Ερίκ Σακούρ: «Ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα για τον εκτροχιασμό του έρωτα»

Ερίκ Σακούρ: «Ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα για τον εκτροχιασμό του έρωτα»

Συναντήσαμε τον συγγραφέα του «Όσα ξέρω για σένα», Έρικ Σακούρ, και μιλήσαμε για την Αγκάθα Κρίστι, τον Ντέμη Ρούσο και την αγάπη σε όλες τις μορφές.

Με τις πυροσβεστικές να βουίζουν στο κέντρο, κατευθυνόμενες στην άρτι καταρρέουσα πολυκατοικία των Πετραλώνων, συνειδητοποιώ και νοσταλγώ την ηρεμία που μου είχε προσφέρει η ανάγνωση του «Όσα ξέρω για σένα» του Έρικ Σακούρ τις προηγούμενες μέρες. Μια ιστορία γραμμένη με ευαισθησία, χωρίς διδάγματα και συνθήματα. Στο βιβλίο παρακολουθούμε τη ζωή του γιατρού Ταρέκ να δέχεται ξαφνικά συναισθηματικές αναταράξεις, βάσει των οποίων θα πρέπει να πάρει αποφάσεις. Ούτε φωνές, ούτε δράματα: μόνο το Κάιρο της δεκαετίας του ’80 (και λίγη από την ιστορία του) και το ψυχρό Μόντρεαλ, δύο πόλεις που σχετίζονται με τον συγγραφέα Έρικ Σακούρ. Είναι αναγκαίο να αναφερθεί το κουήρ στοιχείο της ιστορίας; Ίσως και όχι. Ίσως μόνο και μόνο για να υπογραμμιστεί το ότι δεν αποτελεί πρωτεύον ζήτημα του βιβλίου.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Μπαίνοντας τον Πολυχώρο του Μεταιχμίου, όλα ξανά ηρεμούν: ο Έρικ Σακούρ, ακούραστος από τις αλλεπάλληλες συνεντεύξεις, διατηρεί το φωτεινό χαμόγελό του και είναι έτοιμος για τη συζήτηση.

Ένας χαρακτήρας του βιβλίου σας γράφει: «Το γράψιμο είναι σκέτος μπελάς. Δεν το λέω εγώ, η Φατέγια το είπε». Το λέει μόνο η Φατέγια ή και ο Ερίκ Σακούρ;

Μόνο η Φατέγια το λέει. Δεν σκέφτομαι όπως όλοι οι χαρακτήρες μου, αλλιώς θα ήταν λίγο… σχιζοφρενικό. Πιστεύω πάντως ότι το γράψιμο μπορεί να σε τρελάνει. Εγώ είχα τη μεγάλη τύχη να με γαληνεύει. Από τα εφηβικά μου χρόνια, όταν ένιωθα κάτι πολύ δύσκολο να διαχειριστώ, το γράψιμο ήταν σαν να έπαιρνα όλα αυτά τα συναισθήματα και να τα έβαζα…

…σε ένα κουτί;

Ναι, ακριβώς. Και μετά ένιωθα μεγάλη ηρεμία. Ξέρω ότι υπάρχουν συγγραφείς που λένε πως κάθε γραμμή που γράφουν είναι σαν να τους ξεριζώνουν την καρδιά και να ζουν μέσα στον πόνο. Για μένα δεν ισχύει αυτό, και είμαι τυχερός. Αλλά μπορώ να φανταστώ ότι μπορεί να σε οδηγήσει στην τρέλα, ειδικά όταν γράφεις για τον εαυτό σου ή για το παρελθόν σου, προσπαθώντας να ενώσεις τα κομμάτια και συνειδητοποιώντας ότι αυτό είναι αδύνατο.

Υποθέτω ότι δεν έχετε κάποιο πρόγραμμα, όπως να γράφετε έναν συγκεκριμένο αριθμό λέξεων κάθε μέρα.

Αυτό είναι κάτι που έχει αλλάξει στη ζωή μου, γιατί αυτό το βιβλίο το έγραφα επί 15 χρόνια. Ήταν σαν χόμπι: όποτε είχα λίγο χρόνο και λίγη έμπνευση, έγραφα. Μπορούσαν να περάσουν ολόκληρα χρόνια χωρίς να γράψω γραμμή. Δεν είχα στόχο να εκδοθεί, απλώς ήθελα να γράψω την ιστορία που είχα στο μυαλό μου. Τώρα όμως που είμαι συγγραφέας πλήρους απασχόλησης, χρειάζεται να έχω περισσότερη πειθαρχία στη δουλειά μου.

Και είναι εύκολο;

Στην αρχή φοβόμουν λίγο. Αναρωτιόμουν αν θα μου αρέσουν όσα γράφω όταν τα γράφω επειδή το λέει το πρόγραμμα και το ημερολόγιό μου, ή αν θα τα διαβάζω και θα σκέφτομαι: «Δεν είχα καθόλου έμπνευση». Τελικά όμως ανακουφίστηκα, γιατί ένιωσα σχεδόν το ίδιο όπως και όταν έγραφα το πρώτο βιβλίο.

Και τι σας κινητοποίησε;

Ήμουν μεγάλος θαυμαστής της Αγκάθα Κρίστι. Δεν έχω σπουδάσει λογοτεχνία, δεν παρακολούθησα ποτέ μαθήματα δημιουργικής γραφής ούτε λογοτεχνίας. Στην πραγματικότητα δούλευα σε τράπεζα. Είχα λοιπόν αυτή την ιστορία στο μυαλό μου και μου φαινόταν όμορφη. Δεν ήμουν όμως βέβαιος ότι μπορούσα να τη γράψω όμορφα. Έτσι αναρωτιόμουν: «Πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα; Πώς στήνεται μια ιστορία;». Τότε έπεσα πάνω σε μια έρευνα για την Αγκάθα Κρίστι. Ερευνητές προσπαθούσαν να καταλάβουν πώς κατάφερνε να γράφει τόσο εθιστικές ιστορίες και ανακάλυψαν δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν ότι όσο προχωρά η ιστορία, οι προτάσεις της γίνονται όλο και πιο σύντομες. Το δεύτερο ήταν ότι ακόμη και οι ίδιες οι λέξεις μικραίνουν. Στην αρχή χρησιμοποιεί πιο σύνθετες, πιο περίτεχνες λέξεις, ενώ όσο πλησιάζει προς το τέλος χρησιμοποιεί κυρίως μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες.

Υπάρχει ένας ρυθμός.

Ακριβώς. Και σκέφτηκα: «Αν λειτούργησε για την Αγκάθα, θα λειτουργήσει και για μένα». Και αφού αυτό ισχύει για τις προτάσεις και τις λέξεις, θα έπρεπε να ισχύει και για τα κεφάλαια και τα μέρη του βιβλίου. Αν κοιτάξετε το βιβλίο, αποτελείται από τρία μέρη και το καθένα είναι μικρότερο από το προηγούμενο. Υπάρχει λοιπόν λίγη έμπνευση από την αστυνομική λογοτεχνία.

Δεν γνωρίζω πολλά για την Αίγυπτο, διαβάζοντας όμως το βιβλίο σας, συνειδητοποίησα ότι είναι το ιδανικό σκηνικό για να αναδειχθούν οι κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες. 

Αυτή ήταν μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες: να δώσω μια εικόνα αυτής της Αιγύπτου, χωρίς να γίνω διδακτικός. Οι γονείς μου γεννήθηκαν στην Αίγυπτο, η μητέρα μου στην Αλεξάνδρεια και ο πατέρας μου στο Κάιρο. Γνωρίστηκαν όμως στο Μόντρεαλ, στον Καναδά, από όπου κατάγομαι. Μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες για την Αίγυπτο. Έχω επισκεφθεί τη χώρα δεκαπέντε με είκοσι φορές στη ζωή μου. Όμως η Αίγυπτος που βλέπω σήμερα δεν είναι η ίδια με αυτή που περιγράφω στο βιβλίο. Εκείνη την Αίγυπτο δεν θα τη δω ποτέ. Την αναδημιούργησα μόνο μέσα από τις αναμνήσεις των ανθρώπων που την έζησαν: των γονιών μου, των αδελφών τους, των φίλων τους. Ήταν μεγάλη χαρά να προσπαθήσω να ανασυνθέσω εκείνη την εποχή.

Και θα κρατήσω αυτό που είπατε, γιατί είναι κάτι που αγάπησα πολύ στο βιβλίο σας. Δεν είναι διδακτικό. Δεν προσπαθεί να πει «η κοινωνία πρέπει να κάνει αυτό» ή «πρέπει να αλλάξει εκείνο». Είναι απλώς μια ιστορία αγάπης.

Ναι. Δεν προσπαθώ να καταγγείλω κάτι ούτε να διεκδικήσω κάτι. Προσπαθώ απλώς να αφηγηθώ μια ιστορία που, μέσα στο μυαλό μου, είναι όμορφη και να τη γράψω με συνέπεια ως προς το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται. Τι ήταν αυτό που απολαύσατε περισσότερο;

Για να είμαι ειλικρινής, κυρίως οι γυναικείοι χαρακτήρες. Η αγαπημένη μου ήταν η Μίρα.

Αλήθεια;

Και μάλλον πρέπει να σας έχουν ήδη πει ότι η λέξη «μοίρα» στα ελληνικά σημαίνει πεπρωμένο.

Δεν το ήξερα! Και έχει πλάκα, γιατί όταν πηγαίνω στην Ισπανία μου λένε ότι το «mira» στα ισπανικά σημαίνει «κοίτα».

Ως γυναίκα αναγνώστρια, διάβασα το βιβλίο μέσα από τη γυναικεία οπτική. Η Μίρα είναι γεμάτη αξιοπρέπεια. Η Νεσρίν βρίσκεται πάντα στο πλευρό του αδελφού της. Η μητέρα είναι αυστηρή αλλά και προστατευτική. Ήθελα λοιπόν να σας ρωτήσω αν σας ενδιέφερε να εξερευνήσετε τη γυναικεία εμπειρία μέσα από το πρίσμα της αιγυπτιακής κουλτούρας ή περισσότερο ως κοινωνικό ζήτημα.

Με εκπλήσσει αυτό που λέτε, γιατί συνήθως η Μίρα δεν είναι ο χαρακτήρας για τον οποίο με ρωτούν περισσότερο. Όμως πριν από δύο ημέρες, στο Φεστιβάλ Βιβλίου στα Χανιά, δέχθηκα πολλές ερωτήσεις γι’ αυτήν. Μίλησα μάλιστα με κάποιον από το Μεταίχμιο και μου είπε ότι υπάρχουν πολλά κοινά ανάμεσα στη Μίρα και στην ελληνική κουλτούρα και αυτό μου άρεσε πολύ. Μου αρέσει η ιδέα ότι ο καθένας, μέσα από το δικό του πολιτισμικό υπόβαθρο, μπορεί να αναγνωρίσει κάτι οικείο σε μια ιστορία.

Η Μίρα ήταν ο πιο δύσκολος χαρακτήρας να γράψω. Το βιβλίο δεν είχε πραγματικά ολοκληρωθεί μέχρι να νιώσω ότι είχε πει όλα όσα έπρεπε να πει. Και όταν το ολοκλήρωνα, περνούσα κι εγώ έναν πολύ δύσκολο χωρισμό. Έτσι ένιωθα μεγάλη ενσυναίσθηση απέναντί της. Ήθελα και ο αναγνώστης να τη νιώσει. Γι’ αυτό αφιέρωσα περισσότερο χρόνο σε αυτόν τον χαρακτήρα και πρόσθεσα κι άλλες μικρές λεπτομέρειες. Ποτέ όμως δεν δείχνω κατά πρόσωπο ποια είναι πραγματικά. Όλα παρουσιάζονται λοξά. Πιστεύω όμως ότι ο αναγνώστης έχει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται για να το καταλάβει μόνος του, με τον δικό του τρόπο.

Τα διαφορετικά προσωνύμια της Μίρα μού θύμισαν αυτά της Παναγίας: Παναγία η Μεγαλόχαρη, η Γλυκοφιλούσα…

Υπάρχει κάτι στη μορφή της Μίρα που θυμίζει μια μορφή αιώνιας αγάπης. Νομίζω πως αυτό εξηγεί κάπως ποια είναι. Η ιδέα αυτών των προσωνυμίων ήταν να φωτίζουν κάθε φορά μία διαφορετική πλευρά της, ανάλογα με τη στιγμή της ζωής της. Ήταν επίσης ένας τρόπος να της χαρίσω περισσότερη τρυφερότητα, γιατί είναι ο πιο παραμελημένος χαρακτήρας του βιβλίου. Για παράδειγμα, υπάρχει κάτι που πολλοί αναγνώστες δεν αντιλαμβάνονται όταν διαβάζουν για εκείνη: η διατροφική της διαταραχή. Η Μίρα πάσχει από βουλιμία. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που το αποκαλύπτουν: το μπουκάλι της χλωρίνης, το ραδιόφωνο που δυναμώνει αμέσως μετά το φαγητό όταν πηγαίνει στην τουαλέτα, το φαγητό που ετοιμάζει για τον άντρα της αλλά δεν βρίσκεται ούτε στα σκουπίδια ούτε στο ψυγείο, τα ντουλάπια που αδειάζουν συνεχώς από τρόφιμα… Υπάρχουν πάρα πολλές ενδείξεις. Κι όμως, το 95% των αναγνωστών δεν συνδέει όλα αυτά με τη βουλιμία της. Και είναι απολύτως εντάξει. Γιατί ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τον άντρα της: παρόλο που είναι γιατρός και θα είχε ακόμη περισσότερους λόγους να το αντιληφθεί, δεν το βλέπει.

Κάτι ακόμη που παρατήρησα είναι ότι οι άντρες του βιβλίου είναι πιο επίμονοι ή και εμμονικοί στις σχέσεις τους με άλλους ανθρώπους. Αυτό δεν συμβαίνει με τις γυναίκες. Οι γυναίκες στο βιβλίο σας είναι πιο ήρεμες, πιο συγκρατημένες… αλλά και πολύ στρατηγικές.

Νομίζω ότι στις παραδοσιακές κοινωνίες συμβαίνει αυτό το παράδοξο: μπορείς να καταστρέψεις τους άντρες με το βάρος των ευθυνών που τους φορτώνεις μόνο και μόνο επειδή είναι άντρες, αλλά μπορείς να καταστρέψεις και τις γυναίκες στερώντας τους ευθύνες και δυνατότητες μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκες.

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου δείχνει έναν πατέρα με τα δύο παιδιά του να ρωτά τον γιο του: «Τι αυτοκίνητο θέλεις να οδηγάς όταν μεγαλώσεις;» Και βλέπεις ότι ο γιος δεν έχει ιδέα. Το μόνο που τον απασχολεί είναι να δώσει τη σωστή απάντηση. Ενώ η αδελφή του έχει χίλιες ιδέες. Θέλει να διαβάσει, θέλει να μάθει και έχει την αίσθηση ότι, αν επιμείνει αρκετά, ίσως κάποια μέρα να μπορέσει κι εκείνη να οδηγήσει αυτοκίνητο. Ο Ταρέκ μεγαλώνει ανάμεσα σε πολλές γυναίκες που είναι κατά κάποιον τρόπο πιο δυνατές από τον ίδιο. Και ήθελα να αποτυπώσω αυτή την πραγματικότητα.

Πιστεύετε στις αδελφές ψυχές; Και αν ναι, είναι ο Άλι και ο Ταρέκ αδελφές ψυχές;

Καλή ερώτηση. Δεν έχω ιδέα. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο για μένα να παρουσιάσω τον Ταρέκ ως έναν ομοφυλόφιλο που προσπαθεί να το κρύψει από την κοινωνία, που παντρεύεται απλώς για να έχει μια βιτρίνα. Αλλά αυτός δεν είναι ο χαρακτήρας μου. Όταν ο Ταρέκ ερωτεύεται τον Άλι, είναι κάτι εντελώς απροσδόκητο ακόμη και για τον ίδιο. Και ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση του βιβλίου ήταν να κάνω τον αναγνώστη να πιστέψει σε αυτόν τον έρωτα. Ο Ταρέκ δεν μεγάλωσε θέτοντας στον εαυτό του ερωτήματα γύρω από την ταυτότητά του. Πίστευε ότι θα ζούσε μια ήρεμη και προβλέψιμη ζωή. Θα έκανε το ίδιο επάγγελμα με τον πατέρα του. Θα είχε την ίδια θέση μέσα στην κοινότητα. Και ξαφνικά, σε μια στιγμή της ζωής του, εμφανίζεται αυτή η σπίθα. Και αυτή η σπίθα μπορεί να εκτροχιάσει ολόκληρη τη ζωή σου, όπως ένα τρένο που βγαίνει από τις ράγες. Νομίζω ότι αυτό ήθελα να γράψω: ένα μυθιστόρημα για έναν τέτοιο εκτροχιασμό.

Οπότε θα το εκλάβω ως ένα «ίσως» σχετικά με το αν πιστεύετε στις αδελφές ψυχές.

Όχι, προσωπικά δεν πιστεύω στις αδελφές ψυχές. Πράγματι δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένας και μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που είναι φτιαγμένος για εσένα. Νομίζω ότι μπορεί να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στη ζωή σου με τους οποίους θα μπορούσες να έχεις μια τόσο βαθιά σύνδεση. Πιστεύω επίσης ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε τον εαυτό μας μέσα από τη σχέση με έναν άλλον άνθρωπο· να εξελιχθούμε διαφορετικά. Και αυτό είναι, για μένα, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του έρωτα. Όχι να ψάχνεις κάποιον που να ταιριάζει απόλυτα στο καλούπι που έχεις ήδη δημιουργήσει στο μυαλό σου, αλλά να βρεις κάποιον με τον οποίο μοιράζεσαι κάποιες βασικές αξίες και, μέσα από αυτή τη σχέση, να αλλάζετε και οι δύο.

Έχει σημασία και το timing. Για τον Ταρέκ φαινομενικά δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να γνωρίσει τον Αλί, αλλά για την καρδιά του ήταν.

Ο γάμος του Ταρέκ και της Μίρα είναι αληθινός, και όχι βιτρίνα. Υπάρχει πραγματική αγάπη ανάμεσά τους. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα βιβλίο για την αγάπη στις πολλές διαφορετικές μορφές της.

Ας μιλήσουμε τώρα και για άλλα βιβλία: ποια είναι τα βιβλία που σας διαμόρφωσαν, είτε ως αναγνώστη είτε ως συγγραφέα;

Ήμουν στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες και είδα πως είχαν την «Υπόσχεση της Αυγής» του Ρομέν Γκαρί, το αγαπημένο μου βιβλίο. Υπάρχουν κάποια βιβλία που διαμόρφωσαν τη φαντασία μου. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι έχω επηρεαστεί περισσότερο από άλλες μορφές τέχνης. Όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, πολλές από τις εμπνεύσεις μου προήλθαν από τη μουσική, το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Συγγνώμη! Ακούτε Ντέμη Ρούσσο;

Φυσικά! Ποιος δεν ακούει τον Ντέμη Ρούσσο;

Ε, εγώ όχι και τόσο…

Ο Ντέμης Ρούσσος είναι παντού, όπως και ο Vangelis. Είναι πολύ χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της Αιγύπτου εκείνης της εποχής, μιας τόσο πολυπολιτισμικής Αιγύπτου. Υπήρχαν, όμως, και πολλοί άλλοι Έλληνες που ζούσαν τότε στην Αίγυπτο, ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια. Όπως ο Ζορζ Μουστακί, για παράδειγμα, ένας από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς της Γαλλίας. Νομίζω πως η θεία της μητέρας μου αγόραζε αντίκες από το μαγαζί της μητέρας του Μουστακί. Και νομίζω πως αυτό είναι πολύ αντιπροσωπευτικό εκείνης της Αιγύπτου. Μιας χώρας όπου συνυπήρχαν πολλές κοινότητες: Έλληνες, Αρμένιοι, Ιταλοί, Εβραίοι… Ο καθένας είχε τις δικές του παραδόσεις. Κι όμως, όλοι αναμειγνύονταν μεταξύ τους, μέσα σε εκείνη την πραγματικά κοσμοπολίτικη Αίγυπτο.

Σχετικά άρθρα