Το όνομά της είναι Εστέλα και άνετα θα άκουγε Death Grips
Τι εστί «Το όνομά μου είναι Εστέλα»; Ένας μονόλογος μιας οικιακής βοηθού που δεν είχε μιλήσει ποτέ τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής της, όσο υπηρετούσε μια εύπορη τριμελή οικογένεια, μέχρι που το παιδί της οικογένειας πέθανε. Τότε η Εστέλα ανέβηκε στο βήμα και άρχισε να μας μιλά αδιάκοπα, μέχρι να μας πάρει τα αυτιά.
Υπάρχουν κάποια βιβλία τα οποία, όσο εύκολο είναι να τα διαβάζεις, τόσο δύσκολο είναι να γράψεις γιατί τα κατέβασες σαν λαίμαργη γάτα που προσποιείται πως έχει να φάει τρία χρόνια, ενώ έφαγε πριν τρεις ώρες. Κάποια βιβλία μοιάζουν να έχουν γραφτεί σε τρεις ώρες, χωρίς ανάσα, χωρίς διακοπή. Κάποια βιβλία μοιάζουν να μην έχουν γραφτεί καν: είναι απλώς κάτι σαν ομιλία, είτε ψίθυρος είτε κραυγή.
Όλες αυτές οι περιπτώσεις αφορούν το βιβλίο «Το όνομά μου είναι Εστέλα», της Αλία Τραμπούκο Ζεράν, που κυκλοφορεί από εκδόσεις Gutenberg. Η Αλία Τραμπούκο Ζεράν είναι γεννημένη το 1983 στο Σαντιάγο της Χιλής, με σπουδές στις ισπανικές και λατινοαμερικανικές σπουδές. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει μόλις η «Εστέλα» από το έως τώρα έργο της, σε μετάφραση της Εύης Σέμπου.
Τι εστί «Το όνομά μου είναι Εστέλα»; Ένας μονόλογος μιας οικιακής βοηθού που δεν είχε μιλήσει ποτέ τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής της, όσο υπηρετούσε μια εύπορη τριμελή οικογένεια, μέχρι που το παιδί της οικογένειας πέθανε. Τότε η Εστέλα ανέβηκε στο βήμα και άρχισε να μας μιλά αδιάκοπα, μέχρι να μας πάρει τα αυτιά.
Η ένταση διατρέχει ολόκληρο το κείμενο, εξού και φαίνεται γραμμένο κατά τη διάρκεια μιας ανάσας. Μαθαίνεις από την αρχή πως η μικρή πέθανε, μαθαίνεις στο τέλος πώς πέθανε, καταλαβαίνεις όμως γιατί πέθανε σελίδα τη σελίδα. Η βία βρίσκεται και στη σιωπή, η βία βρίσκεται εντός κεκλεισμένων των θυρών, η βία έξω είναι γενναιόδωρα δοσμένη χωρίς φίλτρο, και βρίσκει τρόπο να τρυπώνει στα ντουβάρια και τις ανησυχίες σου.
Η σιωπηλή Εστέλα μιλάει
Η Εστέλα μιλάει. Μιλάει πολύ και δεν παύει να μιλάει μέχρι να φτάσει στην τελευταία σελίδα. Κανείς δεν την ενοχλεί, κανείς δεν τη διακόπτει, όμως υπάρχει το εξής uncanny: ότι δεν ξέρει ποτέ ποιος την ακούει και αν την ακούει. Αν είμαστε πολλοί πίσω από τον τοίχο ή αν είναι μόνο ο αναγνώστης. Όμως η ιστορία της πρέπει να ειπωθεί πάση θυσία, και θυσίες αυξάνονται ολοένα και περισσότερο μέσα στις σελίδες της Εστέλας. Οι θάνατοι-θυσίες είναι τρεις συνολικά στο βιβλίο. Λειτουργούν σαν καμπανάκια που βουίζουν ολοένα και πιο δυνατά, από τον πρώτο θάνατο μέχρι και τον τελευταίο. Η Εστέλα μάς προϊδεάζει για αυτό: περιμένει να δει πώς θα ολοκληρωθεί το τριαδικό αυτό σχήμα,πώς θα εκτονωθεί το κακό, όσο αυτό την περιτριγυρίζει.
Η Εστέλα, όσο και αν μιλάει, στην πραγματικότητα είναι σιωπηλή. Στα αφεντικά της δεν μιλά σχεδόν ποτέ, ούτε για να δηλώσει απλά μια κατάφαση, ούτε για να γνωστοποιήσει γεγονότα όπως τον θάνατο της μητέρας της ή της μικρής. Μιλάει μερικές φορές στο τηλέφωνο με τη μητέρα της όσο εκείνη ζει, και με τον θάνατό της σιωπά. Ακούει μόνο εντολές και τις εκτελεί υπάκουα. Το ίδιο σιωπηλό φαίνεται φορές – φορές το ζευγάρι των αφεντικών, οι γονείς της μικρής δηλαδή, που φαίνονται μόνο να εκτελούν τα δέοντα. Ένα σπίτι όπου όλοι έχουν από έναν ρόλο να επιτελέσουν, πλην της μικρής, που είναι απλά το ζωηρό πλάσμα που ξεφεύγει από ρόλους, πρέπει και ιεραρχίες. Μέσα σε ένα σπίτι συμβάσεων και ορίων, η μικρή δεν χωρά, και την περιμένουμε να πεθάνει από την πρώτη στιγμή, αφού η Εστέλα μοιάζει να μην μπορεί να φύγει πια.
Η κοινωνία εντός και εκτός σπιτιού
Το ζήτημα της κοινωνικής / οικονομικής τάξης είναι το θεμέλιο αυτού του βιβλίου. Κανένα γραπτό «κατηγορώ» απλά για να έχουμε να λέμε: αντιθέτως λαμβάνεται ως δεδομένη η όποια κοινωνική και οικονομική διαφορά, ως νούμερα ένα αίτιο της βίας εντός και εκτός σπιτιού του Κυρίου, της Κυρίας και της μικρής, εκεί που υπηρετεί δηλαδή η Εστέλα. Η καθημερινότητά της είναι προδιαγεγραμμένη από τη διαφορά αυτή, από τον ρόλο της ως υπηρέτρια και τους ρόλους των αφεντικών της ως αφεντικά.
«Μια πόρτα από αμμοβολισμένο γυαλί συνέδεε το υπνοδωμάτιο με την κουζίνα. Κι εκεί έζησα εγώ για επτά χρόνια, αν και ποτέ, ούτε μία φορά, δεν το αποκάλεσα “το δωμάτιό μου”. Γράψτε το αυτό στα πρακτικά σας, πάμε, μην ντρέπεστε: “αρνείται κατηγορηματικά να αναφερθεί στο δωμάτιο ως τον δικό της χώρο”. Και προσθέστε, στο περιθώριο: “άρνηση”, “μνησικακία, “πιθανό εγκληματικό κίνητρο”».
Πότε μάς αποκαλεί ειρωνικά φίλους της, πότε μεγαλειότατους και αξιότιμους, ανάλογα με τις αντιδράσεις μας ως προς τα λεγόμενά της. Μην ξεχνάμε πως για τους όρους του βιβλίου, εμείς βλέπουμε ολοκάθαρα την Εστέλα και δεν έχει να μας κρύψει τίποτα άλλο πέρα από το πώς πέθανε η μικρή (το οποίο και μας αποκαλύπτει): η Εστέλα είναι αυτή που δεν έχει ιδέα για εμάς, ποιοι είμαστε και πόσοι. Είμαστε σύμμαχοί της ή εχθροί της; Θα ταυτιστούμε μαζί της ή θα ταυτιστούμε με τα αφεντικά της; Μπορούμε να διακρίνουμε τα βαθύτερα συναισθήματά της και τα «γιατί» της ιστορίας ή θα μείνουμε στα λεγόμενά της; Είτε είμαστε από τη μία πλευρά είτε από την άλλη (όχι του αδιόρατου τοίχου, αλλά της ιστορίας της Εστέλας), η κατάληξη είναι μία και δεν έχουμε καμία επιλογή για την αλλαγή του φινάλε. Η μικρή έχει πεθάνει από την πρώτη σελίδα, η κοινωνικο-οικονομική ανισότητα ήταν πάντα εκεί και θα είναι εκεί για κάθε Εστέλα που αναπόφευκτα θα υπάρξει, και η βία είναι η μόνη αντίδραση γιατί είναι και η μόνη δράση.
Μέσα σε όλο αυτόν τον μονόλογο δεν μαθαίνουμε ποτέ τι μουσική ακούει, τι ταινίες της αρέσουν: χώρος για πολιτισμό και άλλες τέτοιες ελευθερίες είναι χαρακτηριστικά μιας ανώτερης κοινωνικής τάξης. Μου αρέσει όμως να σκέφτομαι πως η Εστέλα θα άκουγε Death Grips πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της που δεν είναι «της» και θα άκουγε μανιακά το repeat το “Lock Your Doors”.
I got some shit to say, just for the fuck of it
Them thangs, them thangs, don’t even ask me
[…] Oblivion transcender becomes him shroud
I can’t remember, I’m no one now
Comin’ for yours, lock your doors
Identifier: destroyer
(Έχω μερικά πράγματα να πω, απλά για να τα πω
Για αυτά τα πράγματα, για αυτά τα πράγματα, μην με ρωτάτε καν
[…]
Όποιος υπερβαίνει τη λήθη γίνεται το σάβανό του
Δεν θυμάμαι, δεν είμαι κανείς πια
Έρχομαι για σένα, κλείδωσε την πόρτα σου,
Αναγνωριστικό: καταστροφέας)