Ο Γιάννης Μανάκος βλέπει τον κόσμο ως μια βιωματική αισθητηριακή εμπειρία
Ο φωτογράφος και σκηνοθέτης, για να αναφέρουμε μόνο μερικές απ' τις ιδιότητές του, Γιάννης Μανάκος μάς δείχνει τον κόσμο μέσα απ' το φακό της κάμεράς του.
Περιεχόμενα
Ο Γιάννης Μανάκος είναι επαγγελματίας με μακρά καριέρα στον χώρο της διαφήμισης, έχοντας συνεργαστεί με μια σειρά από εταιρείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αφού σπούδασε στην Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο Σινεμά, Μαθηματικά και Διοίκηση Επιχειρήσεων.
Παράλληλα με την επαγγελματική του πορεία, καλλιεργεί μια έντονη δημιουργική ζωή ως σκηνοθέτης, φωτογράφος, δοκιμιογράφος και θεατής του κόσμου. Το προσωπικό του site, yiannismanakos.com, λειτουργεί ως ψηφιακό ημερολόγιο ιδεών και εμπειριών — εκεί δημοσιεύει δοκίμια για την τέχνη, τον κινηματογράφο, τη μουσική και τη φιλοσοφία της εικόνας, καθώς και φωτογραφίες από ταξίδια σε τόπους όπως η Ισλανδία, η Βόρεια Κορέα, η Αμερική και η Νορμανδία.
Κεντρική αρχή της σκέψης του είναι το ESE (Experiential Sensory Experience) — μια φιλοσοφία που τιμά την ιδιωτική, αισθητηριακή εμπειρία έναντι της επίδειξης. Στα κείμενά του επιστρέφει συχνά σε ερωτήματα γύρω από τον χρόνο, τη μνήμη και το πώς η φωτογραφία επιμηκύνει την υποκειμενική ζωή — η ιδέα ότι οι φωτογράφοι ζουν περισσότερο γιατί ξαναζούν στιγμές μέσα από τις εικόνες τους.
Με το επαγγελματικό του υπόβαθρο στη δημιουργική διαφήμιση είναι σε συνεχή αναζήτηση νέων μορφών και στυλ , χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει την έλξη του προς «σκοτεινό, άβολο και ασυνήθιστο υλικό». Να, σαν αυτά τα καρέ που ακολουθούν, τα οποία μας παρουσιάζει με δικά του λόγια.

«Το Παράδοξο της Σπανιότητας: Περπατώντας στο Μοναστηράκι στην Αθήνα, ή σε οποιοδήποτε κέντρο πόλης, συνειδητοποιώ ότι μπορεί κανείς να αγοράσει αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου με ένα ή δύο ευρώ σε DVD. Ταινίες όπως το 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος του Κούμπρικ ή ο Πολίτης Κέιν του Όρσον Γουέλς μάς ανήκουν με το αντίτιμο ενός καφέ. Επειδή η βιομηχανία βασίζεται στη μαζική διανομή, αντιμετωπίζουμε αυτά τα μνημειώδη έργα ως φθηνά, αναλώσιμα προϊόντα. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να συμβεί με έναν πίνακα ή ένα γλυπτό, λόγω της έννοιας της σπανιότητας.
Το Μοντέλο της Γκαλερί: Αυτή η αντίθεση μού έγινε ξεκάθαρη με αφορμή το έργο The Clock του Κρίστιαν Μάρκλεϊ—ένα υπνωτικό, 24ωρο μοντάζ από χιλιάδες αποσπάσματα ταινιών, συγχρονισμένο με την πραγματική ώρα της αίθουσας. Αντίθετα με τις κλασικές ταινίες, το έργο αυτό δεν υπάρχει στο Netflix ή σε DVD. Για να το δεις, πρέπει να ταξιδέψεις σε μεγάλα μουσεία (όπως το MoMA ή η Tate) και να περιμένεις στην ουρά. Υπάρχουν μόνο έξι αντίτυπα παγκοσμίως, τα οποία πουλήθηκαν σε ελίτ ιδρύματα για περίπου μισό εκατομμύριο δολάρια το καθένα.
Γουέλς εναντίον Μάρκλεϊ: Εδώ προκύπτει ένα συναρπαστικό ερώτημα: αν κοιτάξουμε την τιμή μονάδας, ο Μάρκλεϊ «αξίζει» περισσότερο από τον Όρσον Γουέλς. Ο Μάρκλεϊ αντιμετώπισε το φιλμ του σαν σπάνιο διαμάντι και έβγαλε εκατομμύρια, ενώ ο Γουέλς πέθανε σχεδόν απένταρος, εγκλωβισμένος στο σύστημα των στούντιο. Η βαθιά ειρωνεία είναι ότι ο Μάρκλεϊ πήρε «φθηνό» υλικό, που κυκλοφορεί ευρέως, και το μετέτρεψε σε ένα απρόσιτο αντικείμενο πολυτελείας για τους θαμώνες των μουσείων.
Ένα Δημοκρατικό Μέσο: Τελικά, βρισκόμαστε μπροστά σε δύο μοντέλα επιτυχίας. Το μοντέλο του Γουέλς προσφέρει την αθανασία μέσα από τη μαζική διανομή, όπου το έργο κοστίζει ελάχιστα αλλά έχει άπειρο ανθρώπινο αντίκτυπο. Το μοντέλο του Μάρκλεϊ προσφέρει οικονομική ασφάλεια μέσω της τεχνητής σπανιότητας, αλλά το έργο παραμένει «φάντασμα» για το ευρύ κοινό. Θεωρώ, λοιπόν, πως η «χαμηλή τιμή» των σπουδαίων ταινιών είναι το μεγαλύτερο δώρο τους προς εμάς. Διασφαλίζει ότι η τέχνη ανήκει στον λαό και όχι στα ιδρύματα. Αν ο Πολίτης Κέιν ήταν κλειδωμένος σε ένα μουσείο, γενιές κινηματογραφιστών δεν θα τον είχαν ανακαλύψει ποτέ και ο κόσμος μας θα ήταν φτωχότερος».

«Ένα τραγούδι που άκουσα τυχαία σε ένα φυσικοθεραπευτήριο με οδήγησε σε μια ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στο “Like a Rolling Stone” του Μπομπ Ντίλαν και το “If I Never Sing Another Song” του Ντάνι Λίντον, καθώς και τα δύο πραγματεύονται την πτώση ενός διάσημου αστέρα. Ενώ ο Ντίλαν ασκεί μια μάλλον σκληρή κριτική στην απώλεια των προνομίων, το δεύτερο τραγούδι προσφέρει μια πιο εσωτερική, ανθρώπινη και γλυκόπικρη ματιά στην αποδοχή αυτής της απώλειας. Αυτή η ευμετάβλητη φύση της δόξας και του πλούτου με συνέδεσε αναπόφευκτα με την έννοια του «Υψηλού» (The Sublime) στην τέχνη και τη φύση—όπως αποτυπώνεται στον διάσημο πίνακα του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ ή στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Άνσελ Άνταμς. Η απεραντοσύνη της φύσης, που προκαλεί δέος και τρόμο, μας υπενθυμίζει πόσο μικροί και εφήμεροι είμαστε μπροστά της. Όσο περισσότερο συνδεόμαστε μαζί της, τόσο συνειδητοποιούμε ότι τα ανθρώπινα επιτεύγματα, τα πλούτη και η φήμη είναι παροδικά. Στην αγκαλιά της φύσης βρίσκουμε τελικά τη γαλήνη, καταλαβαίνοντας ότι ο πραγματικός πλούτος της ζωής δεν μετριέται με υλικά αγαθά, αλλά με την ικανότητά μας να βρίσκουμε νόημα σε όσα είναι εφήμερα».

«Η θεωρία ESE (The Extra Sensory Experience): Πρόκειται για μια ριζική στροφή: να αξιολογούμε όσα αγοράζουμε και απολαμβάνουμε όχι με βάση την τιμή, τις ετικέτες ή την κοινωνική επίδειξη, αλλά με το πόσο βαθιά συνδέονται με τις δικές μας αισθήσεις. Από την απολαυστική αίσθηση μιας παγωμένης Coca-Cola σε γυάλινο μπουκάλι ή τη μεταξένια γεύση μιας σπάνιας φράουλας Oishii, μέχρι την οδηγική συγκίνηση μιας Porsche 911 ή ένα απλό σουβλάκι των 2€ με φίλους στο δρόμο, η ουσία κρύβεται στην εσωτερική, ιδιωτική μας σύνδεση με τη στιγμή. Το ESE είναι δημοκρατικό αλλά απαιτεί εκλεπτυσμένη διαίσθηση, αυτοπεποίθηση και την ικανότητα να απορρίπτουμε την ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση—όπως το να προτιμάμε ένα ποιοτικό ρούχο που μας αντιπροσωπεύει αντί για μια πανάκριβη μπλούζα με το λογότυπο κάποιου άλλου. Αυτή η φιλοσοφία, που αντηχεί τις ιδέες του Επίκουρου, του Θορώ, αλλά και τις ιαπωνικές έννοιες του wabi-sabi, επαναπροσδιορίζει ακόμα και το σύγχρονο μάρκετινγκ, μετατρέποντας τη “μοναδική πρόταση πώλησης” σε μια μοναδική αισθητηριακή εμπειρία. Τελικά, το ESE λειτουργεί σαν καθρέφτης του εαυτού μας όταν κανείς δεν μας κοιτάζει, βοηθώντας μας να ζήσουμε πιο βαθιά, πιο όμορφα και με τους δικούς μας όρους».
Δείτε τα πλήρη κείμενα του δημιουργού εδώ
Ο κόσμος με τη ματιά του Γιάννη Μανάκου




