«Αντιμετωπίζαμε τη ζήλια και το σεξ σαν να θέλαμε να τα πνίξουμε μέσα μας»: Νικόλ Κίντμαν και Τομ Κρουζ στο ΚΛΙΚ το 1999

«Αντιμετωπίζαμε τη ζήλια και το σεξ σαν να θέλαμε να τα πνίξουμε μέσα μας»: Νικόλ Κίντμαν και Τομ Κρουζ στο ΚΛΙΚ το 1999

Το τότε ζευγάρι Κίντμαν-Κρούζ μιλά για τον μεγάλο σκηνοθέτη και την τελευταία ταινία του, μερικούς μήνες μετά τον θάνατό του.

Ο καθένας έπαιρνε το δικό του ρίσκο, όταν ο φημισμένος σκηνοθέτης και δύο διάσημα ονόματα του κινηματογράφου αποφάσισαν να δουλέψουν μαζί. Ο Τομ και η Νικόλ εξηγούν γιατί αυτός ο συνδιασμός απέδωσε.


Ήταν μόνο οι δυο τους, καθισμένοι στο σκοτάδι. Ο Τομ Κρουζ και η Νικόλ Κίντμαν, ολομόναχοι σε ένα μικρό δωμάτιο προβολής, κάπου στο Μανχάταν, τον περασμένο Μάρτιο, να παρακολουθούν το «Eyes Wide Shut», την ταινία που σκηνοθέτησε ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ και πρωταγωνιστούσαν οι δυο τους γυμνοί, ερωτευμένοι και σε μόνιμη σύγκρουση. 

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν τελείωσε η ταινία, κανείς όμως απ’ τους δυο δεν δοκίμασε να σηκωθεί απ’ την καρέκλα. Η Κίντμαν, συγκρατώντας με δυσκολία τη φωνή της, που έπρεπε να την προσέχει για την παράστασή της στο Μπρόντγουεϊ, το «The Blue Room», έγραψε ανυπόμονα κάποιο σημείωμα στον άντρα της και ύστερα το έβαλαν πάλι από την αρχή. «Η πρώτη φορά μάς σόκαρε», θυμάται η Κίντμαν. «Τη δεύτερη, σκέφτηκα “Ουάου! Αυτό θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων”. Είμαι περήφανη γι’ αυτή την ταινία και γι’ αυτή την περίοδο της ζωής μου. Είχα παθιαστεί, μου είχε γίνει έμμονη ιδέα, μας είχε γίνει έμμονη ιδέα για τουλάχιστον δύο με τρία χρόνια». 

Δύο τρία χρόνια για μια ταινία; Τρελάθηκαν; Με τη γνωστή πια τελειομανία του Κιούμπρικ, τα γυρίσματα των 18 εβδομάδων έγιναν των 52, μέσα σε ένα διάστημα 15 μηνών. Ο Κρουζ, ο ηθοποιός των 20 εκ. δολαρίων του Χόλιγουντ, συμφώνησε με ένα σημαντικά μειωμένο τσεκ, βγάζοντας τον εαυτό του έξω από το παιχνίδι της βιομηχανίας του κινηματογράφου στο αποκορύφωμα της καριέρας του, πήρε την οικογένειά του στην Αγγλία και δούλεψε εξαντλητικά 12 με 16 ώρες την ημέρα, κάτι που στην πορεία τού προκάλεσε έλκος. 

Πέρα από μια ανομολόγητη αίσθηση ότι μπορεί να είναι όμηροι του οράματος του Κιούμπρικ, ο Κρουζ και η Κίντμαν παραδέχονται πως δεν αντιστάθηκαν στην πρόκληση και με «μάτια ορθάνοιχτα» ένιωθαν αποφασισμένοι να μοιραστούν αυτή την περιπέτεια. «Ξέραμε από την αρχή το μέγεθος της δέσμευσης και τις θυσίες που απαιτούνταν», λέει ο Κρουζ. «Μας τιμούσε μια τέτοια συνεργασία. Θα κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας, ό,τι ήταν απαραίτητο για να γίνει αυτή η ταινία, οποιαδήποτε στιγμή, γιατί ένιωθα –και η Νικ το ίδιο– ότι αυτή θα ήταν μια ξεχωριστή και σημαντική περίοδος για μας. Γνωρίζαμε πως θα ήταν δύσκολο. Αλλά σίγουρα δεν θα συγχωρούσα τον εαυτό μου αν δεν το είχα κάνει». 

Ώρες μετά την προβολή, ο Κρουζ, ταξιδεύοντας στο σπίτι που είχε το ζευγάρι στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, όπου και θα ετοιμαζόταν για τα γυρίσματα της ταινίας «Επικίνδυνες Αποστολές 2» (Mission Impossible 2), τηλεφώνησε στον Κιούμπρικ από το αεροπλάνο. «Ο Στάνλεϊ ήταν τόσο χαρούμενος και ενθουσιασμένος. Μιλούσαμε για τέσσερις πέντε ώρες», λέει ο Κρουζ. Τέσσερις μέρες αργότερα, ένα τηλεφώνημα θα φέρει τα άσχημα νέα. Ο Κιούμπρικ πέθανε. «Είπα, “όχι, αυτό είναι αδύνατο”», λέει ο Κρουζ. «Ύστερα θα χτυπήσει η άλλη γραμμή, ήταν η Νικ από τη Νέα Υόρκη. Ήταν πολύ ταραγμένη. Τόσο, που ανησύχησα για κείνη. Ήμουν σοκαρισμένος». 

Ακόμα και τώρα –περίπου τέσσερις μήνες μετά– ούτε ο Κρουζ ούτε η Κίντμαν μπορούν να μιλήσουν για τον Κιούμπρικ χωρίς να δακρύσουν. Ο Κιούμπρικ ανησυχούσε στην αρχή μήπως ο Κρουζ και η Κίντμαν δεν μπορούσαν να απαλλαγούν από τον αέρα των σταρ. Οι τρεις τους όμως –ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι φοβόταν τη δημοσιότητα και οι δυο γοητευτικοί αστέρες του– ανέπτυξαν μια απίστευτα στενή σχέση κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «Eyes Wide Shut». Παρ’ όλο που αυτό τον μήνα το πρόγραμμα των δύο ηθοποιών ήταν γεμάτο με γυρίσματα στο Σίδνεϊ και πάρτι γενεθλίων στο σπίτι (εκείνη έκλεινε τα 32 τον Ιούνιο και εκείνος γιόρτασε τα 37), ήταν πολύ πρόθυμοι να αφιερώσουν χρόνο για να μιλήσουν για τον Κιούμπρικ. «Είμαστε τόσο περήφανοι για την ταινία αυτή, αλλά νιώθουμε κάπως περίεργα ως προς την επιτυχία της», θα πει η Κίντμαν. «Ο Στάνλεϊ ήταν πάντα δίπλα μας. Τώρα έχει φύγει». Ο Κιούμπρικ είχε αρχίσει να «φλερτάρει» τον Κρουζ από τις αρχές του 1995, όταν ο στενός και παλιός του φίλος, Σίντνεϊ Πόλακ, ο οποίος είχε κάνει την παραγωγή της ταινίας του Κρουζ, «Η Φίρμα», τον είχε διαβεβαιώσει πως ο νεαρός σταρ δεν ήταν καθόλου κακομαθημένος. Στην αρχή ο Κρουζ πίστευε πως ο Πόλακ (ο οποίος εμφανίστηκε τελικά και στην ταινία) αστειευόταν όταν έλεγε πως ο Κιούμπρικ ήθελε το νούμερο του fax του. Σύντομα, όμως, θυμάται ο Κρουζ, «αρχίσαμε να στέλνουμε ασταμάτητα fax ο ένας στον άλλο, που δεν είχαν στην ουσία μεγάλη σχέση με την ταινία, απλά άσχετες γνώμες για αεροπλάνα και κάμερες». Ένα χρόνο αργότερα, ο Κιούμπρικ θα στείλει fax στην Κίντμαν, ζητώντας της να συμμετάσχει στην ταινία δίπλα στον σύζυγό της. «Δεν χρειαζόταν να διαβάσω το σενάριο», λέει η Κίντμαν. «Δεν με ενδιέφερε να μάθω το θέμα της ταινίας. Ήθελα να δουλέψω με τον Στάνλεϊ». Όταν ο Κιούμπρικ, με τη γνωστή του απέχθεια για τα ταξίδια, κάλεσε το ζευγάρι στο σπίτι του, στις εξοχές της Αγγλίας, η έκπληξή τους ήταν μεγάλη. Συνάντησαν έναν ζεστό οικογενειάρχη, που σε τίποτα δεν θύμιζε τον περίεργο ερημίτη που παρουσίαζε ο Τύπος. Ο Κρουζ και ο Κιούμπρικ, πιλότοι και οι δυο (παρ’ όλο που ο Κιούμπρικ αρνούνταν πεισματικά να πετάξει), κατέληξαν να επιχειρηματολογούν για τη συμβολή της αεροπορίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Ο Στάνλεϊ δεν ήταν αυτό που περίμενες. Ήταν πολύ ανοιχτός άνθρωπος», λέει ο Κρουζ. 

Η αρχή των γυρισμάτων

Όταν άρχισαν τα γυρίσματα το 1997, οι τρεις τους είχαν ήδη γίνει κυριολεκτικά αχώριστοι. Το πλατό της Pinewood Studios, έξω απ’ το Λονδίνο, έγινε το δεύτερο σπίτι τους. Το διαμέρισμα του ζευγαριού της ταινίας διαμορφώθηκε έτσι ώστε να θυμίζει εκείνο που είχε κάποτε ο Κιούμπρικ στο Μανχάταν, η Κίντμαν όμως ήταν εκείνη που διάλεξε τα βιβλία και το χρώμα στις κουρτίνες, ενώ πρόσθεσε ακόμα και τα ρούχα που αφήνει ο Κρουζ στην άκρη του κρεβατιού στο σπίτι τους. Δεν παρέλειψε να το διακοσμήσει και με προσωπικά της αντικείμενα, αφήνοντας τα προϊόντα του μακιγιάζ της στο μπάνιο και πετώντας τα ρούχα της στο πάτωμα. «Είναι κάπως ακατάστατο», μουρμουρίζει, προκαλώντας το κινηματογραφικό κοινό να ρίξει μια ματιά στις προσωπικές της συνήθειες. Ο Κρουζ ομολογεί: «Στο τέλος νιώθαμε πως ζούσαμε στον χώρο αυτό. Κοιμόμασταν και σε κείνο το κρεβάτι». Όταν ο Κιούμπρικ γύρισε τις σκηνές με τον Κρουζ και την Κίντμαν γυμνούς, αυτές που ανοίγουν και την ταινία, έκλεισε το πλατό και χειρίστηκε μόνος του την κάμερα, κάνοντας ακόμη πιο έντονη την οικειότητα που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των τριών.

Ανάμεσα στα γυρίσματα, η Κίντμαν, που από τα σχολικά της χρόνια ακόμα, στην Αυστραλία, δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία ενός έντονου μαθητικού ντιμπέιτ, φορούσε τη ρόμπα της και κουλουριαζόταν στο πάτωμα του κατάμεστου από βιβλία γραφείου του Κιούμπρικ, για να συζητήσουν για πολιτική. «Τον προκαλούσα και το λάτρευε αυτό», λέει. «Είναι πολύ ωραίο να δουλεύεις με κάποιον που μπορεί να κουβεντιάσει σε βάθος. Μπορούσε να σου αλλάξει τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο γύρω σου». 

Ο ρυθμός της τελειομανίας

Οι ρυθμοί για ένα έργο 64 εκ. δολαρίων ήταν σχετικά ήπιοι. «Ο χρόνος ήταν πολύ σημαντικός για κείνον. Ήταν ικανός να απορρίψει κάποια τοποθεσία για να μειώσει το κόστος μιας παραγωγής, αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να μειώσει τα χρονικά του όρια». Παθιασμένος τελειομανής, ο Κιούμπρικ έγραφε και ξανάγραφε το σενάριο, ακόμα και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ενώ συχνά έστελνε τις αλλαγές στους πρωταγωνιστές του με fax ακόμη και στις 4 τα ξημερώματα. «Ο Στάνλεϊ ήξερε πως αυτός ήταν ο τρόπος για να δουλέψει καλύτερα. Δεν το έκανε για δική του ικανοποίηση», λέει ο Κρουζ. Ακόμη κι έτσι, υπήρχαν στιγμές που αναρωτιούνταν για το πώς βρέθηκαν «μπλεγμένοι» σ’ αυτό το «παιχνίδι». Η Κίντμαν θα πει: «Μερικές φορές απελπιζόσουν, γιατί σκεφτόσουν “θα τελειώσει ποτέ;”» Τα μακρόχρονα γυρίσματα και το ίδιο το θέμα επηρέασαν κάποια στιγμή και σωματικά τον Κρουζ. Δεν θα μιλήσει με άνεση για το έλκος του, φοβούμενος τα αναπόφευκτα πρωτοσέλιδα «Ο Κιούμπρικ προκαλεί έλκος στον Κρουζ», αλλά εξομολογείται πως στις αρχές της παραγωγής, ξύπνησε ένα βράδυ με αφόρητους πόνους. «Δεν ήθελα να το πω στον Στάνλεϊ. Πανικοβλήθηκε. Ήθελα να πετύχει αυτό, αλλά σ’ αυτή τη δουλειά πολλές φορές παίζεις με τη φωτιά. Τα συναισθήματα κυριαρχούν έντονα. Προσπαθείς να μη μεγαλοποιείς τα πράγματα, αλλά περνάς και καταστάσεις που δεν μπορείς να ελέγξεις». 

Η Κίντμαν μπορούσε να καταλάβει τη φόρτιση που είχε δημιουργηθεί στην ατμόσφαιρα. «Και οι δυο αντιμετωπίζαμε τη ζήλια και το σεξ σαν να θέλαμε να τα πνίξουμε μέσα μας. Είχαμε γυρίσματα για 10 περίπου εβδομάδες, αλλά ήμασταν εκεί για τουλάχιστον ενάμιση χρόνο. Αυτό είναι ένα περίεργο συναίσθημα να το κουβαλάς μέσα σου μέρα νύχτα. Δεν μπορείς να το αποφύγεις. Το ίδιο και ο Στάνλεϊ». Οι δυο ηθοποιοί λένε τώρα πως τους είναι πολύ δύσκολο να δουν την ταινία, γιατί ήταν πάντα τρεις να μοιράζονται τις ανησυχίες τους και να σχεδιάζουν τα βήματά τους, είναι όμως αποφασισμένοι να διατηρήσουν και να υπερασπιστούν το τελευταίο κληροδότημα του Κιούμπρικ. Η σκηνή των «οργίων» απείλησε να καταδικάσει την ταινία ως αυστηρώς ακατάλληλη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τον παραγωγό της ταινίας, Jan Harlan, ο Κιούμπρικ συνειδητοποίησε πως ήταν απαραίτητες κάποιες αναπροσαρμογές, ώστε η ταινία να θεωρηθεί κατάλληλη, τουλάχιστον με συνοδεία ενηλίκου. Για να μην κόψει την ταινία, σκέφτηκε να προσθέσει με ψηφιακό τρόπο κομμάτια που εν μέρει θα κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος των επίμαχων 65 δευτερολέπτων της σκηνής του έργου, όταν αυτό θα προβαλλόταν στο αμερικανικό κοινό (ο υπόλοιπος κόσμος θα δει την ταινία όπως αρχικά γυρίστηκε). «Δεν υπάρχει τίποτα στην ταινία που να μην ενέκρινε ο Στάνλεϊ», θα πει με σιγουριά ο Κρουζ. Πριν από τον θάνατό του, ο Κιούμπρικ έκοψε το αμφιλεγόμενο τρέιλερ των 90 δευτερολέπτων, με τον Τομ και τη Νικόλ να χαϊδεύονται και να φιλιούνται. Ήξερε πως θα αφήσει τους πάντες με την απορία «το κάνουν ή δεν το κάνουν;» Το ζεύγος Κρουζ δεν θα αποκαλύψει τίποτα. «Ο Στάνλεϊ λάτρευε οτιδήποτε διφορούμενο», λέει η Κίντμαν. Όπως και σε όλες τις ταινίες του Κιούμπρικ, η απάντηση στα ερωτήματα του «Eyes Wide Shut» βρίσκεται μόνο στο πανί! 

Της Cathy Booth, Time July 1999

Τεύχος 14, Περίοδος 2η, Οκτώβριος 1999

Σχετικά άρθρα