Καλοκαίρια στην Επίδαυρο με Κάλλας, Τζάκι και Μελίνα – όπως τα κατέγραψε το ΚΛΙΚ του 2000
Τώρα που ξεκινά το Φεστιβάλ, ας θυμηθούμε πώς απολάμβαναν τότε την Επίδαυρο θαμώνες και συντελεστές εξίσου. Το κείμενο δημοσιεύεται αυτούσιο απ' το αρχείο.
Περιεχόμενα
Τεύχος 23, Περίοδος 2η, Ιούλιος 2000 Κείμενο: Μαργαρίτα Μιχελάκου
Κάθε παράσταση στην Επίδαυρο είναι ένα δράμα σε τρεις πράξεις: Η πρώτη παίζεται στο θέατρο, η δεύτερη στον Λεωνίδα και η τρίτη στην ντίσκο Capaci. Η Μαργαρίτα Μιχελάκου καταγράφει μισό αιώνα παραστάσεων, παρασκηνίων και γλεντιών.
«Πιο σιγά, βρε Αντώνη, πιο σιγά», έλεγε συνέχεια ο Ελύτης στον Θεοδωρακόπουλο. Η μέση είναι περίεργο πράγμα. Τσίναγε στα λίγα χιλιόμετρα που χωρίζουν το «Ξενία» από την Παλαιά Επίδαυρο. Ο Αντώνης οδηγούσε το παλιό άσπρο Toyota όσο πιο σιγά μπορούσε. Στα σημεία που είχε χωματόδρομο, ο Ελύτης κατέβαινε και πήγαινε με τα πόδια. Ήταν καλοκαίρι του ’79 και ο ποιητής είχε μόλις παρακολουθήσει την πρόβα των «Βακχών» του Κουν. Σε όποιον ρωτούσε, έλεγε, «δεν νομίζω, δεν το περιμένω», όμως τον επόμενο Οκτώβρη το Νόμπελ θα ήταν δικό του.
Στα 120 δαντελωτά χιλιόμετρα που χωρίζουν την πρωτεύουσα με την Αργολίδα έχουν ζαλιστεί η Κάλλας, η Τζάκι και πριγκίπισσες, έχουν τσακωθεί ο Μινωτής με την Παξινού, για να ξαναερωτευθούν στην επόμενη στροφή, έχουν κλάψει γοερά ηθοποιοί που έπαθαν «σεντόνι» στη διάρκεια της παράστασης και έχουν ξεκαρδιστεί άλλοι που τα κατάφεραν καλύτερα.
Στη Νέα Επίδαυρο έγινε το 1821 η Α’ Εθνοσυνέλευση —και πρέπει να είναι το τελευταίο αξιοσημείωτο γεγονός που συνέβη εκεί. Είναι στην Παλαιά Επίδαυρο, στο Ληγουριό, στο θέατρο που οι εικόνες συνωστίζονται. Η Μελίνα ντυμένη με μια λευκή κελεμπία και ένα τσιγάρο στο χέρι πηγαίνει μέχρι το σπίτι της Μιράντας Ζαφειροπούλου που φιλοξενεί τον Δημήτρη Τσούτση, για να ρίξει ένα γερό καβγά μαζί του σχετικά με το ποιος είναι πιο καλός ηθοποιός: «αυτός ο κοντός» Μινωτής ή ο Κατράκης της; Μετά λούζει με επίθετα τον Διονύση Φωτόπουλο που δεν την άφησε να κοιμηθεί.
Η Κατίνα Παξινού έχει αργήσει επικίνδυνα στην παράστασή της και προσπαθεί να περάσει τον κέρβερο που σταματά τα αυτοκίνητα στην είσοδο του θεάτρου. «Μα είμαι η Παξινού», διαμαρτύρται. «Μωρ’ δεν πά’ να ‘σαι και η Μάγια Μελάγια», της απαντά ο αστυνομικός, του οποίου οι γνώσεις στο μουσικό θέατρο υπερισχύουν εκείνων στο αρχαίο δράμα. Παρασκευή βράδυ, οι Ληγουριώτες ξαπλωμένοι στις κερκίδες με θερμός από φελιζόλ τσιμπάνε σταφύλια και παρακολουθούν την πρόβα τζενεράλε της αυριανής πρεμιέρας. «Α», θα πουν αργότερα στον Κωντσόπουλο, «δεν μας αρέσατε καθόλου, ενώ πέρσι, ως Κρέοντας, τι κλάμα ήταν εκείνο που ρίξαμε». Στην ορχήστρα του θεάτρου ο Μινωτής, η Συνοδινού, η Κατσέλη, ο Κατράκης, ο Καρακατσάνης κλάνει και ο κόσμος ξεκαρδίζεται. Κάτω από το όρος Αραχναίο, ο τέλειος κύκλος διαμέτρου 20 μέτρων έχει φιλοξενήσει όλους τους μεγάλους.

Ο Ροντήρης, μαθητής του Μαξ Ράινχαρτ, ονειρευόταν από το 1938 τη σύγχρονη ερμηνεία αρχαίου δράματος στην Επίδαυρο. Είχαν ήδη ανοίξει τον δρόμο οι Σικελιανοί στους Δελφούς δέκα χρόνια πριν. Όμως ο πόλεμος μετέθεσε το σχέδιό του δεκάξι χρόνια. Ήταν 11 Ιουλίου του ’54 όταν εγκαινιάστηκε ουσιαστικά η Επίδαυρος με τον «Ιππόλυτο». Πρωταγωνιστής δίπλα στη Φαίδρα της Έλσας Βεργή ο 26χρονος Αλέκος Αλεξανδράκης, αριστούχος του Εθνικού. Η Αθήνα ακόμη θυμάται την επιτυχία του ως Μισέλ στους «Τρομερούς Γονείς» του Κοκτό, δίπλα στην Κατερίνα, την Κυβέλη και τον Κωνσταντάρα. Το ’54, μαζί με την επίσημη αναγνώριση του Αλεξανδράκη γίνεται και η άτυπη έναρξη των Επιδαυρείων. Επί 46 χρόνια, με μια μικρή διακοπή το ’74 λόγω των γεγονότων της Κύπρου και την επιστράτευση, έχουν παιχθεί εδώ παραστάσεις νεοκλασικές, μελοδραματικές, ρεαλιστικές, ποιητικές, μοντερνιστικές, εξπρεσιονιστικές, παραστάσεις θριαμβευτικές και… μεγάλες πατάτες. Όπως ρώτησε και η Μοσχολιού μετά από μια παράσταση: «Ωραία είστε εδώ. Κάθε βράδυ παίζετε;»
Τα βουνά που κλείνουν την παραλία Γιαλάσι ανεβάζουν κατακόρυφα θερμόμετρο και πάθη. Εκεί, όταν τα κάμπινγκ δεν είχαν ανοίξει και η περιοχή ήταν γνωστή ως Μπεκέικα, έκαναν γυμνισμό τα όμορφα κορίτσια του Χορού και οι ντόπιοι συνωστίζονταν στα βράχια για να χορτάσουν το μάτι τους. Η Ελένη Χαλκούση έχει μια καινούργια συνταγή μαυρίσματος: ελαιόλαδο, χυμός και ολόκληρα κομμάτια ντομάτας. Πηγαίνει όλος ο θίασος για μπάνιο στην Παλιά Επίδαυρο, όταν τη βλέπει ο Μινωτής πασαλειμμένη με τις ντομάτες, τη ρωτά: «Ελένη, από πρεμιέρα έρχεσαι;»
Από τη βραστή θάλασσα πέρναγαν κάτι τεράστια καλαμάρια μεγάλα όσο ένα χταπόδι («καλαμαρομάνες», τόνιζε περήφανος ο μπαμπάς, «όχι, θράψαλα», και η μαμά έπαιρνε ένα μόνο τέτοιο καλαμάρι, το έβαζε με κοφτό μακαρονάκι και τέσσερα άτομα την κάναμε ταράτσα στο τροχόσπιτο). Στην άκρη, στις σπηλιές, το σπίτι του πιανίστα Εσκενάζυ. Ο ηθοποιός Γιώργος Λιάντος, που πηγαίνει στην Επίδαυρο απ’ όσο θυμάται τον εαυτό του, πήγαινε και άραζε στο εκκλησάκι δίπλα στο σπίτι και τον άκουγε στις πολύωρες πρόβες του. Σήμερα, σ’ αυτό το ίδιο εκκλησάκι ετοιμάζεται να παντρευτεί την Εβελίνα του.
Οικισμός Πητίδη
Ο Πητίδης, ένας εμπνευσμένος αλλά sui generis αρχιτέκτονας, κατασκεύασε ένα μοντέρνο ξενοδοχείο, όμως οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά και αναγκάστηκε σιγά σιγά να πουλά τα μπανγκαλόους για σπίτια. Έτσι δημιουργήθηκε ο ομώνυμος οικισμός. Από τους πρώτους αγόρασαν ο Διονύσης Φωτόπουλος με την τότε σύντροφό του Μιράντα Ζαφειροπούλου, η Δώρα Τσάτσου. Οι ηθοποιοί αρχίζουν να φτιάχουν τα εξοχικά τους στην περιοχή. Η Μελίνα με τον Τζούλη, ο Κώστας Καστανάς στο Ληγουριό, ο Τσακίρογλου στα Πανωπίδαυρα, η Χορν με τον Στέλιο Βόκοβιτς στον δρόμο προς το θέατρο, η πιο νέα Φωτεινή Μπαξεβάνη, ο Ρέππας με τον Αντωνόπουλο. Όμως το σπίτι που έχει καταγράψει όλη την ιστορία του ελληνικού θεάτρου είναι του Διονύση Φωτόπουλου. Τα αποτυπώματα στην πόρτα του μπάνιου είναι του Τσαρούχη, του Γκίκα, όλων των μεγάλων.

Η εκδρομή
Τις πρώτες δεκαετίες η εκδρομή στην Επίδαυρο για την παράσταση του Εθνικού είναι ένα μεγάλο γεγονός για τους Αθηναίους. Μαντό σαρτρέζ και τοκ σχολιάζονται και συγκρίνονται μετά μανίας. Άσπρα γαντάκια ανεμίζουν τα προγράμματα μπας και δροσίσει. Κύριοι ισιώνουν την τσάκιση του κοστουμιού τους. Γυαλιά-πεταλούδα ανασηκώνονται για να χαιρετιστούν τα βλέμματα. Οι ρενάρ είναι περιττές μέσα στον Αύγουστο, αλλά τόσο απαραίτητες, αγάπη μου. Οι Ληγουριώτες καταφτάνουν με τραγιάσκα, οι Αθηναίοι κρατώντας μικρά τσαντάκια από Velcro, ενθύμιον του τουριστικού γραφείου τάδε. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, κομψότατος με τα άσπρα λόαφερ του, καταφτάνει με την ωραιοτάτη σύζυγό του Αμαλία. Η Μελίνα με μαντίλι στα μαλλιά, ο Τζούλης με ένα πουλόβερ στους ώμους, μυρίζουν Ευρώπη. Η Συνοδινού πάντα μαζεύει τον καλό κόσμο. Ως «Ηλέκτρα» το ’61 συγχαίρεται από την Τζάκι Κένεντι, τον Κουρτ Γιούγκενς, ενώ η Μελίνα χειροκροτά ως τρελή.
Κάλλας
Την επόμενη χρονιά στην «Ελένη», στα καμαρίνια η Καρέζη, ο Τσάτσος, ο Καραμανλής, ο Ψαθάς. Και βέβαια η Κάλλας. Μετά την αποθέωσή της στο εξωτερικό η ντίβα γυρνά την πλάτη της στον «επαρχιώτικο» λυρικό κύκλο που την αμφισβήτησε και την ειρωνεύτηκε για το πάχος της. Τραγουδά στην Ελλάδα μόνο δύο φορές και αυτές στην Επίδαυρο. Το ’60 με τη «Νόρμα» και το ’61 με τη «Μήδεια». Πριν τη Νόρμα» απαίτησε από τον τότε γενικό διευθυντή της Λυρικής Σκηνής δύο πράγματα; το ίδιο κασέ που έπαιρνε στα μεγάλα θέατρα του κόσμου —το οποίο και πήρε— και να μην υπάρχει ούτε ένας Έλληνας στο καστ. Χρειάστηκε να ιδρώσει για να την πείσει να δεχτεί την Κική Μορφονιού και τη Σόφη Γλαντζή στο καστ και φυσικά την ορχήστρα της Ε.Λ.Σ. Η «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Μινωτή, σκηνικά-κοστούμια Τσαρούχη και χορογραφία Χορς συγκεντρώνει την κρεμ ντε λα κρεμ.
Στην πρώτη σειρά ο Κωνσταντίνος με την Άννα-Μαρία, δίπλα η όμορφη Ειρήνη. Η Αμαλία Μεγαπάνου-Καραμανλή τα λέει με την κυρία Κανελλοπούλου. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος με τον πρίγκιπα Μιχαήλ. Πίσω τους ο κύριος Ξενοφών Ζολώτας με την ωραιοτάτη σύζυγό του. Το ζεύγος Σοφοκλή Βενιζέλου καταφτάνει με τον κύριο Μποδοσάκη. Ο μικροσκοπικός Κωνσταντίνος Τσάτσος κάθεται δίπλα στην τεράστια Έλσα Μάξγουελ. Η μεγαλύτερη κουτσομπόλα της ιστορίας θα τα πει στο διάλειμμα με την Κατίνα Παξινού – παλιές γνώριμες από τα χολιγουντιανά στούντιο. Είναι αμφότερες ντυμένες καναπέδες με στόφες ξέφρενα λουλουδάτες. Η Μαρία δεν φαίνεται κάπως απόμακρη; Η τέλεια ηχητική της Επιδαύρου είχε κατά την Κάλλας μόνο έναν εχθρό. Πριν την παράσταση στέλνει ανθρώπους να μαζέψουν τα φλύαρα τζιτζίκια.
Πολιτική σφυγμομέτρηση
Η Επίδαυρος ήταν η πρώτη AGB της Ελλάδας, πριν ακόμη εφευρεθούν οι δημοσκοπήσεις. Οι πολιτικοί μάλλον ηθελημένα καθυστερούσαν την άφιξή τους λίγα μόλις λεπτά πριν την έναρξη της παράστασης, όταν όλοι οι θεατές είχαν καθίσει και μπορούσαν να τους δουν καθαρά να φτάνουν. Η ένταση των χειροκροτημάτων ήταν ένα πρώτο δείγμα της επόμενης κυβέρνησης.
Όταν το ’80 η Μελίνα έπαιξε με το Τέχνης «Ορέστεια», δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο. Όλο το ΠΑΣΟΚ την τίμησε και από την απήχηση του κόσμου έγινε σαφές ότι οι επόμενες εκλογές ήταν δικές του. Ο «Φιλοκτήτης» του Κούρκουλου συγκέντρωσε επίσης όλους τους κοσμικούς.
Γιουχαρίσματα
Υπήρξαν και οι παταγώδεις αποτυχίες. Το 184 στην «Άλκηστη» του ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία Χουβαρδά, ο κόσμος αντέδρασε, ενώ η Συνοδινού αποχώρησε από τις κερκίδες διασχίζοντας την ορχήστρα διαμαρτυρόμενη φωναχτά. Η «Αντιγόνη» του Ρεμούνδου, οι «Βάκχες» με το γυμνό του Χατζησάββα και ο «Οιδίπους Τύραννος» των Καζάκου-Καρέζη ήταν οι παραστάσεις με τα περισσότερα γιούχα. Μάλιστα λίγο μετά απ’ αυτή την τελευταία παράσταση, ο Μινωτής προετοιμάζεται στα καμαρίνια για μια παράσταση. Ο ιστορικός περουκατζής του Εθνικού Σκένδρος του κολλάει τα γένια, ενώ ένας συνάδελφος του διηγείται πως στη συγκεκριμένη παράσταση η εξάγγελος Άννα Μακράκη ανάβει τσιγάρο αφού αναγγείλει τον θάνατο της Ιοκάστης. Ο Μινωτής γίνεται έξαλλος. Σηκώνεται και φωνάζει: «Να επέμβει εισαγγελέας, ο θάνατος της Ιοκάστης δεν ήταν ατύχημα». Γιατί θεωρούσε ότι το τσιγάρο έτσι το ανάβεις, όταν ακούσεις κάποια φοβερή ατυχία, ρε γαμώτη.

Ο Μινωτής ήξερε να λέει τα πιο νόστιμα και τα πιο κακιασμένα. Όταν στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» στην πρόβα η Σοφία Κακαρελίδου ως Ισμήνη βγαίνει ουρλιάζοντας, εκείνος τη νουθετεί: «Σιγά, παιδί μου, ο Οιδίποδας τυφλός είναι, όχι κουφός». Στην ηθοποιό, που προέρχεται από θεατρική επιτυχία και πηγαίνει και του συστήνεται, λέει «δεν είμαι εδώ» και φεύγει.
Ευτράπελα
Η Επίδαυρος είναι λένε η λυδία λίθος των ηθοποιών. Εδώ μετριούνται οι τεχνικές και οι δυνάμεις. Η ίδια η Επίδαυρος, όπως την περιγράφουν όλοι οι ηθοποιοί που έχουν περάσει από εκεί, συνοψίζεται στο μικρό μονοπάτι που ενώνει τα καμαρίνια με τη σκηνή. «Εκεί ακούς μόνο την καρδιά σου και τον χαρακτηριστικό γκιώνη της Επιδαύρου, το πουλί που τραγουδά τα βράδια. Αυτό είναι η Επίδαυρος, αυτό το μονοπάτι του δέους». Το τρακ είναι τις περισσότερες φορές μεγάλο.
Σε παράσταση του ΚΘΒΕ η κορυφαία χορού στην πιο τραγική στιγμή πρέπει να πει «Θα κράξω πασίχαρης». Η κακιά η ώρα κάνει τα σύμφωνα αχταρμά και το «Θα κλάσω πασίχαρης» προκαλεί ξεκαρδίσματα της κερκίδας. Η κυρία Συνοδινού ως «Εκάβη» ενοχλείται από ακρίδες, τις οποίες καταδιώκει αποφασιστικά. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ στη γενική των «Τραχινίων» πρέπει να πει «Είμαι ο Ηρακλής, ο γιος της Αλκμήνης», ξεχάστηκε και είπε την αλήθεια: «Ο Ηρακλής, γιος κυρά Λένης από Κρανίδι». Η Νέλλη Αγγελίδου το ’88 στις «Φοίνισσες», με τον Μινωτή, ως Ιοκάστη ξεκινούσε τον μονόλογό της με τη λέξη «Ήλιε». Κάποιος από κάτω φωνάζει, «του ΠΑΣΟΚ», αυτό ήταν. Πήδηξε τέσσερις σελίδες κείμενο. Στην «Ορέστεια» του ’80 με το Τέχνης η Μελίνα ως Κλυταιμνήστρα υποδέχεται τον Χρήστο Καλαβρούζο. Πρέπει να του βγάλει τα σανδάλια. Το ένα το καταφέρνει, το άλλο τραβάει, τραβάει, δεν μπορεί. Ο Αγαμέμνονας είναι στην υπόλοιπη σκηνή μονοσάνδαλος. Ο συγχωρεμένος Χατζημάρκου παθαίνει πατατράκ στους ιστορικούς «Πέρσες» ως φάντασμα Δαρείου, όταν του κολλά η μασέλα. Λέει τα λόγια του συρικτά. Στην «Ορέστεια» ο αγγελιοφόρος Περικλής Καρακωσταντόγλου πρέπει να βγει από συρόμενες πόρτες στο σκηνικό του Φωτόπουλου. Όμως ο μανδύας πιάνεται στην πόρτα και αναγγέλλει τον θάνατο του Αίγισθου σκαλωμένος. Και βέβαια, ήταν τραγική ειρωνεία όταν ο Τσακίρογλου το ’93 ως Προμηθέας – στην παράσταση του Αμφιθεάτρου έλεγε «Εγώ έφερα φωτιά», ενώ το απέναντι βουνό καιγόταν από τη μεγάλη πυρκαγιά εκείνου του καλοκαιριού. Το θέατρο της Επιδαύρου παρέμεινε για είκοσι χρόνια μια κλειστή υπόθεση του Εθνικού.
Ούτε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος δεν μπορούσε να το πλησιάσει. Μόλις το ’75 μπόρεσε ο Κουν να πατήσει τα ιερά του χώματα με τους «Όρνιθες», την ίδια παράσταση που όταν παρουσιάστηκε το ’59 στο Ηρώδειο, το ίδιο το φεστιβάλ βίαια ακύρωσε τη συνέχειά του. Όλοι, ακόμη και ο πρωτοποριακός Άλκης Θρύλος, δήλωναν σοκαρισμένοι από τις σύγχρονες αναφορές σε βάσεις, πυραύλους, πυραυλοκίνητα, Αϊνστάιν, Μάου-μάου. Ο Κουν χαρακτηρίστηκε τεντιμπόι και πλέον ο μεγάλος γελοιογράφος Φωκίων Δημητριάδης θα σκιτσάρει τον τότε αρμόδιο υπουργό Τσάτσο πάντα με μια κότα δίπλα. Ο μαθητής του, όμως, Αλέξης Σολωμός, αυτόνομος πια, θα αναβιώσει στην Επίδαυρο τον Αριστοφάνη ανεβάζοντας εκεί το από τις 11 κωμωδίες του. Το ’75 οι εφημερίδες αναγγέλλουν το νέο με την ίδια θριαμβολογία που ανήγγειλαν το πάτημα του ανθρώπου στο φεγγάρι και 30.000 άνθρωποι σπεύδουν στην Επίδαυρο —ρεκόρ που ισοφαρίζει εκείνο της Κάλλας. Οι ντόπιοι παρακολούθησαν μάλλον έκπληκτοι το άνοιγμα της Επιδαύρου στους ελεύθερους θιάσους. Οι μοντερνισμοί τούς άφηναν τουλάχιστον αμήχανους.
Φαγητό
Μέχρι τότε οι Επιδαυριώτες αναγνώριζαν τους λίγους του Εθνικού που ζούσαν σχεδόν όλο το καλοκαίρι στην Επίδαυρο. Οι ηθοποιοί έπαιρναν το λεωφορείο του θεάτρου, τη θρυλική Μαρμάρω (μαρμάρωνε κάθε τόσο) για να κατέβουν στο χωριό. Οι πιο φτασμένοι και οικονομικά άνετοι έτρωγαν στη Μουριά ή στα Κλήματα. Οι πιο φτωχοί πήγαιναν στο μοναδικό ειστιατόριο του Ληγουριού που ξενυχτούσε. Κι έτσι κάπως γεννήθηκε ένας τοπικός θρύλος.
«Η μεγαλύτερη σχολή δημοσίων σχέσεων» είναι ό,τι αποκαλεί ένας έμπειρος της Επιδαύρου την ταβέρνα του Λεωνίδα. Πάντα μετά τη γενική πρόβα, ο Ροντήρης, ο Σολωμός, ο Μουζενίδης περίμεναν με ανυπομονησία να ακούσουν την κρίση ενός μόνο ανθρώπου: ο Λεωνίδας Λιακόπουλος είναι ο άνθρωπος που η γνώμη του μετράει. Έχει δει άπειρες παραστάσεις, μυρίζεται πια τις επιτυχίες με την ικανή όσφρηση που του λέει αν η μπεσαμέλ θα έχει σήμερα σουξέ.
Όλο τον χειμώνα τα τραπέζια περιμένουν υπομονετικά να τα ξεσκονίσουν, να τα ξαναστρώσουν, να αραδιαστούν πάνω τους κεφτέδες και μακαρονάδες μπολονέζ που θα προκαλούν ανείπωτους καβγάδες ανάμεσα στα ιερά τέρατα του αρχαίου δράματος σχετικά με το ποιος κοζάρισε πρώτος την τελευταία άδεια καρέκλα. Οι τοίχοι του «Λεωνίδα» τα ‘χουν ακούσει όλα. Πρόπερσι, μετά τον «Ορέστη» του Τέχνης, στήθηκε εδώ ένας τρικούβερτος καβγάς ανάμεσα στον Κιμούλη και τον Διονύση Φωτόπουλο, με αφορμή έναν άλλο τσακωμό του Κιμούλη με τον Μυταρά. Ιστορίες αμέτρητες. Ένα βράδυ η Μαίρη Αρώνη ζητούσε επίμονα από τον μαγαζάτορα ένα κιουρντάν (η οδοντογλυφίδα γαλλιστί). Αφού το είπε πολλές φορές, ο Λεωνίδας απελπισμένος απαντά, «να σας φέρω μια σοκολατίνα; Είναι πιο φρέσκια».
Διαμονή
Σήμερα το «Ξενία» δεν λειτουργεί πια. Και μερικοί δεν στεναχωρήθηκαν ιδιαίτερα. Οι σαν χαρτί τοίχοι δεν επέτρεπαν βαθύ ύπνο. Όλο το ξενοδοχείο είχε ακούσει πόσο ερωτευμένοι ήταν η Μιμή και ο Τρίτσης. Πιο παλιά οι του Τέχνης έμεναν στο «Άβατον». Σήμερα η χρυσή γενιά της Μιρέλλας δημιουργεί τα δικά της κλισέ. Ο Άλκις, ο Κόκλας, ο Μαρκουλάκης μένουν στο αμφιβόλου κατηγορίας «Hotel Tasos». Κάθε παράσταση στην Επίδαυρο, μου λέει ένας γνωστός Ορέστης, είναι ένα δράμα σε τρεις πράξεις: Η πρώτη παίζεται στο θέατρο, η δεύτερη στον «Λεωνίδα» και η τρίτη στην ντίσκο.
Ντίσκο CAPACI
Ο Λαζάνης έχει σταθεί στις πορτοκαλιές κάτω από την ταμπέλα CAPACI, δεν γνωρίζει αγγλικά, διαβάζει βυζαντινά σίγμα και μένει με την απορία: «Μα τι σόι όνομα είναι το “σαράκι” για ντισκοτέκ;» Παρ’ όλα αυτά διαβαίνει το κατώφλι του θρυλικού «Καπάκι». Το μικρόβιο οι ηθοποιοί το κόλλησαν από τότε που ο Ηλίας κρατούσε το εστιατόριο στον οικισμό του Πητίδη, όπου πήγαιναν τα μεσημέρια για στραπατσάδες. Το πάρτι άρχισε το 1982. Οι ντόπιοι ακουμπάνε στο μπαρ και χαλαρώνουν. Ξέρουν ότι αν έχει «Θεσμοφοριάζουσες» ή κάποιο άλλο έργο με μεγάλο γυναικείο Χορό, θα πλεχθούν ίντριγκες, θα γίνει πολύ καμάκι, θα περάσουν καλά. Αν έχει παράσταση το Τέχνης, με τους ηθοποιούς του φοβερά καταπιεσμένους από την πειθαρχία του Κουν, θα γίνουν μεγάλα σπασίματα. Μέσα στο «Capaci» μπορούσες να δεις τον Στάιν δίπλα στον Στάθη Ψάλτη. Η Καρέζη και ο Καζάκος χόρευαν το «Ρούσα Παπαδιά» και ο Κουγιουμτζής παρακολουθούσε. Ο ιδιοκτήτης Ηλίας Τζαβέλας άνοιγε κιβώτια σαμπάνιες, και όχι τις ψεύτικες ιταλικές που ανοίγει σήμερα, αλλά Dom Perignon. Ο Φωτόπουλος έχει πάντα τη θέση του, που του επιτρέπει να σκανάρει όλο τον χώρο (η πληροφορία είναι πάντα χρήσιμη). Μετά τις «Φοίνισσες», ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ο Δημήτρης Λιγνάδης και η Εύα Νάθενα εκτελούν σε άψογη χορογραφία το «Αβάντι Ντο Φα Φα» που είχαν κάνει πρόβα στο σπίτι του Φωτόπουλου υπό το κριτικό βλέμμα του Τάκη Διαμαντόπουλου. Οι βραδιές στο «Capaci» κλείνουν με Παβαρότι ή το «Δηλητήριο» του Καρρά και τους τραγωδούς να παραπατάνε πάνω στις σαμπάνιες καθώς οδεύουν στο χωριό για μπουγάτσες. Όσοι δεν πάνε να αγαπηθούν στις γύρω παραλίες. Οι πορτοκαλιές στην Επίδαυρο κρατάνε μυστικά.