Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ανακάλυψε ότι το πουλί του έχει εξαφανιστεί

Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ανακάλυψε ότι το πουλί του έχει εξαφανιστεί

Φυσικά και όλο αυτό το οραματίστηκε ο Αύγουστος Κορτώ, στο βιβλίο του «Της Χούντας το Πουλί», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Διαβάστε ένα απόσπασμα.

Πώς μπορείς να κάνεις ειρωνεία και μαύρο χιούμορ με την εξουσία στη χείριστη μορφή της; Ο Αύγουστος Κορτώ διδάσκει τον τρόπο με το βιβλίο του «Της χούντας το πουλί», που κυκλοφόρησε το 2025 και θα έπρεπε να είχε κυκλοφορήσει τέλη δεκαετίας ’60 στην Ελλάδα, μπας και χαμπαριάζαμε ολίγον τι παραπάνω. Με τη σοφία όμως που δίνει η χρονική αυτή απόσταση, από τη Μαύρη Επέτειο της 21ης Απριλίου 1967, μέχρι σήμερα, μπορούμε να εκτιμήσουμε το ανεπανάληπτο χιούμορ του Κορτώ, χωρίς να κινδυνεύει το κεφάλι του.

Τι θα γινόταν στην Ελλάδα, αν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος έχανε το πουλί του; Ιδού η απορία, ιδού και τα αποσπάσματα του βιβλίου που μας απαντά σε αυτό το ερώτημα.

Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο «Της χούντας το πουλί» του Αύγουστου Κορτώ, το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.

[1]

Κανείς δεν πρέπει να το μάθει – ούτε καν να το υποψιαστεί. Η σκέψη κατακλύζει το μυαλό του πρωθυπουργού και Προέδρου της Δημοκρατίας, καθώς κατουράει καθιστός, με την πόρτα του μπάνιου κλειστή και κλειδωμένη. Δεν τολμάει να χώσει το χέρι στην τρύπα της λεκάνης και να αγγίξει το σημείο των λαγόνων που του φέρνει φρίκη, ντροπή και πανικό.

Εδώ και μια βδομάδα, από τότε που, μες στη μαύρη νύχτα, ξύπνησε από επιτακτική ανάγκη ούρησης, λέει και ξαναλέει στον εαυτό του πως ζει ένα απαίσιο όνειρο – ότι είναι παγιδευμένος σ’ έναν εφιάλτη, αλλά, αργά ή γρήγορα, θα ξυπνήσει, κι όλα θα είναι όπως πριν. Μα κατά βάθος ξέρει πως κανένα όνειρο δεν έχει τέτοια διάρκεια, δεν είναι τόσο γεμάτο πρακτικές, ανιαρές λεπτομέρειες, πρόσωπα, κρίσιμες αποφάσεις, συζητήσεις με κυβερνητικά στελέχη και παρατρεχάμενους. Προκειμένου να κατευνάζει τον τρόμο, την απελπισία, έχει αρχίσει να παραχώνει στο βρακί του ένα ζευγάρι κάλτσες, και να φορά τα πιο στενά του παντελόνια. Κάθε μέρα σχεδόν, είναι αδήριτος ανάγκη να δείχνει σε διάφορα αργόμισθα τομάρια ότι είναι άντρας με τα όλα του, κι ότι τους έχει γραμμένους στον περήφανο πούτσο του.

Η ταραγμένη κεφαλή της χώρας ολοκληρώνει το ξαλάφρωμα, και πάει, αντανακλαστικά, να τινάξει το όργανο που είναι συνώνυμο του ανδρισμού, της εξουσίας – και τραβάει μεμιάς το χέρι του, αποτροπιασμένος. Σκουπίζεται όπως όπως, με τα μάτια κλειστά, γιατί αν δεν σκουπιστεί, το σώβρακό του γίνεται χάλια, και σηκώνεται απ’ την τουαλέτα, ανεβάζοντας με φούρια το ενισχυμένο εσώρουχο και την πιτζάμα. Παρότι πασαλείβεται με Aqua Velva, κι αλλάζει ρούχα και κασκορσέ καθημερινά, έχει αρχίσει να ζέχνει, μα δεν βρίσκει το κουράγιο να μπει στην μπανιέρα και να πλυθεί: αδύνατον να σαπουνίσει, να αγγίξει, την ακατονόμαστη περιοχή – και μόνο στην ιδέα, τον πιάνει ίλιγγος.

Το χειρότερο όλων, η απόλυτη καταστροφή, θα ήταν το να βρεθεί στο έλεος γιατρών. Κάθε που τον πιάνει βήχας, ή νιώθει ένα ποναλάκι στο στήθος, ή μια καούρα μετά το φαΐ, προσεύχεται στον Θεό να τον λυπηθεί, και να μην τον αναγκάσει να νοσηλευτεί, έστω και για μια μέρα –για μια ώρα–, διότι το πρώτο που θα του ζητηθεί θα είναι να γδυθεί, και δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη στον προσωπικό του γιατρό: όλο το σινάφι τους ψοφάει για κουτσομπολιό. Έχουν χεσμένο τον όρκο του Ιπποκράτη.

Η Δέσποινα, ευτυχώς, δεν έχει πάρει μυρωδιά. Ο καιρός που γυμνώνονταν ο ένας μπροστά στον άλλο, ο καιρός των περιπτύξεων, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Μολαταύτα, νιώθει μιαν άγρια ανάγκη να της εκμυστηρευτεί την τραγωδία του, για να μην κουβαλά τέτοιο βάρος μοναχός του. Απ’ την άλλη, είναι γυναίκα, κι άρα εκ φύσεως επιρρεπής στην υστερία, και μπορεί να απαιτήσει ιατρική παρέμβαση. Ή, ακόμα χειρότερα, μπορεί να τον σιχαθεί, να αηδιάσει μ’ αυτό που του συνέβη σαν να είναι δικό του σφάλμα – κι επί του παρόντος, δεν αντέχει να πέσει στα μάτια της.

Στη σκοτεινή κρεβατοκάμαρα, το ταίρι του ροχαλίζει μακάρια. Ο ολοσχερώς συντετριμμένος τύραννος χώνεται κάτω απ’ το σεντόνι, και προστάζει τον εαυτό του ν’ αποκοιμηθεί, για να πάψει να σκέφτεται – μα ο εαυτός του είναι ανυπάκουος.

Πασχίζει –σπάει το κεφάλι του– να θυμηθεί την ακριβή στιγμή της απώλειας, του ακρωτηριασμού. Θα ’πρεπε να ’χε πονέσει, μα δεν είχε νιώσει το παραμικρό. Θα ’πρεπε να ’χε αιμορραγήσει, όμως δεν είχε χύσει στάλα αίμα.

Αν πίστευε στα μαγιολίκια, όπως η κυρά του, θα ’λεγε πως κάποιος απ’ τους μύριους εχθρούς του τον είχε καταραστεί. Μα είχε τετράγωνο μυαλό, ατροφική φαντασία· εδώ καλά καλά –κι ας είχε κάνει προ πολλού την Εκκλησία τσουτσέκι του κι εργαλείο του καθεστώτος– δεν ήταν σίγουρος πως πίστευε στον Θεό.

Η αποπνικτική ταπείνωση, που έκρυβε τόσες μέρες, τον έσπρωχνε ώρες ώρες στα όρια της απόγνωσης, και σκεφτόταν να αναθέσει τη διαλεύκανση του μυστηρίου σ’ έναν έμπιστο κυπατζή – μα πώς να ξεστομίσει το βάσανό του χωρίς να τον πάρουν για τρελό; Κι αν έβγαινε η βρόμα πως του ’χε στρίψει, οι ραδιούργοι κι οι υπονομευτές θα ξεσάλωναν, θα πήγαιναν καρφί στον Παττακό και θα του λέγαν ότι ο Γιωργάρας ήταν για τα σίδερα. Χώρια ότι το μυστικό του μπορεί να διέρρεε, κι ολάκερη η χώρα να γελούσε με τα χάλια του.

Είμαι ακόμα άντρας; Η αναρώτηση τον κάνει να κουλουριαστεί σαν μωρό. Ναι, φυσικά και είναι: το μούτρο του μαλλιάζει αν δεν ξυριστεί, η φαλάκρα του μεγαλώνει μέρα τη μέρα, το κορμί του είναι μες στην τρίχα, η φωνή του, αν κι όχι τόσο μπάσα όσο θα την ήθελε, είναι τουλάχιστον ξεκάθαρα αντρική. Μα όταν γυρίζει μπρούμυτα, και δεν νιώθει τίποτα να πιέζεται, θέλει να ουρλιάξει: Ελάτε στη θέση σας!

Καθώς γλαρώνει, σκέφτεται τα φίδια, που αλλάζουνε πετσί, τις γουστερίτσες, που άμα τους κόψεις την ουρά, μετά από λίγο φυτρώνει καινούρια. Κι ενώ δεν είναι ερπετό –παρεκτός στα μάτια των συμμοριτών–, ίσως κάτι τέτοιο να συμβαίνει και στα αχαμνά του. Μπορεί, αν κάνει υπομονή, το καμάρι του να ξεμυτίσει εκ νέου.

Ένα φύσημα διατρέχει τ’ άντερό του, και λευτερώνεται με μια κομπολογάτη πορδή. Τι το ’θελε το ιμάμ μπαϊλντί;

Η Δέσποινα μισοξυπνάει απ’ την μπόχα κι αλλάζει πλευρό, παραμιλώντας: κάτι για μια μεγάλη πόρτα – λόγια της χοντρής της καφετζούς. Μόλις αποκοιμιέται, ο δικτάτορας πέφτει σ’ ένα γλυκό όνειρο: βρίσκεται καταμεσής της Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων, στο κέντρο του σταδίου, κι όλοι γύρω κοιτούν με θαυμασμό το μαραφέτι του, μακρύ και χοντρό σαν καραβόσκοινο. Στον ύπνο του, χασκογελάει, και χαϊδεύει ασυναίσθητα το απόν μέλος.

[12]

Αν δεν έχουν μια γυναίκα από κοντά, να τους κουμαντάρει, οι άντρες είναι όλοι αγροίκοι – έτσι και τους αφήσεις λάσκα, είναι ικανοί να ζουν σαν τρωγλοδύτες. Μήτε να κουρευτούν θυμούνται, μήτε σκαμπάζουν ποια γραβάτα πάει με ποιο κουστούμι, κι όσο για το λουτρό, είναι χειρότεροι από παιδιά: πρέπει να τους χώσεις στην μπανιέρα με μπάτσες, για να μη ζέχνουν σαν τους κάπρους.

Κι ο καλός της, από φυσικού του, είναι μαλωμένος με το σαπούνι: θεό πρέπει να τον κάνει, κάθε δυο τρεις μέρες, να μπει και να πλυθεί.

Όμως εδώ και μια βδομάδα, την παρακούει, προσπαθεί να την παραμυθιάσει ότι πλύθηκε, παστώνοντας το σώμα του απ’ την κορφή ως τα νύχια με κολόνιες κι άφτερ σέιβ. Αλλά η Δέσποινα δεν είναι χτεσινή, δεν γελιέται έτσι εύκολα.

«Θες να σου βγει η λέζα του βρομύλου;» του είπε το πρωί. «Για όνομα του Θεού και της Παναγίας, μπες και κάνε ένα μπανάκι, να φύγει η μάκα. Δεν είσαι ζαχαρωτό, να λιώσεις».

Μα ύστερα από ένα λεπτό γύρισε φουρκισμένος, και ρώτησε πού ήταν το κλειδί του μπάνιου.

«Μνήσθητί μου Κύριε! Τι το θες το κλειδί; Μην μπω και δω αυτά που ’χω δει εκατό φορές; Είναι δυνατόν να ντρέπεσαι τη γυναίκα σου;»

Αλλά ήταν ανένδοτος: ήθελε να λουστεί και να μπανιαριστεί κατ’ ιδίαν – και στο τέλος, πήρε την ξύλινη σφήνα απ’ την πόρτα της τραπεζαρίας, που είναι λίγο μπόσικη, και κοπανάει έτσι κι ανοίξεις την μπαλκονόπορτα, και ταμπουρώθηκε στο μπάνιο, με την πόρτα φρακαρισμένη.

Και τώρα η Δέσποινα κάθεται στην κουζίνα και τρώγεται με τα ρούχα της. Το να κρύβει ο κύρης σου το κορμί του είναι ύποπτο: λες να ’χει καμιά βρόμα σπιτωμένη, και να του άφησε σημάδι με τα χείλια της; Όσο φαντάζεται τη μελανή δαγκωνιά της απιστίας, το αίμα της βράζει.

Μα είναι αδύνατον κάτι τόσο σοβαρό να ξέφυγε απ’ τη μαντάμ Αννιούσκα. Όσο και να την καλοπιάνει, είναι ντόμπρα, μιλάει σταράτα, κι αν υπήρχε στ’ αλήθεια λεγάμενη, θα της το ’χε πει, για να τη βγάλει απ’ τη μέση μια ώρα αρχύτερα – όταν είσαι κυρία πρωθυπουργού και προέδρου, έχεις τρόπους να αμυνθείς, να εξαφανίσεις την όποια ξετσίπωτη αντίζηλη.

Εκτός κι αν… Μα είναι δυνατόν, πενήντα τεσσάρων χρονώ άντρας, να παίζει ακόμα το πουλί του σαν παιδαρέλι; Σαφώς, έχει καιρό να του δοθεί, μα η αποχή ήταν κοινή απόφαση – όταν έπαψε να ερωτοτροπεί μαζί του, δεν την πολιόρκησε ιδιαίτερα. Κι οι δυο τους υποδέχτηκαν την ερωτική ανομβρία με ανακούφιση.

Αλλά ίσως ήταν σφάλμα της που παραγκώνισε τις ανάγκες του: αν έχει φτάσει στο σημείο να οχυρώνεται στο μπάνιο για να τον κάνει λάστιχο, οφείλει να επωμισθεί εκ νέου τα συζυγικά της καθήκοντα.

Είναι έξαλλη που δεν μπορεί να τον αιφνιδιάσει, να τον ξεμπροστιάσει. Δυο φορές ως τώρα ζύγωσε ακροποδητί την πόρτα του μπάνιου, και την έσπρωξε απαλά, μα δεν μετακινήθηκε χιλιοστό. Οπότε τη στήνει μπάστακας στο υπνοδωμάτιο, και περιμένει να βγει ο ξαναμμένος της αντρούλης. Όταν ξεμυτίζει, αχνιστός και ροδοκόκκινος, τυλιγμένος με το χιονάτο μπουρνούζι, και τη βλέπει καθισμένη στο κρεβάτι, συνοφρυώνεται.

«Τι καραδοκείς σαν τον Χάρο; Τράβα μέσα».

«Είμαι γυναίκα σου, κι έχω κάθε δικαίωμα να σε δω γυμνό».

Ο Γιώργης καγχάζει.

«Δεν θα ’σαι καλά. Πάαινε, λέμε. Θες να φας καμιά ξανάστροφη;»

«Εξαρτάται αν θες εσύ να φας δύο».

«Δέσποινα, σύρε στην κουζίνα σου και μη μου ζαλίζεις τον έρωτα. Πρέπει να πάω να δω τον Χατζηπέτρο. Έχει νεότερα απ’ τα καθίκια στο Παρίσι».

Μεμιάς, σηκώνεται απ’ το κρεβάτι κι ορμάει καταπάνω του. Ο εθνοσωτήρ τής ξεφεύγει, και πηγαίνει τρέχοντας στην άλλη άκρη της κρεβατοκάμαρας.

Η σύζυγός του, αναμαλλιασμένη, βέβαιη πως την απατά, έχει ιδρώσει, η καρδιά της βροντάει, και τον κοιτάζει με μάτια σαν φλόγες.

«Πού τα πουλάς αυτά; Πώς τη λεν την πόρνη που θα πας να ξεμπουρλέψεις; Που σ’ έχει γεμίσει ρουφηξιές, και μου τις κρύβεις;»

Ο κυρ Γιώργης γουρλώνει τα μάτια.

«Παλάβωσες; Τι είναι αυτά που λες; Ποιος σου ’βαλε τέτοιες ιδέες; Μήπως αυτή η γιούφτισσα, που κουβαλιέται και σου τρώει τα λεφτά – τα δικά μου λεφτά; Γιατί, να της πεις να το ξέρει, στον Αϊ-Στράτη έχει άπλα. Να πάρει τον αέρα της».

«Δεν χρειάζεται να μου πει κανείς και τίποτα.

Γυναίκα είμαι, κι έχω ένστικτο. Ξέρω πότε μου φυτρώνουν κέρατα».

«Δέσποινα, μα την Παναγία τη συνονόματή σου, σκέφτεσαι τρελά πράγματα. Πήγαινε μέσα κι άσε με ήσυχο να ετοιμαστώ».

«Αν δεν σε δω τσιτσίδι, δεν πάω πουθενά».

Ακολουθεί σκηνή οικιακής κωμωδίας: το ζεύγος κυνηγιέται, βρίζεται, ο ένας απειλεί τον άλλο, όμως στο τέλος ένα ατύχημα δίνει στη Δέσποινα το πάνω χέρι: ο άντρας της βγαίνει πιλάλα στον διάδρομο, γλιστράει στο μάρμαρο, και σκάει χάμω σαν καρπούζι. Κι όσο στριφογυρνά, βογκάει και καταριέται, η γυναίκα του χιμάει και τραβάει το μπουρνούζι από πάνω του με τέτοια βία, που το ζωνάρι σκίζεται.

Ο Παπαδόπουλος σέρνεται ανάσκελα προς τα πίσω, και σκεπάζει με τα χέρια τα αχαμνά του – κι η προδομένη κυρά του κρώζει:

«Ώστε εκεί σε δάγκασε η σκρόφα, η λυσσάρα! Ήθελε ν’ αφήσει το σημάδι της στο πουλί σου! Πάρ’ τα χέρια σου να το δω, για θα σ’ το κόψω απ’ τη ρίζα!».

«Όχι, να χαρείς, Δεσποινάκι μου. Ό,τι θες από μένα, εκτός απ’ αυτό. Σε εκλιπαρώ, πέφτω στα πόδια σου».

Είναι ήδη στα πόδια της, κι η απελπισία στο βλέμμα, στη φωνή του, προς στιγμήν κατευνάζει την οργή της. Τον λυπάται, έτσι γυμνό κι ανήμπορο και φοβισμένο στο πάτωμα – αλλά αν δεν μάθει την αλήθεια, αν δεν βεβαιωθεί με τα ίδια της τα μάτια ότι της είναι πιστός, θα της στρίψει.

«Δεν θα φωνάξω άλλο, σ’ το υπόσχομαι. Αλλά θέλω να το δω: απ’ τη μέρα που σε στεφανώθηκα –κι από πιο πριν, αν θυμάσαι καλά– μου ανήκει».

Τα μάτια του γυαλίζουν λες κι είναι έτοιμος να κλάψει.

«Θα σου κάνω το χατίρι» λέει, και ξεροκαταπίνει, «όμως δεν πρέπει να πεις κουβέντα σε άνθρωπο – μήτε στη χαρτορίχτρα, μήτε σε κανέναν. Κινδυνεύει η θέση μου, κινδυνεύει το μέλλον της Ελλάδος».

Σφαλίζει τα βλέφαρα, σφίγγει τα δόντια, και τραβάει τα χέρια του.

Η Δέσποινα κοιτά, δεν καταλαβαίνει, κάνει να πλησιάσει, ανοίγει το στόμα, γουρλώνει τα μάτια, και λιγοθυμά.

Σχετικά άρθρα