Ύδρα, Σπέτσες και πού παραθέριζαν οι σταρς των ’60s
Μελίνα & Άντονι Πέρκινς

Ύδρα, Σπέτσες και πού παραθέριζαν οι σταρς των ’60s

Ωνάσης, Νιάρχος, Βουγιουκλάκη, Γκάρμπο, Καραμανλής, Χέπμπορν, Παπανδρέου, Κλάπτον, Σαπουτζάκη, Τζάγκερ, Βαρδινογιάννη, Κοντομηνάς, Μπάρκουλης, Καρέζη, Σαββόπουλος, Νουρέγεφ και πολλοί άλλοι... Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το αρχείο.

Τεύχος 11, Περίοδος 2η, Ιούλιος 1999
Κείμενο: Ελένη Ξενάκη

Για δεκαετίες αποτέλεσαν το λαμπερό φόντο της χαράς της ζωής. Στην Ύδρα, στο Πόρτο Χέλι, στις Σπέτσες, στην Κινέτα, στα μυθικά θέρετρα των ’60ς υπήρχε κάτι στον αέρα που έκανε άχρηστο τον ύπνο. Διάσημοι και ανθυποδιάσημοι έρχονταν εδώ για να συναντήσουν τον εαυτό τους και τους φίλους τους μέσα στη γλυκιά αμεριμνησία του καλοκαιριού.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Διακοπές στην Ύδρα

Το λαμπερό καλοκαίρι του ’56 το νησί του Αργοσαρωνικού μετριέται σε mm. Είναι η χρονιά που ο Σκούρας και η 20th Century Fox υπογράφουν το «Παιδί και το δελφίνι» με τη Σοφία Λόρεν. Πολλά καλοκαίρια μετά ο Μπάμπης Μωρές, ο ιδιοκτήτης της θρυλικής «Λαγουδέρας», ανοίγει το κουτί με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και διηγείται ιστορίες με πρίγκιπες, χολιγουντιανούς σταρ και Έλληνες Κροίσους –τον Αριστοτέλη Ωνάση και τον Σταύρο Νιάρχο. Τους μονομάχους μιας εποχής που τα ίχνη της βρίσκονται ακόμη στην προβλήτα του λιμανιού. Εκεί που ζωντανεύει ο απόηχος του γέλιου της Μελίνας, όταν στα διαλείμματα των γυρισμάτων της «Φαίδρας» κερδίζει στο τάβλι τον Ζιλ Ντασέν. Είναι η εποχή που το Κάπρι αποτελεί τον πιο αναμενόμενο τόπο διακοπών και κάποιοι σταρ δραπετεύουν στην Ύδρα. Ο Χένρι Φόντα και ο Πίτερ Ουστίνοφ φοράνε τα κοντά τους παντελόνια και δοκιμάζουν τα αμυγδαλωτά του Τσαγκάρη στην προβλήτα, εκεί που δένει συχνά ο «Ζέφυρος» του Καρόλου Φιξ. Ο επιχειρηματίας φτάνει στην Ύδρα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που λίγο πριν γίνει εμμονή των Ελλήνων διαφημίζει την εγχώρια μπίρα.

«Εκείνα τα βράδια στο “Λαγουδέρα Marine Club” ήταν όλη η Αθήνα», θυμάται ο Μπάμπης Μωρές. Και οι φωτογραφίες διαδέχονται η μία την άλλη: ο Ντίμης Κρίτσας, η συγγραφέας Μαργαρίτα Λυμπεράκη, φιλόξενη οικοδέσποινα της εποχής, η Ρενάτα Λάτση, ανιψιά του «καπετάνιου», η Μπέττυ Στάικου, κόρη του γνωστού αρχιτέκτονα, η Μαριλένα Λιακοπούλου, κόρη του Περικλή Βυζάντιου, ιδρυτή της Σχολής Καλών Τεχνών Ύδρας. Οι «μόνιμοι» παραθεριστές γίνονται θιασώτες των λαμπερών αφίξεων και των πιο καυτών κουτσομπολιών. Η άφιξη της Σοράγια, η εμφάνιση στο νησί του ζεύγους Μενεγκίνι, με την εντυπωσιακή και αδυνατισμένη πλέον Μαρία Κάλλας, και λίγο αργότερα η κατάξανθη πλέον Αλικη Βουγιουκλάκη, που συνοδεύεται από τον Νάσο Μπότση. Από αυτή την πασαρέλα περνάει και το Χόλιγουντ, με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον σύζυγό της Έντι Φίσερ, την Γκρέτα Γκάρμπο, που το ’65 περνάει από το νησί με τη βαρόνη Ντε Ρότσιλντ, φιλοξενούμενες και οι δύο στη θαλαμηγό του Ωνάση, και αργότερα την Όντρεϊ Χέπμπορν. Η δεκαετία του ’60 είναι ένα παραμύθι. Το καλοκαίρι του ’63, ο λιτοδίαιτος σε όλα Κωνσταντίνος Καραμανλής έζησε τη δική του Ύδρα μακριά από τη «Λαγουδέρα». Το καλοκαίρι του ’64, μια ψηλή ξανθιά γυναίκα γέρνει το κεφάλι της στον ώμο ενός γοητευτικού άντρα. Είναι η Μαργαρίτα Παπανδρέου στην αγκαλιά του Ανδρέα, σ’ ένα μπλουζ στο μοναδικό τότε κλαμπ του νησιού.

Τα μέσα της δεκαετίας βρίσκουν εκεί τους Γουλανδρήδες και τον Εμπειρίκο, τον Μάριο Πλωρίτη αλλά και τον Ζολώτα, τον Δον Χουάν Κάρλος και τη Σοφία. Το παζλ συμπληρώνεται με την Τζάκι –τότε Κένεντι-, που πίνει ρετσίνα στην «Ξερή Ελιά» του Ντούσκου. Αρκετά χρόνια μετά, θα κατέβει στο νησί ως Τζάκι Ωνάση, αλλά δεν θα κυκλοφορήσει πολύ στους δρόμους της Ύδρας. Μένει στο λιμάνι, εκεί που για δεκάδες καλοκαίρια συνωστίζονται τα κατάλευκα σκάφη: η «Κρεολή» του Σταύρου Νιάρχου, η «Juanita» του Ντένη Πετρόπουλου, η «Αλκυών» του Νάσου Μπότση, το «Seralia» του Νίκου Βερνίκου. Όσοι δεν μένουν στα σκάφη φιλοξενούνται στα αρχοντικά της Ύδρας, ενώ οι υπόλοι ποι παραθεριστές δανείζονται μερικά τετραγωνικά στα σπίτια των ντόπιων – καμιά φορά ακόμη και στις ταράτσες, απ’ όπου παρακολουθούν τα Μιαούλεια. Ο Ζακ Μεναχέμ δίνει το σάουντρακ της εποχής μετά τα μεσάνυχτα στη «Λαγουδέρα». Η Ζωρζ Σαρρή, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, η Κούλα Παπαγεωργίου, κόρη του εκδότη της «Αθηναϊκής», η Τζένη Καρέζη με τον Ζάχο Χατζηφωτίου και αργότερα ο βιομήχανος Δημήτρης Καρέλας, ο αρχιτέκτονας Αντώνης Κιτσίκης και ο Μίκης Θεοδωράκης ξενυχτούν στην προβλήτα, ενώ μέσα στο κλαμπ η κυρία Σοφία σερβίρει τη σπεσιαλιτέ του καταστήματος: κοκκινιστό με μακαρόνια. Ο γόης της εποχής είναι ο Θεόδωρος Ρουμπάνης, αγαπημένος της Ζαν Μορό, και «σούπερ σώμα» ψηφίζεται η Έφη Μελά, σύζυγος τότε του δημοσιογράφου Χάρη Λυμπερόπουλου. Η Μπριζίτ Μπαρντό μαθαίνει συρτάκι κρατώντας από τον ώμο τον αγαπημένο της Πατρίκ Ζιλ, και διαψεύδει τις φήμες για ειδύλλιο με τον Τάκη Θεοδωρακόπουλο. Η δεκαετία τελειώνει με το ινκόγκνιτο καλοκαιράκι του Ωνάση και της Τζάκι.

Η πριγκίπισσα Σοράγια

Τα ’70ς έχουν άλλα πρόσωπα, όπως αυτό του Αλέξη Μάρδα, που καλωσορίζει στο σπίτι του την Τζόαν Κόλινς, και της Παλόμα Πικάσο, που μένει στην Γκάμπυ Συρίγου. Το μονοπώλιο της «Λαγουδέρας» σπάει με τον «Κάβο», το «Bill’s Bar» και τον θρυλικό «Πειρατή» του Μενέλαου και του Τάκη, που γίνε ται το στέκι μιας ροκ δεκαετίας, με πελάτες τον Έρικ Κλάπτον, τον Μικ και την Μπιάνκα Τζάγκερ το καλοκαίρι του ’77. Τα ‘8ος φτάνουν με την ταχύτητα των flying dolphins ή με τα ιστιοπλοϊκά που γίνονται μόδα. Οι παρέες φωτογραφίζονται ηλιοκαμένες για τη στήλη της Μανίνας στον «Ταχυδρόμο». Το καλοκαίρι αλλάζει. Η «Λαγουδέρα» του Μπάμπη Μωρέ περνάει στον Θεόδωρο Ρουμπάνη, οι γυμνές πόζες της Τσιτσιολίνα το ’93 χαλάνε το τοπίο και το καλοκαίρι του ’97 ο Φιξ βλέπει το αγαπημένο του λιμάνι από την πλώρη του «La vie». Ο Γιάννης Γουλανδρής και ο Δημήτρης Αράπης είναι οι μοντέρνοι ταξιδιώτες και οι οικογένειες Βαρδινογιάννη, Φιλίππου, Κοντομηνά και Δάκη Ιωάννου οι σύγχρονες δυναστείες. Οι σύγχρονες πριγκίπισσες δεν υπάρχουν πια και η Λαίδη Ντι αποχαιρέτησε για πάντα την Ύδρα.

Οι Σπέτσες των πολλών και εκλεκτών

Το αντίπαλο δέος της Ύδρας είχε την Αρμάτα, τη Σπετσοπούλα του Νιάρχου, όπου έγιναν οι γάμοι και τα βαφτίσια της οικογένειας, και την Αναργύρειο Σχολή, όπου φοιτούσαν εσωτερικοί γόνοι μεγαλοαστικών οικογενειών. Κάπως έτσι έγινε το θέρετρο των Αθηναίων στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ακόμη τα πλοία δεν έδεναν στο λιμάνι και οι ταξιδιώτες κατέβαιναν με βάρκες. Τα καλοκαίρια ξεκινούσαν με τις επιδείξεις της Σχολής και τελείωναν με την Αρμάτα, που ο Σταύρος Νιάρχος παρακολουθούσε πάντα από την πλώρη του «Κρεολή». Η αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας περνάει απέναντι στην Κόστα για μια βουτιά και για φρέσκο ψάρι στο λυόμενο εστιατόριο του Ζαμά. Τα βράδια επιστρέφει στου Καρδάση, που δεν υπάρχει πια, ή στο «Ποσειδώνιο» του Καρμανιόλα. Πολύ πριν ανοίξουν τα πρώτα κέντρα διασκέδασης, οι παρέες μαζεύονται στο «Ποσειδώνιο», που έχει ζωντανή ορχήστρα. Και για τις μεγάλες βραδιές η διεύθυνση απαιτεί από τους παρευρισκόμενους λαμπερές εμφανίσεις. Οι κυρίες της εποχής ταξιδεύουν με βραδινές τουαλέτες και οι άντρες, φορώντας σμόκιν, πίνουν τα κοκτέιλ της εποχής στη βεράντα του ξενοδοχείου. Οι καλοί πελάτες μένουν στο 108 ή το 208, τα ωραιότερα δωμάτια του ξενοδοχείου που κλείνονται μήνες πριν. Το επόμενο πρωί ο καφές σερβίρεται μαζί με αμυγδαλωτό Σπετσών στα ζαχαροπλαστεία του Κλήμη και του Χαράλαμπου. Πριν ανοίξουν τα πρώτα κλαμπ, είναι μέρη συνάντησης για ξενύχτια χωρίς μουσική. Σε ένα από αυτά ξενυχτούν και η Τζένη Καρέζη με τον Αντρέα Μπάρκουλη όταν γυρίζεται στο νησί το «Τζένη, Τζένη».

Σπέτσες

Οι επιτυχίες των ‘6ος ακούγονται τελικά στην πίσω μεριά του νησιού, στο «Show Boat» και το «Blueberry Hill» με live του Ντέμη Ρούσσου ως Aphrodite’s child και των Idols. Τώρα το «Blueberry» είναι ένα καθωσπρέπει restaurant-bar πάνω στη θάλασσα. Παρ’ όλο που τότε οι διαδρομές ήταν δύσκολες, ο κόσμος μετακινούνταν συνεχώς. Το ξημέρωμα έβρισκε τους νέους στο παλιό λιμάνι να ακούνε νέο κύμα στην μπουάτ «Καρνάγιο», εκεί που άνοιξε πολύ αργότερα η «Figaro». Πάνω στη θάλασσα και με το πιάνο στην είσοδο ο Σαββόπουλος, ο Χατζής και ο Ζωγράφος τραγουδάνε μέχρι το πρωί για τον κόσμο που στριμώχνεται στις καρέκλες της βεράντας. Ένα μεγάλο κομμάτι της εποχής πέρασε και από το «Bongo’s» και το «Twins», δύο μπαρ για τη νεολαία και όχι για τους καθωσπρέπει Αθηναίους, που βολτάρουν με τις άμαξες του Λευτέρη, του Μανόλη και του Ιάσονα του Καουμπόη και τα απογεύματα συναντιούνται στα αρχοντικά του Δημητριάδη, του Άδωνη Κύρου ή του Νομικού. Όταν ανοίγουν οι «Τιτάνια» και «Μαρίνα», η διασκέδαση έχει και κινηματογράφο. Λίγο αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, τα ξενύχτια γίνονται στα μπουζούκια, στου Τζώρτζη, στην Αγία Μαρίνα. Οι Νιάρχοι διασκεδάζουν πάντα με τον όρο να μην τους φωτογραφίσουν και η καλή κοινωνία των Αθηνών σπάει πιάτα.

Η προβλήτα των Σπετσών ήταν αφετηρία για τις βόλτες με τα αμαξάκια του Μανόλη και του Ιάσονα του καουμπόι

Μέχρι που φτάνουν τα ‘8ος στο ροκ πλέον κλαμπ «Καρνάγιο» –ο Μικ και η Μπιάνκα Τζάγκερ ήταν εκεί το ’78– και το μετατρέπουν σε «Figaro». Τα hawaian tropical parties μένουν αξέχαστα και είναι όλοι εκεί: ο Γιώργος Γουλανδρής, η Χριστιάνα Βαρδινογιάννη, ο Μίνως Κυριακού, ο Παύλος και ο Νικόλας Γλύξμπουργκ –μερικές φορές με τον πατέρα τους–, ο Μανόλης Μαυρολέων, η Καρολίνα του Μονακό και η νεότερη γενιά των Νιάρχων, που φιλοξενούν συχνά τον Νουρέγεφ, που ξενυχτάει στη «Figaro». Ο Βασίλης Γκουσγκούνης, ιδιοκτήτης του κλαμπ, θυμάται ακόμη πόσο μισούσαν τις φωτογραφίες οι Νιάρχοι. «Ένα καλοκαίρι δεν πάτησαν στις Σπέτσες επειδή το προηγούμενο τους είχαν φωτογραφίσει παρά τη θέλησή τους». Όλοι χορεύουν με τη μουσική του DJ Μάνου και αργότερα του Πιέρο ή του Ζανό, και η «Figaro» γίνεται το σημείο αναφοράς του νησιού. Οι νύχτες της έχουν ακόμη κάτι από τα παλιά. Τα γέλια του Ασλάνη, το χαμόγελο του Billy Bo, ακόμη και την έκπληξη εκείνης της βραδιάς του ’83, όταν μπήκαν τα άλογα στο κλαμπ.

Τζένη Τζένη

Στο Πόρτο Χέλι με ελικόπτερο

Το επίνειο του Κρανιδίου, ένα απομονωμένο ψαροχώρι, ένας βιότοπος που ελάχιστοι ήξεραν την ύπαρξή του: αυτό ήταν το Πόρτο Χέλι πριν το ανακαλύψουν εκείνοι που ήθελαν την ησυχία τους και χτίσουν τα πρώτα επιβλητικά σπίτια κοντά στη βραχώδη ακτή του. Είναι αρχές της δεκαετίας του ’60 όταν κάποιοι μεγαλοαστοί λάτρεις του κυνηγιού το μετατρέπουν σε «αγγλική εξοχή» και ξεκινούν τις εκδρομές τους με καθαρόαιμα σκυλιά και ένα σημειωματάριο για να σημειώνουν τις τοποθεσίες τις οποίες από κάποια στιγμή και μετά αρχίζουν να διαπραγματεύονται. Μέχρι τότε παραθεριστές στο μοναχικό τοπίο ήταν η Βέμπο με τον Τραϊφόρο, που έμεναν σ’ ένα μικρό σπίτι πίσω από το μικρό εκκλησάκι της Ευαγγελίστρας. Δεν είναι όμως μόνοι. Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας έχει χτιστεί η περίφημη βίλα Ριβιέ. Για τα μυθικά της πάρτι φτάνουν οι θαλαμηγοί του Ωνάση και του Νιάρχου και στρώνονται λουλούδια στους διαδρόμους απ’ όπου περνούσαν στα σαλόνια οι διάσημοι καλεσμένοι. Ο τέως βασιλιάς φτάνει ινκόγκνιτο στη βίλα.

Στην ίδια περίπου περιοχή χτίζει και ο Τάσος Αλεξίου. Εκείνος φτιάχνει και ιδιωτικό αεροδρόμιο, που αργότερα το νοικιάζει ο Ωνάσης για τον 25χρονο τότε Αλέξανδρο, και τα πρώτα δρομολόγια γίνονται γεγονός για το ερημικό ακόμη ψαροχώρι. Πιο συχνοί επιβάτες των εξαθέσιων αεροπλάνων η Φιόνα Φον Τίσεν, αγαπημένη του Αλέξανδρου, και ο Άδωνις Κύρου. Το αεροδρόμιο εξυπηρετεί τους κοσμικούς που πηγαίνουν στις Σπέτσες μετά από ένα μικρό πέρασμα από το Πόρτο Χέλι και τα δρομολόγιά του συνεχίζονται μέχρι το δυστύχημα του Αλέξανδρου. Η πίστα του αεροδρομίου υπάρχει ακόμη για τη νεότερη Χριστίνα Αλεξίου. Η «αξιοποίηση» της περιοχής αρχίζει ουσιαστικά από το ’64 και μετά, που στο μικρό λιμάνι κατεβαίνει ο Μάρκος Γαλούνης ως κτηματομεσίτης. Οι δρόμοι ασφαλτοστρώνονται, τα δημοσιεύματα για το «κοσμικό θέρετρο» Πόρτο Χέλι πυκνώνουν και γύρω στο 17ο τα αδέλφια Γαλούνη θεμελιώνουν την πρώτη ξενοδοχειακή μονάδα, που τελικά ενοικιάζεται από τη γαλλική εταιρεία του βαρόνου Ντε Ρότσιλντ και γίνεται «Paris Lion Mediterranée».

Ένα όνομα που μοιάζει με τίτλος ευγενείας στους ντόπιους, που ξαφνικά ανεβάζουν την τιμή της γης. Η οικογένεια Μαυρολέων χτίζει ένα υπέροχο σπίτι σε μια τεράστια έκταση και αλλάζει το τοπίο. Στον βραχώδη λόφο οι εργάτες δουλεύουν εντατικά και φυτεύουν ό,τι αρέσει στους Μαυρολέοντες. Οι βεράντες των μεγάλων συναντήσεων με τους Γουλανδρήδες σκιάζονται από τις βουκαμβίλιες και βλέπουν στον μαγευτικό κολπίσκο. Εκεί που κολύμπησε για τελευταία φορά ο Κάρλος, τον Ιούλιο του ’98. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 στο Πόρτο Χέλι ανάμεσα στους νέους κατοίκους είναι και ο Παπουτσάνης. Πολύ αργότερα κατεβαίνει ο Λιβανός, ο Μίνως Κυριακού, που χτίζει ακόμη και την παραλία δίπλα στο εκκλησάκι του Αγίου Αιμιλιανού, ο Κόβας της BIC, ο Σαραντόπουλος και ο Πίτσος, Οι Λιβανοί είναι εκεί, ο πατέρας της Εριέτας στο νησάκι «Κορωνίς» και ο άλλος στο Πόρτο Χέλι. Τώρα στο λιμάνι συνωστίζονται τα ιπτάμενα δελφίνια και οι λάντζες που σε περνάνε απέναντι στις Σπέτσες.

Κινέτα σημαίνει Ζωζώ

Οι θαλαμηγοί και οι επίσημες προσκλήσεις για πάρτι δεν έφτασαν ποτέ στην Κινέτα, αλλά αυτό δεν πείραξε ποτέ κανέναν. Εξάλλου, όσοι έπαιρναν την παλιά Εθνική οδό ήθελαν «οικογενειακές» διακοπές, με αισθητική ελληνικού κινηματογράφου, χωρίς συνταρακτικά γεγονότα. Το πιο συνταρακτικό που μπορούσε να τους συμβεί ή ταν μια «γκράντε» εμφάνιση της Ζωζώς Σαπουντζάκη, της πρώτης κυρίας της Κινέτας. Η Ζωζώ έχτισε το σπίτι της στα τέλη της δεκαετίας του ’60, πολύ πριν η καταπράσινη πλαγιά αποκτήσει θαμώνες. Οι πρώτοι παραθεριστές έκοβαν ταχύτητα μετά το 500 χιλιόμετρο και ρωτούσαν: «Εδώ μένει η Ζωζώ;» «Κατεβαίνω 139 σκαλοπάτια για να πάω στην παραλία», γράφει η ίδια στην αυτοβιογραφία της για το σπίτι των κινηματογραφικών πάρτι με τον Φίνο, τον Δαλιανίδη, τον Δημήτρη Ρίζο, τον Αλέκο Σακελλάριο με τη Νίκη Λινάρδου τότε, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Μίμη Τραϊφόρο, τον Γιώργο Μουζάκη, τον Κώστα Βερνίκο με τη Σάσα Ντάριο, τον Μίμη Πλέσσα, την Ίλυα Λυβικού. «Ο Πολυκανδριώτης τραγουδούσε και κάποια στιγμή σηκωνόταν η Ζωζώ και χόρευε», θυμάται κάποιος.

Είναι η εποχή που δεν υπάρχει τηλέφωνο παρά μόνο μέσω του τηλεφωνείου που βρισκόταν στο κεντράκι του Μόρφα, που νοίκιαζε και μερικά δω μάτια στους ξαφνικούς επισκέπτες. Όταν η Κινέτα έγινε της μόδας τη δεκα ετία του ’70, οι παρέες των αστών που εγκαταλείπουν τ’ «Αστέρια» κλείνουν δωμάτιο στους Αγίους Θεοδώρους, στη «Μαργαρίτα», στο «Siagas» ή στου «Χανικιάν», που είχε και ορχήστρα. Σταρ ο Νίκος Κούρκουλος, που έχει πια το δικό του σπίτι και παραθερίζει οικογενειακά με τη γυναίκα του Μελίτα, την κόρη Μελίτα και τον γιο του Άλκη. Εκεί φιλοξενείται συχνά η Καρέζη, που εμφανίζεται όπως στα φιλμ: με κάπρι παντελόνια και εφαρμοστά Τ shirts. Η παροικία των καλλιτεχνών πυκνώνει με τα σπίτια του Κώστα Καρρά, του Μουζάκη και του Ζαμπέτα. Δίπλα τους τα εξοχικά του Λουμίδη, των Σαραντόπουλων και του Αρναούτη, υπασπιστή του τέως. Οι αθηναϊκές παρέες των τριάντα και κάτι βρίσκουν πια καινούργιο ενδιαφέρον, και οι προ σκλήσεις για κουμ-καν στη βεράντα αραιώνουν. Συναντιούνται όλοι στου Μαρίνου ή στου Μανόλη για ψάρι ή στην αυλή του Δημήτρη στους Αγ. Θεοδώρους για σουβλάκια. Το βράδυ φοράνε τα καλά τους και μπαίνουν στο αυτοκίνητο για μια βόλτα στο Λουτράκι ή βγάζουν τα παπούτσια τους σε ένα ακόμη beach party. Το καζίνο δεν υπήρχε και η νέα Εθνική οδός ήταν πολύ γρήγορη για ένα νωχελικό καλοκαίρι που κρατούσε δύο μήνες και κάτι.

Σχετικά άρθρα