hop και εσάς και που πλουσιοκόριτσα από τα βόρεια προάστια πάνε από το ένα R&B πάρτι στο άλλο;
Ν.Β. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό.
Κ.Μ. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που αγοράζουν τους δίσκους;
Ν.Β. Δεν είμαι ο τύπος που θα χαϊδέψει τα αυτιά κάποιου και επίσης έχω παρεξηγηθεί πολλές φορές μ’ αυτά που έχω πει με οικείους ανθρώπους, και με φίλους και με συγγενείς μου. Αυτό που δεν ανέχομαι σε καμία περίπτωση είναι η τάση που υπάρχει να ανακαλυφθούν και να τοποθετηθούν νέα είδωλα σε θέσεις και πόστα γύρω από το σημερινό hip hop. Και εντάξει, να πάρεις πέντε ανθρώπους μέσα απ’ αυτή τη φάση και αυτή την κουλτούρα και να τους αναδείξεις, αλλά με τρελαίνει που διάφοροι, μέχρι πρότινος άσχετοι, παρουσιάζονται ξαφνικά ως providers αυτής της νέας κουλτούρας. Γι’ αυτό βγαίνω και λέω: «Γράφτε στ’ αρχίδια σας τους δήθεν πρωταγωνιστές αυτής της φάσης και παρουσιάστε το πραγματικό αντικείμενο, τη μουσική». Σταματήστε να μιλάτε για τον Eminem, ας πούμε, και πείτε μας για τη μουσική του, για τη φιλοσοφία της μουσικής του, τις ρίζες της μουσικής του, το όραμά του. Μιλήστε για τη μουσική και όχι για μαλακίες…
Κ.Μ. Το δικό σου όραμα ποιο είναι;
Ν.Β. Έχω πάρα πολλά όνειρα και δουλεύω καθημερινά όσες ώρες μπορώ για να τα φέρω όλα αυτά «βόλτα»… Καλώς ή κακώς, είμαι μόνος μου απέναντι σε δεκάδες καθημερινά προβλήματα, για τα οποία δεν σε παίρνει να ζητήσεις βοήθεια, αλλά πρέπει να κάνεις κάθετες, γρήγορες και απόλυτες κινήσεις. Το όραμά μου είναι να αναπτύξω δισκογραφικά την εταιρεία μου, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, και να δημιουργήσω συνθήκες ικανές για να γίνει η εταιρεία ανταγωνιστική στα Βαλκάνια αρχικά και παραέξω αργότερα. Στο πλαίσιο αυτό οργανώνω ένα από τα μεγαλύτερα βαλκανικά ιδρύματα, το Balkan Rappers, to οποίο έχει έδρα την Ελλάδα και μέλη τις δώδεκα βαλκανικές χώρες. Μέσα από το σχέδιο αυτό θα προσπαθήσω να ενώσω όλη αυτή την κουλτούρα και να «εξαγάγω» κατά κάποιον τρόπο το hip hop, όπως εμείς το αντιλαμβανόμαστε. Δεν ανέλαβα ρόλο πρεσβευτή, το κάνω ως άνθρωπος που γουστάρει αυτό το πράγμα. Στη συνέχεια, θα ήθελα να δημιουργήσω έναν πολιτιστικό χώρο στην Αγία Βαρβάρα, όπου ο κάθε πιτσιρικάς θα ενημερώνεται για οτιδήποτε γουστάρει μ’ έναν πολύ προχωρημένο τρόπο. Δεν έχω βρει ακόμη τον τρόπο, αλλά η εξέλιξη τεχνολογίας με καθησυχάζει ως προς αυτό. Έχω πολλά όνειρα, θέλω να δω τα παιδιά της εταιρείας μου να πετυχαίνουν, να πουλάμε δίσκους και φυσικά να συνεχίσω να δισκογραφώ, συνδυάζοντας τη μουσική που γουστάρω με το γεγονός ότι είμαι Έλληνας και χαίρομαι γι’ αυτό.
Διαβάστε επίσης
Κ.Μ. Θεωρείς ότι είσαι ο καλύτερος στο χώρο σου;
Ν.Β. Δεν θεωρώ ότι είμαι καλύτερος κανενός. Είμαι ο Νίκος Βουρλιώτης, που ξέρει κάποια πράγματα και που έχει την αποθητική του. Για μένα που ζω στην εποχή όπου δεν υπάρχει ήθος, το μοναδικό αποδεκτό συνώνυμο μ’ αυτό είναι η αισθητική. Η αισθητική είναι αυτή που τώρα πια σου δίνει τη δυνατότητα να παρουσιάζεσαι «ηθικός», ευγενικός και πάει λέγοντας. Δεν υπάρχει, λοιπόν, καλύτερος ή χειρότερος – υπάρχουν κάποιοι που υπηρετούν αυτό το πράγμα με συνείδηση και συνέπεια, όπως θεωρώ ότι κάνω εγώ και κάποιοι άλλοι οι οποίοι το παίζουν ξαφνικά παράγοντες, ενώ πριν από μερικά χρόνια, όταν έκανα R&B πάρτι, με αποκαλούσαν «φλώρο».
Κ.Μ. Έχεις κατηγορηθεί και για πολλές από τις συνεργασίες σου…
Ν.Β. Ναι, αλλά από ποιους έχω κατηγορηθεί;
Κ.Μ. Από τον ειδικό Τύπο και απ’ αυτούς που σήμερα το παίζουν φωστήρες του R&B και του hip hop…
Ν.Β. Ακριβώς, το κοινό όμως τι λέει; Αυτό αποφασίζει κατά πόσο θα συνεχίσεις να δουλεύεις ή θα πεταχτείς στα σκουπίδια. Εμένα το κοινό δεν με πέταξε ποτέ στα σκουπίδια, με γούσταρε ανέκαθεν, αγόραζε τους δίσκους μου και είναι αυτό που με αγκαλιάζει είτε συνεργάζομαι με τον Μαζωνάκη, είτε με την Πρωτοψάλτη, είτε με τον Σαλέα, είτε με τους ΝΕΒΜΑ ή με τον Ισορροπιστή και δεν ξέρω ποιον άλλο.
Κ.Μ. Βγήκες αλώβητος από τις συνεργασίες αυτέςς
Ν.Β. Ναι, ξέρεις γιατί; Γιατί κάθε φορά που συνεργάστηκα με κάποιον, το έκανα εν πλήρη συνειδήσει και το υποστήριξα με όλες μου τις δυνάμεις. Αυτά, συν το γεγονός ότι δεν έχω υπογράψει ποτέ μέχρι σήμερα σκουπίδια, ούτε έχω πει παπαριές με τους στίχους μου, και, τρίτο και σημαντικότερο, συνεχίζω να είμαι on board στην όλη φάση – δεν έχω κάνει αρπαχτές και να εξαφανιστώ μετά, όπως κάποιοι άλλοι….
Κ.Μ. Πώς είναι δυνατόν σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο όπως το ελληνικό hip hop να υπάρχουν τόσες προστριβές; Εδώ πάνε συγκροτήματα να παίξουν σε «λάθος» περιοχές και τους υποδέχονται με αυγά…
Ν.Β. Και σ’ εμάς πετάξανε αυγά στο Πέραμα… Νομίζω ότι όλα αυτά είναι ανοησίες. Η μαγκιά, η μεγαλοπρέπεια και η ουσία της μουσικής αυτής είναι στην ψυχή αυτών που την ακούν, τη γράφουν και την παρουσιάζουν. Αν αυτό δεν γίνει κατανοητό, δεν πρόκειται ποτέ να ολοκληρωθεί η εικόνα. Ποια είναι η hip hop σκηνή στην Ελλάδα; Αν δεν έχεις κοινό στόχο και κοινά συμφέροντα, δεν θα υπάρξει hip hop σκηνή. Τι κοινά συμφέροντα να έχω εγώ με τον τύπο από το Πέραμα και τι σχέση έχει μ’ εμάς κάποιος που ζει στην Κηφισιά;
Κ.Μ. Ένα από τα στνγκλ του νέου δίσκου των Goin’ Through είναι το Πόσο Μαλάκας Είσαι. Σε ποιον «μιλάς»;
Ν.Β. Ξεκινώντας το τραγούδι δεν σου κρύβω ότι προσπάθησα να βγάλω όλα μου τα απωθημένα… Γράφοντας το τραγούδι αυτό ένιωσα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να γράψω ένα τραγούδι για όσους με κατέκριναν. Το έγραψα πολύ εύκολα, μέσα σε δέκα λεπτά, με τεράστια αυτολογοκρισία, γιατί θα μπορούσα να πω πολύ χειρότερα πράγματα απ’ το «μαλάκας». Στην πορεία, όμως, διαπίστωσα ότι το τραγούδι εκφράζει σε προσωπικό επίπεδο πολύ κόσμο. Ξέρεις πόσοι το αφιερώνουν σε κάποιον; Το σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι ένα διαφορετικό είδος μουσικής μπήκε με ανορθόδοξο τρόπο σε μέρη όπου δεν θα έμπαινε ποτέ και υιοθετήθηκε από μια τεράστια μάζα ανθρώπων.
Κ.Μ. Απ’ ό,τι βλέπω και ακούω, η εθνική μας λέξη «μαλάκας» λογοκρίνεται;
Ν.Β. Ναι, και επειδή το περίμενα, γι’ αυτό κυκλοφόρησε και σε λογοκριμμένη, «clean», βερσιόν. Ήξερα, ας πούμε, ότι το βιντεοκλίπ θα ήταν δύσκολο να παίξει στο MAD με τη λέξη αυτή, γιατί το κοινό είναι νεανικό και το κανάλι θέλει να διατηρήσει ένα συγκεκριμένο προφίλ. Έχοντας και τη σχέση που έχω με το κανάλι, είχα κάνει μια συζήτηση με τους ανθρώπους πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος και έτσι ήξερα ότι θα χρειαστεί κι άλλη βερσιόν.
Κ.Μ. Είδα και στο εσώφυλλο του δίσκου σας ότι υπάρχει το logo της Puma…
Ν.Β. Έχω μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με την Puma εδώ και τρία χρόνια… Δεν είναι μια απλή σχέση, είναι για μένα ένα σημείο αναφοράς, γιατί η Puma, όταν βρέθηκε σε μια πολύ flat περίοδο, ξεκίνησε να υποστηρίζει κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητά μου. Η σχέση αυτή μέσα στα χρόνια αναπτύχθηκε, έγινε πιο ειδική και έτσι βρέθηκα, χωρίς να το καταλάβω, marketing manager της Puma.
Κ.Μ. Σε βοηθά αυτή η ειδική σχέση;
Ν.Β. Πέρα από το θέμα της υποστήριξης, με βοηθά στο να είμαι updated στα θέματα της αγοράς και να μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει εκεί έξω.
Κ.Μ. Σου έχει ζητηθεί ποτέ, αλά αμερικανικό hip hop, να «σπρώξεις» κάποιο προϊόν της εταιρείας μέσα από τα τραγούδια σου έναντι «χορηγίας»;
Ν.Β. Πολύ θα το ήθελα, αλλά δεν είναι έτσι η ελληνική αγορά. Η Puma, πάντως, δεν μου έχει ζητήσει ποτέ κάτι τέτοιο, και γενικά δεν μου έχει ζητηθεί, κυρίως γιατί όλοι ξέρουν ότι στο καλλιτεχνικό κομμάτι είμαι «δύστροπος» και δεν δέχομαι πολλά. Οι χορηγίες, εξάλλου, δεν είναι αφορισμός… Καθετί επιτυχημένο κρύβει αγοραστική δύναμη…
Διαβάστε επίσης
Κ.Μ. Είναι και θέμα επιβίωσης;
Ν.Β. Φυσικά και είναι… Όταν, ας πούμε, η δισκογραφική σου σε γράφει στ’ αρχίδια της και εσύ δεν έχεις μπάτζετ να γυρίσεις βιντεοκλίπ, ενώ θέλεις και πρέπει να το κάνεις, θα βρεις εναλλακτικές «πηγές» για να τα καταφέρεις. Εγώ διαλέγω να κάνω πράγματα και να επικοινωνώ τη δουλειά μου σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο, γιατί δεν μ’ ενδιαφέρουν οι «300 του Λεωνίδα», οι οποίοι σήμερα είναι εδώ και αύριο αλλού. Καλό θα είναι, όμως, να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας… Σήμερα υπάρχει μάρκετινγκ πίσω από τα πάντα. Εγώ δουλεύω συνεχώς για να κάνω πράγματα και ευτυχώς τα καταφέρνω. Δεν υπάρχουν δισκογραφικές σήμερα που λένε «ό,τι θέλει το αγόρι μας» και έτσι πρέπει να κάνω κινήσεις μόνος μου. Ευτυχώς που τα καταφέρνω γιατί υπάρχουν άλλοι, ταλεντάρες κιόλας, που είναι παραπεταμένοι από τις διακογραφικές, επειδή δεν είναι trendy, ας πούμε.
ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΟΣΟ ΜΑΛΑΚΑΣ ΕΙΣΑΙΕΝΙΩΣΑ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΜΕ ΚΑΤΕΚΡΙΝΑΝ.
Κ.Μ. Κάποιος που έχει πάει χαμένος μέσα από αυτό το σύστημα;
Ν.Β. Είναι πολλοί, αλλά ένας που μου έρχεται τώρα είναι ο Γιάννης Μηλιώκας, ένας άνθρωπος που έμεινε συνειδητά έξω από το παιχνίδι, και μια μέρα είπε «στο χωριό»…
Κ.Μ. Θα μπορούσες να πεις «στο χωριό» αν όλα σκατώσουν;
Ν.Β. Έχουν πάει πολλές φορές τα πράγματα στραβά, αλλά είμαι ακό μα πολύ δυνατός και αισιόδοξος για να πω «σας βαρέθηκα» και να τα παρατήσω. Έχω περάσει πολλές άσχημες εποχές χωρίς δουλειά, να εξαρτώμαι από το κάθε μπαράκι στο οποίο έπαιζα μουσική για να βγά λω χρήματα ή να περιμένω την FM Records κάθε έξι μήνες να μου δώ σει χρήματα από τα δικαιώματα των δίσκων, αφού πρώτα είχα χιλιο παρακαλέσει τη λογίστρια της εταιρείας. Δεν είμαι, όμως, απ’ αυτούς που κάθονται έξω από τον κύκλο και πετροβολούν. Θέλω να είμαι μέσα κι ας «τρώω» κι εγώ πέτρες.
Κ.Μ. Η καλύτερη και χειρότερη στιγμή της καριέρας σου μέχρι σήμερα;
Ν.Β. Η καλύτερη, ένα live στον Λυκαβηττό μπροστά σε 5.500 κόσμο και η χειρότερη, ανεπιφύλακτα, τα τελευταία δυόμισι χρόνια στην FM Records σε πλήρες εμπάργκο, επειδή δεν ήμουν το καλό παιδί που ήθελαν. Για δυόμισι χρόνια είχα συμβόλαιο, δεν μου κυκλοφορούσαν δίσκο, δεν με άφηναν να φύγω και με είχαν στο «άντε γαμήσου».
Κ.Μ. Πιστεύεις στο ταλέντο;
Ν.Β. Πιστεύω μόνο στο ταλέντο, δεν υπάρχει τίποτε άλλο…
Κ.Μ. Από τι κινδυνεύει;
Ν.Β. Κυρίως από τη δισκογραφία που δεν αφήνει πια περιθώρια στα ταλέντα, εγκλωβίζοντάς τα σε διάφορους νόμους της αγοράς.
Κ.Μ. Θα μπορούσες να κάνεις κάποια δουλειά εκτός μουσικής;
Ν.Β. Έχω κάνει δεκάδες πράγματα και έχω περάσει από δεκάδες φάσεις. Υπήρξαν μέρες που δεν είχα να πάρω τυρόπιτα και μέρες που πέρασαν απίστευτα φράγκα από τα χέρια μου σε ηλικίες που δεν είχα και μία ωριμότητα να τα κρατήσω και να τα εκμεταλλευτώ καλύτερα.
Κ.Μ. Θα τα κρατούσες; Είσαι τέτοιος τύπος;
Ν.Β. Δεν θα τα κράταγα να τα κάνω μασούρι να τα βάλω στον κ*λο μου, αλλά δεν θα τα ξόδευα μαλακισμένα, όπως έκανα κατά καιρους, αυτό εννοώ. Έχω ξοδέψει μέσα σε τρεις μέρες, ας πούμε, στο πρώτο ταξίδι που έκανα στο εξωτερικό, όσα έβγαλα σε ένα χρόνο δουλεύοντας νύχτα για να αγοράσω δίσκους. Το έκανα, όμως, ως επένδυση, λέγοντας «με αυτά θα βγάλω ακόμα περισσότερα λεφτά». Το που ήταν, όμως, extreme…
Κ.Μ. Από την πειρατεία γιατί δεν σας προστατεύει το κράτος;
Ν.Β. Δεν είναι εύκολο να μας προστατέψει το κράτος, είτε απέναντι στην πειρατεία είτε γενικότερα. Αν είχε τέτοιες διαθέσεις, θα μας προστάτευε αρχικά έναντι των δισκογραφικών εταιρειών και στη συνέχου απ’ όλα τα υπόλοιπα. Ο καλλιτέχνης είναι ανοχύρωτος απέναντι στην ΑΕΠΙ, στις δισκογραφικές, στα πνευματικά δικαιώματα, απέναντι σε διάφορους κλέφτες που υποτίθεται ότι μας παρέχουν υπηρεσίες δεν είναι απλά τα πράγματα. Αν θέλουν οι δισκογραφικές, θα τα λύσουν το θέμα. Δεν θέλω να αδικήσω τους πραγματικούς «δουλευταράδες. της ελληνικής δισκογραφίας, γιατί μπορεί να είναι λίγοι, αλλά υπάρχουν. Οι περισσότεροι, όμως, εργάζονται τυχαία στις δισκογραφικές
Κ.Μ. Ποιος ήταν ο hip hop δίσκος που άλλαξε τη ζωή σου;
Ν.Β. Ο πρώτος δίσκος των Public Enemy. Εκεί ταρακουνήθηκα πραγματικά…