Αν θες να γνωρίσεις τον κόσμο του Αλέξη Σταμάτη, μπες στο «Μπαρ Φλωμπέρ»
«Η πεζογραφία είναι ποδαρόδρομος» γράφει ο Αλέξης Σταμάτης στο «Μπαρ Φλωμπέρ», και ο ίδιος τον έκανε πάνω-κάτω σαν την Πατησίων της Γώγου.
Περιεχόμενα
Ο δρόμος για το έργο του Αλέξη Σταμάτη δεν είναι δύσβατος, απλώς έχει πολλές δυνητικές ενάρξεις: Με 30+ βιβλία στο σύνολό του, το έργο του πρόωρα χαμένου συγγραφέα μπορεί να μοιάζει ασύμμετρα μεγάλο σε σχέση με την ίδια του τη ζωή. Στην πραγματικότητα όμως, μπορούμε να πούμε πως χωρίζεται στο ποιητικό, στο θεατρικό, αλλά και στο πεζογραφικό έργο. Ειδικά αν απομονώσουμε τα πεζά του και θελήσουμε να κάνουμε μία εισαγωγή στο μυαλό του Αλέξη Σταμάτη μέσω αυτών, ας γίνει η είσοδος από το «Μπαρ Φλωμπέρ». Και όχι, δεν αναφέρεται στο Φλωμπέρ της γνωστής οικογενείας.
«Ποίηση μπορείς να γράφεις τύφλα. Βιβλίο με δομή, δεν μπορείς» έλεγε ο Αλέξης Σταμάτης σε συνέντευξή του στον Κώστα Κατσουλάρη πριν από δύο χρόνια. Στο νηφάλιο «Μπαρ Φλωμπέρ», ο αφηγητής οργώνει τη Βαρκελώνη, τη Ρώμη, τη Φλωρεντία και το Βερολίνο, για να βρει τη σύνδεση του ηλικιωμένου πατέρα του με έναν μυστηριώδη συγγραφέα, μέσω ενός χειρόγραφου. Το «Μπαρ Φλωμπέρ» αναγνωρίστηκε άμεσα με την κυκλοφορία του το 2000 και έγινε μπεστ σέλερ που μεταφράστηκε στη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και τη Σερβία.
Διαβάστε επίσης
Αφού καταθέσω πολύ καθυστερημένα ένα νοητό ευχαριστώ στον Αλέξη Σταμάτη για την αναφορά στην αγαπημένη πλέον Prenzlauer Berg του Βερολίνου, θα αφήσω στον αναγνώστη ένα πολύ ενδεικτικό απόσπασμα του «Μπαρ Φλωμπέρ».
Στην μπλε βιβλιοθήκη
ΑΝΟΙΓΟΝΤΑΣ την πόρτα του υπογείου, μια έντονη μυρωδιά κλεισούρας μου ‘κοψε την ανάσα. Άνοιξα το μικρό παράθυρο της cour anglaise, βλαστημώντας τους εγκληματίες αρχιτέκτονες της δεκαετίας του ’50 και τα τσιμεντένια οράματα του υπουργού Δημοσίων Έργων της εποχής. Το υπόγειο είχε τρία δωμάτια, μια στοιχειώδη κουζίνα κι ένα μικρό λουτρό. Το ένα δωμάτιο καταλάμβαναν τα δεκάδες αντικείμενα που είχε συσσωρεύσει ο πατέρας μου. Άλλα ήταν συσκευασμένα σε μεγάλες κούτες κι άλλα στοιβαγμένα σε δυο δρύινες κασέλες. Τα άλλα δυο δωμάτια ήταν γεμάτα βιβλιοθήκες που έτρεχαν από τοίχο σε τοίχο, με δυο κεντρικές στη μέση κάθε χώρου να δημιουργούν τρεις εσωτερικούς διαδρόμους. Η μπλε βιβλιοθήκη ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Δεν ήταν μόνο το χρώμα και το υλικό – η μοναδική σιδερένια ανάμεσα σε τόσες ξύλινες, αλλά και το ύψος: ήταν εμφανώς ψηλότερη απ’ τις άλλες, έφτανε ακριβώς στο γύψινο του ταβανιού.
Στην μπλε βιβλιοθήκη λοιπόν ο πατέρας είχε στοιβάξει τα κείμενα που του έστελναν επί τόσα χρόνια διάφοροι επίδοξοι συγγραφείς. Υποψιάστηκα πως σε ορισμένα απ’ αυτά δεν είχε ρίξει ούτε μια ματιά, τουλάχιστον σ’ εκείνα που ήταν μες στα παλαιού τύπου ντοσιέ, όπου ο κόμπος έμοιαζε ανέγγιχτος, σαν να μην είχε λυθεί ποτέ. Τα περισσότερα όμως φαίνεται πως είχαν υποστεί την κατά Λουκά δοκιμασία, και φυσικά, είχαν απορριφθεί μετά πολλών επαίνων. Τα ελάχιστα που ενέκρινε, συνολικά εννιά, βρήκαν σχεδόν στο σύνολό τους το δρόμο τους προς το αναγνωστικό κοινό, μια και ο κύριος Μάρκος Λουκάς υπήρξε απ’ τους γενικούς δερβέναγες της ελληνικής λογοτεχνίας, για πέντ’ έξι χρόνια τουλάχιστον μετά τη Μεταπολίτευση. Αυτά κατελάμβαναν το μισό του κάτω ραφιού με κολλημένο στο γείσο ένα χαρτάκι που έφερε την ένδειξη «Πεζά/ΟΚ».
Διαβάστε επίσης
Η πάλη μου με τον όγκο των απορριφθέντων έμοιαζε άνιση. Δεν μπορούσα, φυσικά, να τα διαβάσω όλα, ούτε καν ένα αντιπροσωπευτικό απόσπασμα απ’ το καθένα. Ο μόνος λόγος, εξάλλου, για τον οποίο θα ‘μπαινα στον κόπο ήταν μήπως και μεταξύ της ηττημένης αρμάδας συμπεριλαμβανόταν κάποιο ιστιοφόρο που αργότερα έγινε διάσημο, επιζώντας της πρώτης ατυχούς ναυμαχίας. Αποφάσισα ν’ αρχίσω καταστρώνοντας έναν κατάλογο ονομάτων και τίτλων.
Ύστερα από δυόμισι ώρες είχα τελειώσει όλα τα ράφια εκτός απ’ το τελευταίο. Διακόσια σαράντα τέσσερα ονόματα γέμιζαν εφτά σελίδες στο σημειωματάριό μου.
Φτάνοντας στο πάνω ράφι, ήμουν πια εξαντλημένος. Ήταν κι αυτή η αναθεματισμένη στάση, όρθιος στη σκάλα, με το αριστερό ν’ ανοίγω τα ντοσιέ και με το δεξί να καταγράφω τα στοιχεία του κάθε βιβλίου.
Με ανακούφιση έπιασα στα χέρια μου το τελευταίο χειρόγραφο. Ήταν ένα μοβ ντοσιέ τυλιγμένο με μπλε κορδέλα. Στο εξωτερικό δεν ήταν σημειωμένο τίποτα, ούτε τίτλος ούτε συγγραφέας. Το άνοιξα. Μέσα υπήρχε μια σημείωση με μολύβι: «Ματθαίου/Μυθ. Απορ.». Αναγνώρισα τα γράμματα του πατέρα. Από πίσω υπήρχε ένας μεγάλος φάκελος, πάλι χωρίς ένδειξη. Περιείχε καμιά διακοσοπενηνταριά πυκνογραμμένες σελίδες περασμένες σ’ ένα λεπτό σκοινάκι. Ο γραφικός χαρακτήρας, αν και ενανάγνωστος, ήταν πολύ παράξενος. Τα γράμματα έμοιαζαν χαραγμένα, πρόβαλλαν σαν ανάγλυφα απ’ το ξεθωριασμένο χαρτί. Στην πρώτη σελίδα ήταν γραμμένος με χοντρό μαύρο μαρκαδόρο ο τίτλος, ο συγγραφέας και η ημερομηνία:
ΜΠΑΡ ΦΛΩΜΠΕΡ
Του Λουκά Ματθαίου
Αθήνα, 1975
Το όνομα κάτι μού έλεγε. Ματθαίου… Ματθαίου… Βέβαια, ήταν εκείνος για τον οποίο μού μιλούσε ο πατέρας το απόγευμα. Ο «απατεώνας», αυτός που «πετάει τα ακαταλαβίστικα», που ο πατέρας έδωσε μάχη να μην εκδοθεί στην «Εστία». Ήμουν γεμάτος περιέργεια. Πήρα το ντοσιέ και κατέβηκα απ’ τη σκάλα, Κάθισα στη μόνη καρέκλα που υπήρχε στο υπόγειο κι άρχισα να διαβάζω:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Oral mare Even neat.
Μονομιάς.
Μονομιάς είναι η λέξη. Έρχεται το όνειρο σαν στρείδι και κολλάει στην ουρά του ύπνου. Τινάζω τα βλέφαρα στην πρώτη αχτίδα. Η εικόνα ξεκολλάει, πέφτει κάτω και συντρίβεται. Μονομιάς.Στη νύχτα αυτή του αρσενικού, όταν εορτάζονται λαμπρά της γυναικός τα εγκαίνια.
Έφτασα στο μπαρ κατά τις δώδεκα. 48η Οδός. Η ταμπέλα στα Ελληνικά: «Μπαρ Φλωμπέρ». Δίστασα πριν ανέβω τη σκάλα. Μια οσμή γνώριμη. Σαν προειδοποίηση.
Η σκάλα κυκλική. Ένας έλικας. Ξύλινα αστέρια, γαλάζια κι άσπρα σαν γάντζοι απ’ το κυρτό ταβάνι. Κι ένα μισοφέγγαρο. Απειλητικό. Ροή νερού, λασπωμένου. Καθρέφτες, σκόνη, υφάσματα βαριά. Και φυτά, φυτά σκούρα, κορμοί και φυλλώματα μαύρα, ένα δάσος κατάμαυρο. Ανεβαίνοντας, μια δυσφορία. Στην πόρτα, στον όροφο και πάλι η ταμπέλα, τώρα στα Αγγλικά: «Bar Flober». Ο συνειρμός χανόταν. Άλλο Flober, άλλο Flaubert. Η περιέργεια για την ονομασία. Ένας νεκρός λευκός Ευρωπαίος συγγραφέας στην καρδιά της Νέας Υόρκης.
Απευθείας στην μπάρα. Κόσμος πολύς κι εγώ δεν τα πήγαινα καλά με τόσο κόσμο. Πριν, γιατί τώρα μου λένε πως εντάξει. Η ατμόσφαιρα γκρίζα, καπνοί, όπως τοπίο μάχης. Εκείνης που έδινα τον τελευταίο χρόνο. Το βλέμμα μου αμέσως στον Ανδρέα, τον Έλληνα ιδιοκτήτη. Όρθιος ανάμεσα στους καλεσμένους, μιλούσε με μια κοπέλα, ο Ανδρέας με το σιέλ πουκάμισο, το γαλανό βλέμμα. Τι κοπέλα, τριάντα εφτά χρόνων, τα διπλά μου χρόνια, δούλευε στην τηλεόραση. Φορούσε ένα τεράστιο σκουλαρίκι. Πλησίασα τον Ανδρέα, που έστεκε με το ποτήρι στο χέρι, πήγα κάτι να του πω και τότε πέρασε φευγαλέα μπροστα μου η αδύνατη σκιά. Σε κατάσταση αγγέλου ή Δια βόλου, μόλις μικρή τριχούλα πιάστηκα απ’ τη στιγμή. Που σαν μαντήλι διάφανο διέσχισε τον αέρα -κατάμαυρη, ανέπνεα το περίγραμμά της στη φωτεινή της αύρα. Έκλεψα μια ματιά: τα μαλλιά της μισοκάλυπταν τα μάτια, τρεις πόντους – α, αυτοί οι τρεις πόντοι! Όσο ακριβώς χρειαζόταν. Μας σύστησε ο Ανδρέας με μια αμηχανία. Την έλεγαν Λητώ. Όμορφη ήταν κι αδύνατη κι έκλινε το σώμα σαν να ντρεπόταν. Από καιρό τυφλωμένο, κάτι σπίθισε.
Απ’ την πρώτη κίνηση του κεφαλιού της αναγνώρισα το θυμό – τότε νόμισα πως ήταν αδυναμία, όμως ήταν θυμός, ένας σκοτεινός θυμός, ένα μαύρο όρος θυμού μαζί μ’ ένα άλλο συναίσθημα που εγώ καλά δεν ήξερα. Μόνο μια φορά στο παρελθόν το ‘χα νιώσει, που παιδί εγώ – δεν καταλάβαινα, νόμιζα πως ήμουν εγώ ο υπεύθυνος όταν στραβώνει το στόμα, όταν τα μάτια φλογίζουν. Είναι το μάτι, η ασπράδα του ματιού. Από ‘κει φαίνεται. Ο θυμός. Στις κοπέλες. Γι’ αυτές, εγώ πια δεν ευθύνομαι, θα τις αντικαθιστούσα τις κοπέλες στη ζωή μου και θα τις βάπτιζα. Με καινούργια ονόματα. Εκείνη, όχι. Μιλήσαμε, την είδα που δε με κοίταζε στα μάτια, την είδα που μι λούσαμε και τα χαρακτηριστικά της χύνονταν παντού, έσπαγαν σαν θάλασσα στο βράχο. Κι ήταν εκείνη η νύχτα του αρσενικού, που εορτάζονται λαμπρά της γυναικός τα εγκαίνια…
Διάβασα μονορούφι το πρώτο κεφάλαιο. Πήρα μια ανάσα και συνέχισα στο δεύτερο:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Nel mezzo del camino di nostra vita Mi ritrovai per una selva oscura Che la diritta via era smarrita.
ΔΑΝΤΗΣ, Θεία Κωμωδία
Πέρασαν δέκα μήνες. Μήνες πέτρινοι, κυλινδρικοί με ανοίγματα σαν υδραγωγείο που έτρεχε κύμα ο έρωτάς μας. Εγώ έναν ίλιγγο αισθανόμουν που σκόρπιζε στα σπλάγχνα η αδυναμία. Γιατί ήταν αδυναμία που έφερνε ο έρωτας αυτός, κι έπρεπε ν’ αμυνθώ. Κι η άμυνα ήταν να συγκολλήσω τα κομμάτια κι αυτή να βλέπει έναν άνθρωπο αφοσιωμένο. Η Λητώ φοβήθηκε. Είδε να ‘ρχεται μια ευτυχία που δεν μπορούσε, δεν ήξερε τι είναι άνθρωποι κι ευτυχία μαζί. Και ταράχτηκε. Κι άρχισε την αποκαθήλωση, με δικαιολογίες, πως την θίγει, τάχα, αυτή η ανασφάλεια στην κόγχη του ματιού. Κι ακόμα λιγότερα αγγίγματα. Εγώ πιο παλιά δεν άντεχα. Υπερευαίσθητος, κατέρρεα. Τώρα κρατήθηκα. Και στον έρωτα ακόμα ήμουν όλο και λιγότερο τρυφερός. Και μου είπε πως κάποτε θα με κάνει να πω το πραγματικό «σ’ αγαπώ», μπορεί σ’ ένα χρόνο, κάτι έλεγε για μια ζωή, και αναστατώθηκε, και βγήκε η αλήθεια της, και την κοίταξε πρώτη φορά κατάματα, φοβόταν όμως μην την κάψει, μην κάψει τη σχέση, αλλά δεν άντεχε. Έβγαλε ένα σπυράκι, κάτω δεξιά, στο σαγόνι. Εκεί.
Με κατηγορούσε πως ήμουν υπερόπτης, είρων. «Με χάνεις», έλεγε. «Με χάνεις. Φεύγω». Και τη μέρα συνήθως έφευγε. Μόνο το βράδυ, του ενός η ψυχή στον ύπνο τον άλλο επισκεπτόταν. Όταν ξυπνούσε, πάντοτε πριν από εμένα, σηκωνόταν ψυχρά απ’ το κρεβάτι, έβαζε καφέ. Το μεσημέρι, όταν επέστρεφε, ετοίμαζε φαγητό, καθάριζε το σπίτι. Και συνεχίζαμε έτσι. Γεμάτοι θυμούς βλασταίναμε και πέφταμε διαρκώς, πηλός ο καθένας στις ρωγμές του άλλου. Κι αέρας γλυκός, ιδρωμένος, βάραινε στην καρδιά μας. Μικρά παιδιά, ούτε δεκαεννιά, δε θέλαμε το αύριο, γιατί το αύριο είναι υπόθεση χαμένη.
Διαβάστε επίσης
Κι όμως, δεν ήμουν εγώ αυτός που έφυγε. Ένα βράδυ που είχα ακουμπήσει στην κοιλιά της και αφουγκραζόμουν. Προσπαθούσα ν’ ακούσω κάτι, όμως τίποτα, σκο-τάδι και σιωπή. Μου ‘πε πως φεύγει. Κι απλά, πήρε την ομορφιά της κι εξαφανίστηκε. Κι από τότε ένιωσα πως με κατάπιε. Πως η γλώσσα της επιτέλεσε το διπλό καθήκον. Μ’ ένα λόγο μ’ έδιωξε και με μια κίνηση με κατάπιε. Κι από τότε ζούσα εκεί, στο σώμα της αγαπημένης, με τα λόγια της αλειμμένο σάλιο στο κορμί. Είχα πάρει για δέκα μήνες την ομορφιά απ’ το μαύρο δάσος. Κι η ομορφιά είναι πάντα μεγαλύτερη απ’ τον άνθρωπο. Όταν αφαιρείται, μένεις πιο λίγος κι από εσένα τον ίδιο. Θα την έψαχνα. Παντού…
Συνέχισα να διαβάζω. Όταν τέλειωσα, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου περνούσαν δειλά απ’ τα πλαϊνά της κουρτίνας. Άφησα το ντοσιέ στο δάπεδο και για λίγη ώρα έμεινα ακίνητος. Τότε πρόσεξα πως στο τέλος των διακοσίων πενήντα χειρόγραφων σελίδων υπήρχε μια δακτυλογραφημένη επιστολή. Ήταν ένα γράμμα του Ματθαίου, που απευθυνόταν στον πατέρα μου:
Αθήνα, 15 Μαρτίου 1975
Αγαπητέ κύριε Λουκά,
Παίρνω το θάρρος να σας στείλω το μυθιστόρημά μου Μπαρ Φλωμπέρ. Η συγγραφή του έγινε στην Ελλάδα τον τελευταίο χρόνο και αφορά πολύ προσωπικά μου βιώματα. Έζησα αρκετά χρόνια στην Αμερική, όπου σπούδασα βιολογία. Στην Αμερική συναναστράφηκα τους κυριότερους εκπροσώπους της μπιτ γενιάς: τον Ουίλιαμ Μπάροους, τον Άλεν Γκίνσμπεργκ και τον Τζακ Κέρουακ. Με τους δυο πρώτους θεωρώ ότι υπήρξαμε ένα διάστημα στενοί φίλοι, αν και δε βλεπόμαστε πλέον. Ο γυρισμός μου στην Ελλάδα συνέπεσε με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και για λόγους ευνόητους αναγκάστηκα να φύγω στην Ευρώπη. Έχω δημοσιεύσει αρκετές μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά της Ιταλίας και της Γαλλίας, όπως και διηγήματα σε αγγλόφωνα λογοτεχνικά έντυπα. Ένα μικρό μου αφήγημα είχε δημοσιευτεί τη δεκαετία του ’60 στο περιοδικό Πάλι.
Κύριε Λουκά, θα θεωρούσα μεγάλη τιμή για το πρόσωπό μου, αν μπαίνατε στον κόπο να διαβάσετε το χειρόγραφό μου, και ακόμα μεγαλύτερη, αν θα θέλατε να μου πείτε την άποψή σας. Θέλω να καταθέσω τη βαθιά μου εκτίμηση στο πρόσωπό σας και την εμπιστοσύνη μου για την αξιοπιστία της κριτικής σας. Το κείμενο το έχω ήδη δώσει για ανάγνωση στην «Εστία».
Με τα φιλικότερά μου αισθήματα,
Λουκάς Ματθαίου
Υ.Γ. Αν θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί μου, μπορείτε να μου γράψετε στη διεύθυνση Σέκερη 6, Κολωνάκι. Το τηλέφωνό μου είναι 722 435.
Ούτε που έδωσα σημασία στο γράμμα, γιατί αυτό που είχα διαβάσει πριν με είχε παραλύσει. Ήταν μόλις η πρώτη ανάγνωση, θα το διάβαζα ξανά και ξανά, γιατί αυτό που είχα μπροστά μου δεν ήταν μια ιστορία, ήταν σαν κάποιος να είχε βυθίσει μια βελόνα στο αίμα μου και να είχε τραβήξει τα συστατικά του πιο προσωπικού μου σύμπαντος, πραγμάτων που και ο ίδιος δεν υποψιαζόμουν ή, καλύτερα, που είχα φωλιάσει στις πιο μυστικές κρύπτες της ύπαρξής μου. Ήταν σαν να ‘χα κοιτάξει την ψυχή μου κατάματα.
Έτσι κατάματα όμως ένιωσα να με κοιτάει κι αυτός ο συγγραφέας, ο Λουκάς Ματθαίου. Ένας άνθρωπος για τον οποίο δεν ήξερα τίποτα, παρά μόνο ότι ο πατέρας μου πριν από είκοσι τόσα χρόνια έδωσε μάχη να μην εκδοθεί το μυθιστόρημά του. Γνωρίζοντας, φυσικά, τις πατρικές αντιλήψεις περί λογοτεχνίας και με νωπή ακόμα τη στιχομυθία μας στο σαλόνι, δε με εξέπληξε η αντίδρασή του. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να μην αναγνώρισε το ταλέντο. Τι ήταν, άραγε, αυτό που φοβήθηκε; Ο Μάρκος Λουκάς το ’75 ήταν παντοδύναμος. Σαράντα εφτά χρόνων, με έξι μυθιστορήματα στο ενεργητικό του, αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο και σύμβουλος των εκδόσεων «Εστία», ήταν βασικό μέλος της κλειστής λέσχης των επτά που καθόριζαν τα πράγματα στην ελληνική λογοτεχνία. Τι ήταν αυτό που τον είχε φοβίσει στο νεοσσό Λουκά Ματθαίου, με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο όνομα, ο ένας το επώνυμος- ως επώνυμο και ο άλλος το ανώνυμος- ως βαπτιστικό; Θυμήθηκα τα απογευματινά του λόγια:
«Έχω γράψει και λίβελους, βέβαια. Όπως για εκείνο τον απατεώνα τον Ματθαίου, την εποχή μετά τη Δικτατορία… Μου ‘χε στείλει ένα μυθιστόρημα, ο Θεός να το κάνει… Έδωσα μάχη να μην του το βγάλει η “Εστία”. Είχε πλάτες απ’ την Αμερική αυτός. Γερές πλάτες. Γκίνσμπεργκ, Μπάροους, τέτοια. Κάπου εκεί πήγαμε να καταστρέψουμε τη λογοτεχνία μας… Η πεζογραφία είναι ποδαρόδρομος… Ένας ποδαρόδρομος με σταθερό βηματισμό και ανοιχτά μάτια…»
Έκρυβαν οργή αυτά τα λόγια. Οργή και φόβο. Κι ήταν πολύ σπάνιες οι φορές που είχα δει τον πατέρα μου να φοβάται.