Garbage στο Rockwave, Matrix στο σινεμά, ο Γιαννούλης στην Άνδρο και άλλες εικόνες από το καλοκαίρι του 1999
Η Λορένα Μπερνάλ, Μις Ισπανία 1999 στην Αθήνα τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς © Photo by Gianni Ferrari/Cover/Getty Images

Garbage στο Rockwave, Matrix στο σινεμά, ο Γιαννούλης στην Άνδρο και άλλες εικόνες από το καλοκαίρι του 1999

Τι θυμάστε από το τελευταίο καλοκαίρι του προηγούμενου αιώνα και πόσα έχουν αλλάξει σήμερα; Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Περιόδος 2η, Τεύχος 13, Σεπτέμβρης 1999

Κείμενο: Φώτης Γεωργελές

Παρασκευές, μεσημέρια στην Πειραιώς. Μποτιλιάρισμα και σφήνες ανάμεσα σε λεωφορεία και φορτηγάκια, παρκάρισμα στη μέση του δρόμου στο λιμάνι. Προλαβαίνεις πάντα όταν η σκάλα έχει αρχίσει να σηκώνεται. Ανεβαίνεις λαχανιασμένος, μετά βαθιές ανάσες να πέσει η αδρεναλίνη, ενώ το ανησυχητικό τικ-τακ στα μηνίγγια συνεχίζεται για λίγη ώρα ακόμα.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Ένας πλοίαρχος που ξέρει: «Είσαι σίγουρος ότι σου κάνουν καλό αυτά τα ταξίδια κάθε Παρασκευή, με τόσο άγχος;».

Τα Σαββατοκύριακα των Αθηναίων. Κάθε Παρασκευή, αγώνες δρόμου με το ρολόι. Τεσσερισήμισι, πεντέμισι, οι ώρες που πρέπει να έχεις φτάσει στη Ραφήνα, στον Πειραιά. Μικρά εγκεφαλικά με πρώτη και δευτέρα. Μετά όμως έρχεται η θάλασσα και η μυρωδιά της, και ξεχνάς τα πάντα.

Στου Γιαννούλη, στην Άνδρο, τρως το καλύτερο ντόπιο τυρί και τους καλύτερους κεφτέδες. Τα τραπέζια μαζεύει ένας παππούς, Ρωσοπόντιος από την Τασκένδη. Μια μέρα, σ’ ένα τραπέζι, κάθισε ένας άλλος ηλικιωμένος, Κύπριος του Λονδίνου. Έπιασαν κουβέντα και, όπως πήγαιναν από τις στέπες στο Τραφάλγκαρ κι απ’ τη Βρετανία στη Γεωργία, με τα όμορφα, παράξενα ελληνικά τους, τα σύνορα χάθηκαν και έμεινε μόνο η παράξενη περιπέτεια της ελληνικής γλώσσας, που ταξιδεύει στον πλανήτη, περιπλανιέται και ριζώνει παντού, που ακούγεται πιο ωραία όταν δεν φυλακίζεται σε μικρά, φοβισμένα όρια.

Η «Αφροδίτη» για τις σεζλόνγκ της πρώτης σειράς, η «Αθηναία» για τις τυρόπιτες, η «Δεξαμενή» για τα παγκάκια, το «Σινέ Ψυρρή» για το εστιατόριο από πάνω και το μικρό γατάκι που μπερδεύεται στα πόδια σου. Τα καλοκαιρινά βράδια στην Αθήνα, μέσα στα θερινά σινεμά, με ποπ κορν στο χέρι και κλειστά κινητά.

Μετά, στο «Mamaca’s», κεφτεδάκια πάντα, γιατί αρέσουν στα αδέσποτα που περνάνε τη μουσούδα τους από τα κάγκελα και περιμένουν να μοιραστούν τη μερίδα σου ήρεμα, γιατί ξέρουν ότι το μαγαζί κι όσοι τρώνε εκεί είναι δικοί τους άνθρωποι.

Κυρίως μ’ αρέσει γιατί ο Γιώργος κι ο Αντρέας είναι φίλοι μου, γιατί είναι έτσι όπως θα ‘πρεπε να είναι αυτοί που ανοίγουν τα μπαρ και αυτή η πόλη τούς χρωστάει πολλά, όπως τους χρωστάνε και όλοι αυτοί που μεγάλωσαν, ζαλίστηκαν και μέθυσαν και ερωτεύτηκαν δίπλα στις πίσω κολόνες του «Rock ‘n’ Roll».

Ciega Sordomuda. Ο ύμνος του καλοκαιριού, λατινοαμερικάνικο, γεμάτο πάθος, ρυθμό, ταξίδια και τη φωνή της Shakira, που στην άλλη της ζωή θα ‘ταν «μπαντίτα». Τις δύσκολες μέρες έκλεινα τα τζάμια, ανέβαζα το volume στο τέρμα, πάταγα γκάζι και, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, πέρναγα τα σύνορα του Ρίο Γκράντε και έμπαινα στο Μεξικό, που κανείς δεν με ξέρει, και κρυβόμουνα σε ένα μικρό χωριό, δίπλα στο ποτάμι, μέχρι να περάσει η μπόρα. Οι συνοριακοί δεν προλάβαιναν καν να βγουν απ’ το φυλάκιο· έβλεπαν μόλις τη σκόνη μου. Hasta la vista, babe. Μετά μ’ έπιανε το φανάρι στον Φάρο Ψυχικού και το ‘βαζα απ’ την αρχή.

Το «Balthazar» έχει στη μέση της αυλής ένα πεζούλι με δέντρο και τα μπαρ γύρω γύρω κι, αν ξεχαστείς λιγάκι, νομίζεις ότι είσαι στην πλατεία ενός χωριού. Στην πόρτα δεν έχει μπράβους, σου χαμογελάνε, δεν βρίσκεις να παρκάρεις, αλλά έτσι η είσοδος δεν μοιάζει με έκθεση αυτοκινήτων. Μέσα βρίσκεις αυτούς που θέλεις και δεν θέλεις να δεις, μιλάνε σιγανά και είναι όλοι μαυρισμένοι και όμορφοι. Κυρίως μ’ αρέσει γιατί ο Γιώργος κι ο Αντρέας είναι φίλοι μου, γιατί είναι έτσι όπως θα ‘πρεπε να είναι αυτοί που ανοίγουν τα μπαρ και αυτή η πόλη τούς χρωστάει πολλά, όπως τους χρωστάνε και όλοι αυτοί που μεγάλωσαν, ζαλίστηκαν και μέθυσαν και ερωτεύτηκαν δίπλα στις πίσω κολόνες του «Rock ‘n’ Roll».

Κυριακή πρωί στα πρακτορεία Τύπου της Άνδρου, της Πάρου, της Κύθνου, της Μυκόνου, της Σύρου. Οι «εξαρτημένοι» του Τύπου παρκάρουν βιαστικά και βγαίνουν σε λίγο με τον πάκο τις κυριακάτικες στα χέρια. Τους κοιτάζω με μια γλυκιά ειρωνεία και αυτοοικτιρμό, αφού κι εγώ περιμένω τη σειρά μου. Η ίδια εικόνα Παρασκευή μεσημέρι στο μεγάλο περίπτερο της Ραφήνας, μόνο που εδώ ο πάκος στα χέρια περιλαμβάνει και περιοδικά. «Βήμα» και «Καθημερινή», οι εφημερίδες που άλλαξαν τις συνήθειες των Ελλήνων, θα τους κάνουν σιγά σιγά να διαβάζουν πρωινές εφημερίδες, γιατί είναι οι καλύτερες. Τα «Πρόσωπα» κάθε Σάββατο, το περιοδικό των «Νέων» και το «NPQ», επειδή μ’ αρέσουν, και στον δρόμο, αν είμαι τυχερός και πέσω πάνω σε κάποιον που το πουλάει, τα «Δρομολόγια», το εφημεριδάκι των αστέγων της Αθήνας, γιατί πρέπει.

Νύχτες με ζέστη και κλειστό air condition για την ατμόσφαιρα. Τα ματς του Κόπα Αμέρικα, γιατί ποδόσφαιρο σημαίνει αυθάδεια λατινοαμερικάνικη.

Νύχτες με ζέστη και air condition αναμμένο. CNN στην τηλεόραση. Ακτοπλοϊκά κάνουν συνέχεια έρευνες στον παγωμένο ωκεανό, εκεί που ένα Πάιπερ Σαρατόγκα εξαφανίστηκε. Ο Τζον Τζον δεν είναι πια ο «sexiest man in the world». Οι μαγικοί μύθοι τρέφονται με θάνατο. Η μεγαλύτερη πολιτική δυναστεία του αιώνα τελειώνει μαζί του.

Κυψέλη, απόγευμα γύρω στις οκτώμιση με εννιά, Κύπρου, Σκοπέλου, Ευβοίας, το Αρχιπέλαγος της Κυψέλης του Βοκάκιου. Πρώτη φορά παρατηρώ πως οι δρόμοι είναι γεμάτοι αυτοκίνητα «’705», απ’ αυτά που δεν κυκλοφορούν πια, αποσύρθηκαν. Είναι τα αυτοκίνητα των ξένων, έβδομοχέρι, ερείπια, αυτά που στο Παρίσι τα ‘λεγαν «μπανιόλ μπουνιούλ», μιγάδικα, και είχαν μόνο οι μαύροι και οι ξένοι φοιτητές και στα μπλόκα σε σταμάταγαν και σου ‘λεγαν: «Δεν έχεις φώτα φρένων, δεν φοράς ζώνη, δεν έχεις περάσει έλεγχο καυσαερίων. Γιατί δεν γυρνάς στη χώρα σου;». Φαντάζομαι πως θα εκνευρίζονται οι ιθαγενείς Κυψελιώτες όταν βλέπουν αυτά τα ερείπια με τις μαύρες φάτσες μέσα και το κασετόφωνο στη διαπασών. Όμως εγώ, καθώς τα κοιτάζω, νιώθω μόνο νοσταλγία. Ξέρω τη χαρά αυτών που τα έχουν και δεν με νοιάζει καθόλου που είναι ερείπια.

Ένα μανάβικο διανυκτερεύον στην Αγίου Μελετίου. Μπανάνες και πορτοκάλια για το πρωινό, αγορές στις τρεις τη νύχτα. Ένα σούπερ μάρκετ στη Σκουφά που αργεί να κλείσει. Προλαβαίνω λίγο πριν κατεβάσει τα ρολά. Μέσα, μια όμορφη ηλικιωμένη γυναίκα ψωνίζει μια κονσέρβα, ένα νερό, ένα μπουκάλι ουίσκι. Τριγυρίζει στα ράφια με μια ρόμπα και ένα τσιγάρο στο στόμα. Κανείς δεν διανοείται να της πει να βιαστεί. Οι Αθηναίοι του κέντρου.

Το άλλο βράδυ, στον Άγιο Κοσμά, Patty Smith και Garbage στο Rockwave. Κοιτάζουν όλοι στην πίστα την Patty να τραγουδάει. Εγώ, στραμμένος ανάποδα, κοιτάζω τον κόσμο που χορεύει με σηκωμένα χέρια. Στους άσπρους προβολείς, μέσα στο σκοτάδι, φαίνονται μόνο υψωμένα χέρια και νεανικά πρόσωπα. Ξαφνικά είμαι πολύ χαρούμενος που 15 χιλιάδες νέοι άνθρωποι αυτής της πόλης είναι μαζεμένοι γύρω μου. Στη σκηνή η Patty Smith τραγουδάει το «People Have the Power» και υψώνει τη γροθιά. Κοιτάζω κάτω. Σηκώνουν όλοι τα χέρια και τα κουνάνε. Στη σκηνή η γροθιά της 52χρονης, κάτω τα χεράκια. Δεν την πρόλαβαν τη γροθιά αυτοί· είναι ένα pre-generation X τικ. Με πιάνουν τα γέλια. Δεν πειράζει καθόλου, σκέφτομαι. Το ίδιο είναι. Βρίσκω τον Λώρη της DD Music. «Μια χαρά είναι», του λέω. Γελάει. «Αρχηγός της περιφρούρησης είναι ο Κουτσούμπας, το ξέρεις;». Γελάω κι εγώ. Κοιτάζω την Patty Smith στη σκηνή που τα δίνει όλα. Έχουμε καιρό, σκέφτομαι. Όμως οι παλιές δεκαετίες είναι μόνο για νοσταλγία. Προτιμώ τα χρόνια που ζω, το σήμερα. Έτσι, σε λίγες μέρες, το αστρικό πλοίο «Λυκαβηττός», με 6.000 αστροναύτες μέσα, απογειώνεται στο μέλλον, με μουσική υπόκρουση Massive Attack, «Teardrop».

Βρίσκω τον Λώρη της DD Music. «Μια χαρά είναι», του λέω. Γελάει. «Αρχηγός της περιφρούρησης είναι ο Κουτσούμπας, το ξέρεις;». Γελάω κι εγώ. Κοιτάζω την Patty Smith στη σκηνή που τα δίνει όλα.

Όταν η Μπαλού, το πιο γνωστό σκυλάκι του πεζόδρομου της Χάρητος και του Ντόλτσε, έπεσε και χτύπησε, έπαθε παράλυση των άκρων. Την ξεγράψαμε. Αυτή αρνήθηκε. Άρχισε σιγά σιγά να περπατάει κουτσαίνοντας. Άνοιγαν τα πόδια της κι έπεφτε μπρούμυτα. Μετά περπάταγε καλύτερα, μετά άρχισε να τρέχει και να πηδάει. Έγινε το θαύμα. Ήταν όπως πριν. Την παρακολουθούσαμε με αγωνία όλοι κάθε Τρίτη. Ο αγώνας της είχε γίνει δικός μας. Όταν έγινε πάλι τελείως καλά, ήταν σαν να μας είχε χαρίσει άλλη μια ζωή. Ήμαστε ευτυχισμένοι. Η νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο, λέγαμε. Ο θάνατος όμως έχει τους δικούς του λογαριασμούς. Αλλάζει στόχο, έχει τον δικό του τρόπο να σε κάνει να νιώθεις ανίσχυρος. Κι όταν αυτοί που μεγάλωσες μαζί τους φεύγουν ξαφνικά, σταματάει απότομα το καλοκαίρι. Καλοκαίρι ’99. Ένα άσπρο σκυλάκι, ένα ποτήρι βότκα, η φράση «Τάκης, δυο απ’ το χέρι», ένα μηχανάκι. Γεια σου, Τάκη.

Massive Attack

Βιβλία στην παραλία των νησιών, με άμμο ανάμεσα στις σελίδες, βρεγμένα, τσαλακωμένα. Ο ήλιος σε χτυπάει στο κεφάλι. «Φεύγουμε;». «Όχι, λίγο ακόμα. Έχω μόνο άλλες 20 σελίδες». Τι ωραία τα βιβλία που δεν μπορείς να τα σταματήσεις, που τα διαβάζεις σαν πεινασμένος και, όταν φτάσεις στο τέλος, σηκώνεις τα μάτια σου και έχει ξημερώσει.

Στην «Πεταλούδα της Σιβηρίας» του Robert Littell, ένας Ρώσος, ο Λέμουελ, συναντάει μια Αμερικάνα, τη Ρέιν, και όλα αναστατώνονται από μια ιστορία αγάπης που ενώνει δυο κόσμους, δυο ζωές, δυο σκέψεις διαφορετικές που γίνονται ένα, κάτι καινούργιο. Στους «Νόμους των Πατέρων μας» του Scott Turow, η γενιά των ’60s, αφού τα ‘βαλε με το Βιετνάμ, το σύστημα, τους «κακούς», έφτασε η ώρα να απομυθοποιήσει και τον εαυτό της. Στο «Περού» του Μισέλ Μπορντό, ένας Γάλλος γνωρίζει τον έρωτα με μια δεκατετράχρονη Λατινοαμερικάνα, σε ένα από τα πιο αισθησιακά βιβλία της χρονιάς. Στη «Σρεμπρένιτσα», από τις εκδόσεις Carthago, και στη «Δολοφονία της Γιουγκοσλαβίας» του Λ. Χατζηπροδρομίδη, όσοι θέλουν θα μάθουν και θα καταλάβουν πολλά για τον εγκληματικό, ηλίθιο εμφύλιο που διέλυσε μια χώρα και την έστειλε στον μεσαίωνα των εθνικισμών. Όσοι δεν θέλουν, ας συνεχίσουν να διαβάζουν τα φερέφωνα του Μιλόσεβιτς. Όμως στο «Άνοιγμα της Μύτης» της Άντζελας Δημητρακάκη κάπου μιλάνε για μένα και έτσι αυτό ήταν το αγαπημένο μου βιβλίο αυτό το καλοκαίρι.

Επίσης, όταν έχεις φίλους που γράφουν, είσαι πολύ τυχερός. Καμιά φορά διαβάζεις πριν από τους άλλους και χαίρεσαι μόνος σου γι’ αυτές τις σελίδες που σε λίγο θα γίνουν βιβλία και θα τα ξεφυλλίζουν χιλιάδες χέρια. Τα νέα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου και του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, λοιπόν, είναι έτοιμα και πολύ ωραία. Ετοιμαστείτε.

Σε μικρά δρομάκια στα νησιά, σε νοικιασμένα αυτοκίνητα συνήθως, σε ξεχαρβαλωμένα ραδιόφωνα, ψάχνω τον ΚΛΙΚ FM πάντα μόλις μπω, να τσεκάρω τη συχνότητα. Μετά ησυχάζω κι αλλάζω, ψάχνω τοπικούς σταθμούς, τι λένε στη Σύρο. Μ’ αρέσουν οι φωνές που δεν είναι ακόμα επαγγελματικές. Δέκα παρά τέταρτο με δέκα θυμάμαι πάντα και γυρνάω ξανά στο ΚΛΙΚ, το 15λεπτο σόου Γιάννη Νένε – Νίκου Μουρατίδη κάθε βράδυ, για να μου φτιάξει το κέφι. «Give You All the Love», Mishka, κι αυτό μ’ αρέσει.

Στην Αθήνα, τηλεόραση χωρίς ήχο τις νύχτες, στα ακουστικά Leftfield και στην οθόνη μπερδεμένα σώματα, ανοιχτά στόματα. Δεν ακούγονται οι κραυγές. Το βραδινό πορνό του Filmnet σαν μαγικές εικόνες. Σε λίγη ώρα τα μάτια μου δεν το βλέπουν, τα αυτιά μου δεν ακούν το CD. Όλα γίνονται ντεκόρ για να σκέφτομαι κάτι άλλο, τρίτο.

Ιατρικό Κέντρο, με αγωνία, τραβηγμένα πρόσωπα. Το προσωπικό μας νοσοκομείο, έτσι όπως είναι δίπλα στο περιοδικό. Κάθε λίγο κάποιος χτυπάει, κάποιος πέφτει απ’ τη μηχανή, κάποιο τρακάρισμα, κάποιος ξαφνικά βγάζει δόντια, κάποια προσπερνάει αντικανονικά, κι εμείς όλοι εκεί, κάθε φορά για άλλον. Θα μας έχουν μάθει οι άνθρωποι, θα βγάλουν κάρτα διαρκείας στο ΚΛΙΚ. Τους συνηθίσαμε, τους συμπαθήσαμε, αλλά προτιμώ να μην τους βλέπω τόσο συχνά.

Το βραδινό πορνό του Filmnet σαν μαγικές εικόνες. Σε λίγη ώρα τα μάτια μου δεν το βλέπουν, τα αυτιά μου δεν ακούν το CD.

Προτιμώ μια βόλτα στο Continent, το καινούργιο παιχνίδι της γειτονιάς μας, με το καρότσι να κάνω βόλτες και να χαζεύω και, στο τέλος, φωτογραφίες στο αυτόματο, γκριμάτσες και σακούλες, στον παιχνιδότοπο των μεγάλων παιδιών που είναι τα σούπερ μάρκετ.

Όταν κουραστώ να γράφω, θα γίνω επιχειρηματίας. Θα πάρω ένα μικρό label και θα το κάνω την πιο διάσημη φίρμα του κόσμου. Θα μπούμε στη Γουόλ Στριτ. Θρίαμβος. Επειδή αυτό δεν θα συμβεί, δυστυχώς το ξέρω, έχω δυο καλοκαιρινές «προτάσεις για αγορά», που γράφουν και στις ροζ σελίδες. Τα καλύτερα καλοκαιρινά ελληνικά προϊόντα, έτοιμα για διεθνή καριέρα: παγωτά Δωδώνη, αναψυκτικά Γεράνι Χανίων, ιδίως η γκαζόζα. Οι απόλυτες γεύσεις. Μιαμ.

Μια εικόνα ακόμα, που μου φτιάχνει το κέφι πάντα όταν τον βλέπω: ο Στέλιος πάνω στη μηχανή με το καλάθι. Η εκπομπή του Κούλογλου στη ΝΕΤ ξεχωρίζει πάντα και η κοινή εκπομπή του τουρκικού καναλιού NTV και της ελληνικής ΝΕΤ, με οικοδεσπότη τον ίδιο, ήταν από τα πιο χρήσιμα και προοδευτικά γεγονότα που συνέβησαν στα media αυτό το καλοκαίρι. Την ώρα που τα ελληνικά Μέσα πουλάνε πόλεμο, λαϊκισμό και πατριδοκαπηλεία, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που σκέφτονται τη ζωή και τους ανθρώπους. Όπως ο Στέλιος και όπως ο Τάσος ο Τέλλογλου, που, μετά από μια επιτυχημένη χρονιά στο «Μαύρο Κουτί» του Mega, είδε όλα όσα οι άλλοι αρνούνταν να δουν στο Κοσσυφοπέδιο. Και δεν άντεξε. Παράτησε, για άγνωστο διάστημα, τα στυλό και τις κάμερες, πήγε στα χωριά της Πρίστινα εθελοντής, να χτίσει σπίτια και σχολεία με τα χέρια του.

Matrix

Επιστροφές στην Αθήνα από τη σκοτεινή Πειραιώς, βράδια Κυριακής, σ’ αυτό τον δρόμο-τούνελ που ενώνει δυο κόσμους: το λιμάνι — διακοπές, θάλασσα — με την Ομόνοια — πόλη, δουλειά. Διαδρομές πάνω κάτω, διαφυγές Σαββατοκύριακου, βδομάδας, μήνα. Η Κηφισίας, το άλλο τούνελ, σπίτι-δουλειά. Μ’ αρέσουν οι δρόμοι που ενώνουν τα κομμάτια της ζωής μας. Τους έχω τόσο συνηθίσει, οδηγώ σαν σε ράγες. Απ’ τα ανοιχτά παράθυρα των αυτοκινήτων ακούω Σαμοΐλη και Alter 5, Ψαριανό ή το σήμα του Flash. Στη γωνία Αλεξάνδρας και Κηφισίας ένας Πακιστανός πουλάει ανθοδέσμες. Κάθε μέρα θέλω να πάρω μία να την πάω στο περιοδικό, αλλά ντρέπομαι. Στη γωνία της Τσόχα, πριν βγω στην Κηφισίας, η Βασιλική μού καθαρίζει τα τζάμια. Είναι οκτώ χρονών, μιλάει αλβανικά στ’ άλλα παιδιά των φαναριών, αλλά όταν τη ρωτάς πώς τη λένε, ξέρει πως πρέπει να πει ελληνικό όνομα. Ποτέ δεν δέχεται να πάρει λεφτά, αν δεν σκουπίσει τα τζάμια. Μια μέρα που έφτασα με άλλο αυτοκίνητο, δεν ήρθε να μου πει καλημέρα. Τη φώναξα και γκρίνιαξα: «Αν αλλάζω αυτοκίνητο, δεν με χαιρετάς;». «Βγάλε τα μαύρα γυαλιά», μου απάντησε. Με κοίταξε λίγο σοβαρή στα μάτια, μετά χαμογέλασε και μου ‘πε καλημέρα, γελώντας ολόκληρη. Οκτώ χρονών και ξέρει κιόλας να διαβάζει τους ανθρώπους στα μάτια.

«Βγάλε τα μαύρα γυαλιά», μου απάντησε. Με κοίταξε λίγο σοβαρή στα μάτια, μετά χαμογέλασε και μου ‘πε καλημέρα, γελώντας ολόκληρη. Οκτώ χρονών και ξέρει κιόλας να διαβάζει τους ανθρώπους στα μάτια.

Στο «Matrix» ο Κιάνου Ριβς πρέπει να διαλέξει: θέλει να μάθει την αλήθεια, ακόμα κι αν η πραγματικότητα είναι πιο τρομακτική απ’ αυτό που όλοι νομίζουν για αληθινή ζωή. Στις ταινίες οι ήρωες θέλουν πάντα να μαθαίνουν την αλήθεια με κάθε κόστος. Η ταινία του καλοκαιριού σε βάζει σε έναν παράλληλο χώρο, γεμάτο 0 και 1, ψηφία που γίνονται άνθρωποι, προγράμματα που γίνονται ζωές, με τέτοια ένταση που κάποιες στιγμές χάνεις την επαφή με το περιβάλλον. Φοράω τα μαύρα γυαλιά που φοράει ο Κιάνου Ριβς στην ταινία και πατάω enter για τον τελευταίο Σεπτέμβρη του αιώνα.

Σχετικά άρθρα