Ο Στέφανος Δάνδολος προτείνει τις μυθιστορηματικές βιογραφίες που πρέπει να διαβάσεις
Ένα διαφορετικό, μαγικό ταξίδι στην αθέατη πλευρά της ιστορίας.
Γιατί μας συναρπάζουν τα μυθιστορήματα με αληθινούς ήρωες; Υποθέτω ότι ανήκω στους «ειδικούς» ως προς τη συγκεκριμένη κατηγορία. Πριν από εννέα χρόνια, η «Ιστορία χωρίς όνομα», για τη ζωή και τον θάνατο της Πηνελόπης Δέλτα, καθόρισε τη συγγραφική μου καριέρα. Μια τριετία αργότερα, γεννήθηκε το «Φλόγα και άνεμος», για την Κυβέλη και τον Γεώργιο Παπαδρέου. Τα δύο αυτά βιβλία μού πρόσφεραν συγκινήσεις μεγάλες, βραβεία, πωλήσεις, το πρώτο ανέβηκε και στο θέατρο με επιτυχία, το δεύτερο έγινε τηλεοπτική σειρά στην ΕΡΤ (η οποία ναι, μου άρεσε πολύ), γενικώς η δουλειά μου απέκτησε και μια άλλη ταυτότητα, τα δέκα λογοτεχνικά έργα που είχα καταθέσει έως τότε (ανόθευτη μυθοπλασία, ως επί το πλείστον) επισκιάστηκαν δραματικά από την ταμπέλα Συγγραφέας μυθιστορηματικών βιογραφιών (τι να πεις, αναπόφευκτες και οι ταμπέλες στην εποχή της ταχύτητας).
Όπως και να ’χει, η παρούσα αναδρομή που μου παρήγγειλε το ΚΛΙΚ υπό το ερώτημα που τέθηκε στην αρχή, δεν αφορά έναν ακόμα καλοκαιρινό κατάλογο βιβλίων, αλλά μια λογοτεχνική κατηγορία που όντως είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα στους αναγνώστες. Πράγματι, μας συναρπάζουν τα μυθιστορήματα με αληθινούς ήρωες, τα βιβλία που στο επίκεντρό τους θέτουν πτυχές της ζωής υπαρκτών ανθρώπων. Γιατί; Επειδή μας επιτρέπουν μια διαφορετική, πιο ενδελεχή, καταβύθιση μέσα σε χαρακτήρες προσώπων τα οποία ερεθίζουν το ενδιαφέρον. Επειδή θέτουν το Ιστορικό Μυθιστόρημα στην υπηρεσία ενός χρονικού που συνδυάζει το ντοκουμέντο με την μυθοπλασία. Και επειδή, αν είναι γραμμένα με έντιμες προθέσεις, αν δηλαδή δεν αποσκοπούν στη θέαση της κλειδαρότρυπας (όπως συμβαίνει σε κάποιες περιπτώσεις), βοηθούν μέσα από την κατανόηση των προσώπων και των καιρών στην κατανόηση της ίδιας της Ιστορίας.
Ας κάνουμε λοιπόν μια αναδρομή σε τέτοια αξιόλογα έργα, ξεκινώντας από τη μεταφρασμένη λογοτεχνία. Πρόσφατα οι εκδόσεις Καστανιώτη εξέδωσαν το «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν, που φέρνει στο προσκήνιο τον σπουδαίο Αυστριακό σκηνοθέτη Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, ένδοξη κινηματογραφική μορφή του μεσοπολέμου. Στις σελίδες του περνάει όλη η ατμόσφαιρα της εποχής, ηθοποιοί, παραγωγοί, η Γκάρμπο, το Χόλιγουντ, αργότερα το σκότος του Ράιχ, ο Γκέμπελς, η Λένι Ρίφενσταλ, ο πόλεμος. Ο πρωταγωνιστής Παμπστ θα φτάσει να συνεργαστεί με το χιτλερικό καθεστώς, γυρίζοντας ταινίες που φλερτάρουν με την ναζιστική προπαγάνδα, και ο έμπειρος Κέλμαν θα αναδείξει περίτεχνα τις ουτοπίες και τις διαψεύσεις ενός ταγμένου καλλιτέχνη που δεν μπορεί να ξεφύγει από το πνιγηρό πεπρωμένο του. Γραμμένο υπό την μορφή αυτοτελών επεισοδίων, το βιβλίο εστιάζεται σε στιγμές και περιόδους της ζωής του Παμπστ που στάθηκαν καθοριστικές στην πτώση του από το βάθρο των μεγάλων. Το διάβασα απνευστί, καθώς τόσο το θέμα του όσο και η εποχή στην οποία εκτυλίσσεται, συγγενεύουν με το μυθιστόρημα που δουλεύω τα τελευταία χρόνια, και αν κάτι μου έκανε εντύπωση από τον τρόπο που προσεγγίζει το υλικό του ο Κέλμαν είναι η θαρραλέα ελευθερία που επιτρέπει στον εαυτό του, ελευθερία που τον οδήγησε να επινοήσει έναν γιο (του Παμπστ) και μέσα από τη σχέση αυτή να εντρυφήσει σε προσωπικά θέματα του σκηνοθέτη. Ο Παμπστ στην πραγματικότητα δεν είχε γιο. Μπορείς να παρέμβεις σε τέτοιο βαθμό στη ζωή ενός υπαρκτού προσώπου; Παρότι εγώ δεν θα το έκανα ποτέ, ο Κέλμαν μπόρεσε, το τόλμησε, και ο φανταστικός γιος δεν ενοχλεί καθόλου, μήτε αλλοιώνει το περίγραμμα και την έκβαση των γεγονότων, αντιθέτως η επινόηση λειτουργεί προς όφελος της αφήγησης. Κι εδώ έγκειται η βασική διακριττή γραμμή ανάμεσα στη βιογραφία και στο μυθιστόρημα. Ό,τι δηλώνεται ως βιογραφία, με τις παραλλαγές της (συναξάρια, βίοι κτλ), δεσμεύεται αυστηρά να μείνει πιστό στην αλήθεια, ενώ ό,τι επιγράφεται ως λογοτεχνία (μυθιστορηματική βιογραφία ή μυθιστόρημα) είναι φανερό ότι προγραμματικά διεκδικεί τις ελευθερίες του, μπορεί να εξοκείλει ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε μυθιστοριογράφου.
Τέτοιες ελευθερίες, πάντως, δεν φαίνεται να παίρνει το «Ο Τόμας Μαν σε διακοπές» της Κέρστιν Χόλζερ (εκδόσεις Μεταίχμιο), που κυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα. Κείμενο εσωτερικό, συγκρατημένο όσο και ο χαρακτήρας του ίδιου του Μαν, μας μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1918, ενόσω η Γερμανία βρίσκεται προ της ήττας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς ο νομπελίστας συγγραφέας και η οικογένειά του παραθερίζουν ήρεμα στο Τέγκερνζεε με φόντο την ειδυλλιακή λίμνη. Θα αποδειχτεί μοιραίο το εν λόγω καλοκαίρι, αφού ο Τόμας Μαν θα συνειδητοποιήσει ότι ο παλιός κόσμος γύρω του έχει καταρρεύσει. Πρόκειται για ένα βαθύ ψυχολογικό πορτρέτο, χτισμένο με χιούμορ και ευαισθησία, το οποίο παρεμπιπτόντως έρχεται στα χέρια μας την ίδια χρονιά που η ταινία «Fatherland» του Πάβελ Παβλικόφσκι, για τον Τόμας Μαν σε μια άλλη περίοδο της ζωής του, λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έκλεψε την παράσταση στο πρόσφατο Φεστιβάλ των Καννών. Και στο σημείο αυτό να προσθέσω κάτι: προτιμώ χίλιες φορές τα βιογραφικά μυθιστορήματα που επικεντρώνονται σε ένα συγκεκριμένο χρονικό κομμάτι, και μέσα από αυτό ξεδιπλώνουν (χωρίς να είναι κι απαραίτητο) τον υπόλοιπο βίο του κεντρικού προσώπου.
Πιστεύω ότι το δύσκολο για έναν μυθιστοριογράφο είναι να εντοπίσει εκείνη τη ρωγμή του χρόνου που δεν έχει αναδειχθεί ποτέ, όπως έκανε η Χόλζερ σε αυτό το βιβλίο, όπως έκανε ο Μάικλ Κάνιγχαμ στο «Οι ώρες» (εκδόσεις Λιβάνη) για την Βιρτζίνια Γουλφ (άλλο εξαιρετικό μυθιστόρημα), όπως έκανε η Έρση Σωτηροπούλου στο υπέροχο «Τι μένει από τη νύχτα» (εκδόσεις Πατάκη) για τον Κωνσταντίνο Καβάφη, όπως έκανε ο Μάνος Ελευθερίου στο γοητευτικό «Ο καιρός των χρυσανθέμων» (εκδόσεις Μεταίχμιο) για την Ευαγγελία Παρασκευοπούλου. Αυτό ακριβώς επιχειρώ κι εγώ στα δικά μου έργα. Η Πηνελόπη Δέλτα, το 1908, έγλειστη σε ένα σανατόριο του Γκάινφαρν. Η Κυβέλη, το 1968, αντιμέτωπη με τους χουντικούς ενώ ο Γεώργιος Παπανδρέου έχει μόλις πεθάνει. Η ρωγμή είναι που έχει σημασία, εκεί ακινητοποιείται ο χρόνος και σου δίνει τη δυνατότητα να βυθιστείς με κάποια πρωτοτυπία στο παρελθόν και στο παρόν. Μυθιστορήματα που ξεκινούν με τη φράση Γεννήθηκε μια κρύα μέρα του (…Χ έτους) και τελειώνουν με τον θάνατο, περικλείοντας απλώς μια στεγνή απαρίθμηση γεγονότων (όσο λυρική κι αν είναι), μου φαντάζουν μάλλον ξεπερασμένα, αποτελούν εξιδανικευμένες παραλλαγές ενός τετριμμένου ρεπορτάζ, δεν με γραπώνουν ποτέ από το λαιμό, μου προσφέρουν μια επιδερμική ψυχαγωγία που δεν θα με προβληματίσει, δεν θα με κεντρίσει (γι’ αυτό και ουδόλως τρελαίνομαι για τα βιβλία του Φρέντυ Γερμανού, όσο όμορφα κι αν έχουν γραφτεί, όσο κι αν τον θαυμάζω ως δημοσιογράφο). Πάμε παρακάτω;
Πάμε. Άλλα μυθιστορήματα του είδους που έχω ξεχωρίσει. «Η ξανθιά» της Τζόις Κάρολ Όουτς (εκδόσεις Καστανιώτη). Για την Μέρυλιν Μονρόε. Έργο γαργαντουικό, που αποτελεί ίσως την κορυφαία στιγμή της Αμερικανίδας συγγραφέα. Η Όουτς δεν εντοπίζει μία ρωγμή μόνο, μα πολλές, πάρα πολλές, που τις απλώνει σε ένα ορμητικό ποτάμι εννιακοσίων σελίδων, σκάβοντας βαθιά σε κάθε χρονικό διάστημα που επιλέγει από την τραγική ζωή της μεγάλης σταρ. Έτσι, καλύπτει την δύσκολη εφηβεία, τις σχέσεις, την άνοδο και την πτώση της Νόρμα Τζιν, δίχως να αφηγείται από απόσταση τον βίο της, αλλά πλάθοντας σκηνές ασύλληπτης έντασης. Η γραφή είναι ασθματική, γεμάτη πάθος, όπως και η ψυχοσύνθεση της Μονρόε (δεν θεωρώ την Όουτς στυλίστρια του λόγου, όσο σπουδαία κι αν είναι. Το γράψιμό της έχει συχνά κάτι το ακατάστατο, με άφθονες επαναλήψεις λέξεων, μπορεί κάποιες στιγμές να θεωρηθεί και τσαπατσούλικο. Ωστόσο είναι ο πυρετός της γραφής της που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, καθώς και το γεγονός ότι μπαίνει τόσο βαθιά στα θέματά της, που σε παρασέρνει, σε καθηλώνει). Το «Blonde» ήταν υποψήφιο τόσο για το Πούλιτζερ, όσο και για το Εθνικό Βραβείο Αμερικής, έγινε ταινία από τον Άντριου Ντόμινικ και παραμένει η πιο σοβαρή λογοτεχνική κατάθεση που έγινε ποτέ για την πρόωρα χαμένη ηθοποιό. Το ίδιο αποπειράθηκε να κάνει, χρόνια πριν, και ο Νόρμαν Μέιλερ με το βιβλίο «Μέρυλιν – Μια βιογραφία» (εκδόσεις Χατζηνικολή), μα παρότι υπήρξε τεράστιος συγγραφέας, μάλλον απέτυχε. Η δική του εκδοχή εγκλωβίστηκε στα ατυχή όρια που ανέφερα παραπάνω – αποτελεί μια επιφανειακή συρραφή γεγονότων, πλαισιωμένη από περιττά σχόλια, τίποτα το αξιομνημόνευτο, νιώθεις ότι διαβάζεις μια πρώιμη Wikipedia του 1970. Ο ίδιος ο Άρθουρ Μίλλερ το κατακεραύνωσε ως ασήμαντο. Καμία σχέση με το συγκλονιστικό «The Fight» που έγραψε ο Μέιλερ για τον πυγμάχο Μοχάμεντ Άλι μερικούς χειμώνες αργότερα.
Φυσικά, ίσως τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε γραφτεί αν ο μεγάλος Ρόμπερτ Γκρέιβς πετούσε στα σκουπίδια το χειρόγραφο του «Εγώ ο Κλαύδιος» στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Το έργο εκείνο (εκδόσεις Κέδρος) ήταν που εδραίωσε την ανάδειξη του είδους της μυθιστορηματικής βιογραφίας στον εικοστό αιώνα. Πρόκειται για μια ευφυή διατριβή στον κόσμο της εξουσίας, ένα μυθιστόρημα που ζωντανεύει με τρόπο αριστουργηματικό την διαπλοκή και τα παρασκήνια της Αρχαίας Ρώμης. Εδώ η ρωγμή είναι οι αδυναμίες του ίδιου του Κλαυδίου, που είναι ένας ανθρωπάκος σαν πολλούς από εμάς, δειλός, φοβισμένος, φθαρτός. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Γκρέιβς είναι ένας masterclass δημιουργικής γραφής, που το επανέλαβε και στον δεύτερο τόμο («Κλαύδιος ο Θεός», εκδόσεις Ηριδανός), εντούτοις δεν κατάφερε να το ξεπεράσει έκτοτε. Εμβληματικό μπεστ σέλλερ της εποχής, που κάποια στιγμή έγινε και μνημειώδης τηλεοπτική σειρά από το BBC με τον Ντέρεκ Τζάκομπι στον ρόλο του αυτοκράτορα. Κατόπιν, ο Γκρέιβς επανήλθε με το μυθιστόρημα «Κόμης Βελισάριος» (εκδόσεις Μέδουσα), που μας μεταφέρει στον έκτο αιώνα μ.Χ., τότε που ανώτατος άρχοντας της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Ιουστινιανός και ο ικανός στρατηγός Βελισάριος παλεύει μέσα σε έναν κόσμο ραδιουργιών και δολοπλοκιών. Έξοχο μείγμα αλήθειας και μυθοπλασίας κι αυτό, μα όχι στο επίπεδο του Κλαυδίου.
Χάρη στον Γκρέιβς, πάντως, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες έγιναν αγαπημένη πρώτη ύλη για τους λογοτέχνες. Ο Τζον Γουίλιαμς έγραψε το «Αύγουστος» (εκδόσεις Gutenberg), ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα για τον μοιραίο Γάιο Οκτάβιο, που έγινε ο δοξασμένος Αύγουστος της Ιστορίας. Χτισμένο όχι με τον κλασσικό τρόπο της τριτοπρόσωπης αφήγησης, αλλά ως ντοκιμαντέρ, μέσα από λόγια άλλων ιστορικών προσώπων, επιστολές, ημερολόγια, σημειώσεις, υπομνήματα, ο Γουίλιαμς φτάνει στην ύψιστη στιγμή του, καθώς μας φέρνει εγγύτερα στους ήρωες καθιστώντας μας οιωνεί μάρτυρες των ποικίλων και πολυδιάστατων τεκταινομένων, από τις πολιτικές κόντρες και τις στρατιωτικές μάχες μέχρι τα ερωτικά παιχνίδια στους θαλάμους των Ρωμαϊκών παλατιών. Δικαίως έλαβε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας των ΗΠΑ, αδίκως έχει επισκιαστεί από το αδιάφορο, κατά τη γνώμη μου, «Ο Στόουνερ». Άκρως πειραματικό ως προς την προσέγγιση και αφάνταστα επιδέξιο ως προς την πλοκή, παραμένει ένα από τα κορυφαία αμερικανικά μυθιστορήματα όλων των εποχών. Εξίσου σημαντικό και το «Ιουλιανός» (εκδόσεις Εξάντας) του τιτάνα Γκορ Βιντάλ. Με το εύρος της πολυμάθειάς του, χρησιμοποιώντας από τη μία τις ιστορικές πηγές και από την άλλη τη δημιουργική του φαντασία, ο Βιντάλ αναπλάθει σαγηνευτικά τον 4ο αιώνα μ.Χ. δίνοντας πνοή στην αιρετική προσωπικότητα του Ιουλιανού. Άλλο είδος αφήγησης εδώ: το κείμενο «επιμελούνται» δύο άνθρωποι που υποτίθεται ότι γνώρισαν τον αυτοκράτορα. Συνθέτουν, σχολιάζουν διαφωνούν, γενικώς η χαρά της λογοτεχνίας.
Στην ίδια δημιουργική γραμμή, ασφαλώς, και η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ με το κλασικό «Αδριανού Απομνημονεύματα» (εκδόσεις Χατζηνικολή), έργο που αγαπήθηκε πολύ στη χώρα μας. Η Γιουρσενάρ, μέσα από το βίο του πιο «Έλληνα» από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, ακυρώνει τον χρόνο που μας χωρίζει από τον ήρωά της και παραδίδει ένα κείμενο διαχρονικό, με άφθονους συμβολισμούς για τη ζωή, για το θάνατο, για τις ψευδαισθήσεις, για τα όνειρα. Βιβλίο πυκνό, χυμώδες, λυτρωτικό. Κάπου στις αρχές της χιλιετίας μας, μαγεμένος από όλους αυτούς τους «δασκάλους» και συνεπαρμένος από τον τρόπο που η επινόηση εισχωρεί στην καταγεγραμμένη Ιστορία, επιχείρησα δειλά κι εγώ το πρώτο μου βήμα στο εν λόγω είδος, διαλέγοντας έναν άλλο αυτοκράτορα κι επιλέγοντας την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Αποτέλεσμα, το «Νέρων, Εγώ ένας Θεός» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2004). Δεν μπορώ να πω ότι το λατρεύω σήμερα, αλλά τουλάχιστον ήταν μια γενναία προσπάθεια, και επίσης μεταφράστηκε στα ιταλικά από τον σοβαρό οίκο Ε/Ο. (Παρεμπιπτόντως, η ελληνική έκδοση είναι εξαντλημένη, και θα παραμείνει εξαντλημένη).
Doc Fiction. Documentary Fiction. Historical Fiction. Υπάρχουν τόσοι ορισμοί. Το ζήτημα είναι ένα: πώς μπορείς να αποδώσεις πειστικά ανθρώπους που υπήρξαν, καθώς και την εποχή τους, και ταυτόχρονα να παρουσιάσεις λογοτεχνία πρωτότυπη, ζωντανή, δημιουργώντας αν γίνεται και αναγωγές με το σήμερα. Το έχω ξαναπεί: τα ιστορικά μυθιστορήματα που συμβιβάζονται εξ ορισμού με την επιφάνεια της ανάγνωσης είναι «κλασικά εικονογραφημένα», δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα βαθύτερο πέραν μιας ευκολοδιάβαστης ψυχαγωγίας. Όλα τα παραπάνω έργα μιλούν και για τη δική μας εποχή, επειδή αποκρυπτογραφούν έναν κόσμο που πάλλεται από τις ανεπούλωτες ανθρώπινες πληγές. Φιλοδοξία. Πόθο. Μοναξιά. Έρωτα. Διάψευση. Συντριβή. Πόλεμο. Αυτό κάνει και το «Πούτζι» του Τόμας Σνεγκάροφ (εκδόσεις Gutenberg), φέρνοντας στο φως ένα πρόσωπο δευτερεύον και αμφιλεγόμενο, έναν πιανίστα που σαγηνεύεται από τον Χίτλερ και γίνεται η προσωποίηση μιας ολόκληρης κοινωνίας, πλανεμένης από τους δημαγωγούς. Η χίμαιρα του Ναζισμού, που τόσο έντεχνα ζωντανεύει στις 418 σελίδες του βιβλίου, σε φέρνει αντιμέτωπο με κάθε είδους χίμαιρα που έχεις συναντήσει στο διάβα των καιρών μας. Αυτό κάνει και «Η δολοφονία του Σωκράτη» του Μάρκος Τσίκοτ (εκδόσεις Πατάκη), που αναπλάθει αριστοτεχνικά τη ζωή του ανυπέρβλητου φιλοσόφου, και μας θυμίζει πόσο μοιάζει σε σκληρότητα ο κόσμος εκείνης της εποχής με τον δικό μας. Σκοτεινοί χρησμοί, αντιπαλότητες, φθόνος, και οι ιστορίες των ανθρώπων να συμπλέκονται με την ιστορία της ανθρωπότητας.
Μα και η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία έχει να επιδείξει τέτοιου είδους ολοκληρωμένα έργα, που δημιουργούν τομές στο είδος. Ένα από τα πιο αγαπημένα μου, «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά» της Ρέας Γαλανάκη (εκδόσεις Καστανιώτη), μυθιστόρημα υψηλής τεχνικής και πυκνών νοημάτων, που ανατέμνει περίτεχνα την υπαρκτή δραματική ζωή του Ισμαήλ, αφήνοντας τη μυθοπλασία να ταξιδέψει τον αναγνώστη σε σελίδες αξέχαστες. Η πάντα επιδέξια Γαλανάκη συμπλέκει αλήθεια και μύθους με τρόπο υπερβατικό: ο δέκατος ένατος αιώνας ζωντανεύει μέσα από μια ποιητική αφήγηση που αναδεικνύει τον πλούτο της γλώσσας μας, και το μυθιστόρημα γίνεται μια διατριβή ταυτοτήτων πολύ επίκαιρη στην εποχή όπου ζούμε. Αντιστοίχου βεληνεκούς και το «Ποιος θυμάται τον Αλφόνς» του Κώστα Ακρίβου (εκδόσεις Μεταίχμιο). Στην πραγματικότητα, κανείς δεν θυμάται τον Αλφόνς Χοχάουερ, διότι ελάχιστοι αναγνώστες τον γνώριζαν, πρόκειται για ήρωα που κινήθηκε στις σκιές της Ιστορίας, μα ο εξαιρετικός Ακρίβος συστήνει το μυστηριώδες αυτό πρόσωπο με την περιπετειώδη ζωή μέσα από ένα σύνθετο μυθιστόρημα που φαντάζει σαν σκοτεινός διάδρομος γεμάτος πόρτες: ντοκουμέντα, μαρτυρίες, γράμματα, αποσπάσματα από εφημερίδες, το υλικό του μυθιστοριογράφου είναι άπλετο και σαγηνευτικό.
Ένα άλλο σπουδαίο μυθιστόρημα, «Η σκιά του κυβερνήτη» του Άρη Σφακιανάκη (εκδόσεις Κέδρος). Αφήνοντας κατά μέρος την σπαρταριστή υπαρξιακή κωμωδία παλαιότερων έργων του, ο ανήσυχος και πολυμήχανος Σφακιανάκης στήνει ένα συναρπαστικό οδοιπορικό στην εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια, παρουσιάζοντας μια ανάγλυφη εικόνα της πολιτικοκοινωνικής κατάστασης του πρώιμου ελληνικού κράτους και των θλιβερών παθογενειών που πληρώνουμε μέχρι σήμερα. Μακάρι να γινόταν αυτό το βιβλίο ταινία από τον Σμαραγδή. Ο Καποδίστριας μέσα από τα μάτια του μυθιστορηματικού ήρωα παρέχει μια ανατριχιαστική θέαση στην αιώνια Ελλάδα των πληγών και το μυθιστόρημα, διανθισμένο με στοιχεία νουάρ και μέσα από καταιγιστικό ρυθμό αφήγησης, γίνεται ένα απολαυστικό page turner που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.
Για τον Καποδίστρια έγραψε και η αγαπημένη Λένα Διβάνη. «Το πικρό ποτήρι» της (εκδόσεις Πατάκη) πραγματεύεται τη διαδρομή του μοιραίου κυβερνήτη προς τη δόξα και τον θάνατο, από τη γέννησή του στα ενετοκρατούμενα Επτάνησα ως το τραγικό του τέλος στο Ναύπλιο. Εδώ, το πρόσωπο που κλέβει την παράσταση είναι η Ρωξάνδρα Στούρτζα, η μοναδική γυναίκα που αγάπησε ο Καποδίστριας. Έξοχο μυθιστόρημα. Θέματα όπως η αφοσίωση στο καθήκον, η σχέση δημόσιας-ιδιωτικής ζωής και η εθνική μοίρα ενός ακατέργαστου κράτους αποδίδουν στις 220 περίπου σελίδες απροσμέτρητο βάθος και πολλαπλές υπόγειες αναγνώσεις. Μετά από την σκιά του Καποδίστρια, μια άλλη σκιά: το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα «Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του» (εκδόσεις Καστανιώτη), όπου ο ικανότατος λογοτέχνης δίνει βήμα σε γνωστούς και αγνώστους για να φωτίσει μέσα από ένα πόνημα υψηλής αισθητικής όλες τις πτυχές της εποχής, καθώς και την πυρετική προσωπικότητα του Αλέξανδρου. Γραφή-κέντημα, πολυδιάστατη σκόπευση και εμμονή στη λεπτομέρεια συνθέτουν τις σελίδες του Αρκουδέα, δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα που θεωρώ ότι ανήκει στα δέκα καλύτερα ελληνικά βιβλία του εικοστού πρώτου αιώνα.
Τέσσερα ακόμα βιβλία της εγχώριας παραγωγής πολύ αξιόλογα. Στο «Λώρα, η τελευταία των Μαρξ» της Ζέφης Κόλια (εκδόσεις Μεταίχμιο), η μυθιστορηματική ζωή των τριών τελευταίων ημερών του ζεύγους Λαφάργκ δίνει την ευκαιρία στην ικανότατη συγγραφέα να χτίσει ένα άκρως φιλόδοξο μυθιστόρημα το οποίο περικλείει όλα τα μεγάλα γεγονότα που καθόρισαν την πορεία του σοσιαλιστικού κινήματος, από τα μέσα του 19ου ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Έργο ανωτέρας πνοής, με κάτοπτρο σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα, μπολιάζει το γεγονός με την επινόηση αριστοτεχνικά. Θα χαιρόμουν πολύ αν έπαιρνε κρατικό βραβείο, αδικημένο πιστεύω, όπως και άλλα τούτης της λίστας (αλλά δυστυχώς, οι επιτροπές στην Ελλάδα είναι μάλλον κοντόφθαλμες). Εξίσου ποιοτικό το «Μπέμπης» του πάντα εμπνευσμένου Θωμά Κοροβίνη (εκδόσεις Άγρα) για τον Δημήτρη Στεργίου, μια ιδιότυπη πρωταγωνιστική φυσιογνωμία της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Κείμενο ιδιαίτερης εμβάθυνσης, πανανθρώπινο και αισθαντικό, που αποτελεί την κορωνίδα των προσωπογραφιών που μας έχει χαρίσει ο συγγραφέας (η εργογραφία του έχει να επιδείξει και άλλα σπουδαία πορτρέτα, από τον Παγκρατίδη και τον Βαμβακάρη μέχρι τον Καβάφη και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο). Παρόμοιας δεξιοτεχνίας και το «Πότε διάβολος πότε άγγελος» πάλι του Κώστα Ακρίβου (εκδόσεις Μεταίχμιο) για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Εν αντιθέσει με τον Αλφόνς, εδώ ο ήρωας είναι πασίγνωστος, και ο Ακρίβος τον ξεγυμνώνει μαεστρικά από το ηρωικό του περίβλημα, μας τον παρουσιάζει ως μια διφορούμενη περσόνα γεμάτη φωτεινά και σκοτεινά σημεία. Έξοχο ανάγνωσμα, που σου γεννάει μια άλλη, βαθύτερη οπτική απέναντι στους μεγάλους Έλληνες του Αγώνα. Τέλος, να συμπεριλάβω και το υπέροχο «Ταξίδι μέλιτος» του Μίμη Ανδρουλάκη (εκδόσεις Πατάκη), για τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Όπου η ανθρώπινη διάσταση του εμβληματικού πολιτικού έρχεται στο φως και μας αποκαλύπτει ένα πλάσμα πλημμυρισμένο από αντιφάσεις, διλήμματα και φθαρτή ιδιοσυγκρασία. Η ενδελεχής έρευνα του Ανδρουλάκη, καθώς και η προσωπική τριβή του με μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες της Μεταπολίτευσης, τον καθιστούν άξιο χειριστή ενός υλικού που φλερτάρει πότε με το ρομάντζο, πότε με την περιπέτεια, πότε με το δοκίμιο. Ίσως το καλύτερο μυθιστόρημα που έγραψε στη μακρόχρονη λογοτεχνική πορεία του.
Υπάρχουν και άλλες μορφές του doc fiction στη διεθνή βιβλιογραφία. Ακραιφνώς ψυχολογικά έργα, όπως «Το πάθος για ζωή» του Ίρβινγκ Στόουν (εκδόσεις Γκοβόστη) για τον ζωγράφο Βίνσεντ Βαν Γκογκ, ένα χορταστικό δράμα εποχής, που αποτελεί το αριστούργημα του συγγραφέα. Ο Στόουν έγραψε επίσης και για τον Τζακ Λόντον, και για τον Μιχαήλ Άγγελο, και για τον Ερρίκο Σλήμαν, μεταξύ άλλων. Ειδικεύτηκε στις μυθιστορηματικές βιογραφίες. Ωστόσο, με τον Βαν Γκογκ άγγιξε την αιωνιότητα, και για το εν λόγω βιβλίο (που σημειωτέον έγινε και λαμπρή ταινία με τον Κερκ Ντάγκλας και τον Άντονι Κουήν) εξακολουθεί να μνημονεύεται σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του. Επιπλέον, υπάρχουν και πιο ανάλαφρα αναγνώσματα, που διαβάζονται με αμείωτο ενδιαφέρον. Όπως το «Strangers in the night» της Χέδερ Γουέμπ (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) για το πολυκύμαντο ειδύλλιο της Άβα Γκάρντνερ και του Φρανκ Σινάτρα. Ή το «Τζάκι και Μαρία» της Τζιλ Πολ (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) για τη σχέση ανάμεσα στην Τζάκι Κένεντυ και την Μαρία Κάλλας. Ή τα δύο μυθιστορήματα που έγραψε η Πόλα ΜακΛέιν για τον Έρνεστ Χέμινγουέι, το «Μάρθα και Έρνεστ» και το «Στο Παρίσι με τον Χέμινγουέι» (αμφότερα από τις Εκδόσεις Ψυχογιός). Ή το «Μαγειρεύοντας για τον Πικάσο» της Καμίλ Ομπρέ (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) που ασχολείται με τον κορυφαίο ζωγράφο. Με κινηματογραφική γραφή και έξυπνη πλοκή, τα βιβλία αυτά ζωντανεύουν τις μυθικές προσωπικότητες μεταφέροντας επιδέξια τους αναγνώστες στον χωροχρόνο.
Υπάρχουν, φυσικά, τα ψυχροπολεμικά θρίλερ που διαπνέονται από μια εσάνς παλιομοδίτικης περιπέτειας, όπως το «Όσα κρατήσαμε κρυφά» της Λάρα Πρέσκοτ (εκδόσεις Μεταίχμιο), για τον συγγραφέα Μπόρις Πάστερνακ, τη μούσα του Όλγα Ιβίνσκαγια, και το θυελλώδες πολιτικό παρασκήνιο της έκδοσης του «Δόκτορ Ζιβάγκο». Υπάρχουν, ακόμα, οι καλειδοσκοπικές τοιχογραφίες που θυμίζουν το πληθωρικό σινεμά του Ντέιβιντ Λυν: όπως το «Ο μάγος» του Κομ Τόιμπιν (εκδόσεις Ίκαρος), που ακολουθεί κι αυτό τη ζωή του συγγραφέα Τόμας Μαν, ενσωματώνοντας πρόσωπα, τόπους και εποχές γύρω από την περίπλοκη φύση του διαπρεπούς καλλιτέχνη. Επτακόσιες σελίδες υψηλής λογοτεχνίας από έναν μυθιστοριογράφο πολύ δημοφιλή στη χώρα μας, ο οποίος στο παρελθόν μας έχει χαρίσει άλλη μία τέτοια εντυπωσιακή ταπισερί, το «Χένρι Τζέιμς, Ο δάσκαλος» (εκδόσεις Ωκεανίδα), για τον βασανισμένο συγγραφέα των «Βοστονέζων».
Υπάρχουν, επίσης, οι πιο ελεύθερες, μεταμοντέρνες αφηγήσεις, όπως το στρατοσφαιρικό «Mason and Dixon» του Τόμας Πίντσον (εκδόσεις Χατζηνικολή), για τους δύο τοπογράφους που χάραξαν τη γραμμή μεταξύ Βορρά και Νότου στις ΗΠΑ. Έργο ασύλληπτης τεχνικής, με χιούμορ και σουρεάλ στοιχεία, το οποίο κατά τόπους παραπέμπει και στο picaresque novel του 16ου αιώνα. Και υπάρχουν, εν κατακλείδι, και τα αμειγώς ακαδημαϊκά μυθιστορήματα. Όπως το αγαπημένο μου «Τον συγγραφέα» του Ντέιβιντ Λοτζ (εκδόσεις BELL), άλλη μια προσέγγιση στη ζωή του Χέντρι Τζέιμς, πιο μεμονωμένη, καθώς τον πραγματεύεται σε μια χρονική στιγμή όπου οι λογοτεχνικές του προσπάθειες τον έχουν αποκαρδιώσει και στρέφεται στο θέατρο για βιοποριστικούς λόγους. Ο Λοτζ, αφήνοντας για λίγο τη σάτιρα του campus novel διαμέσου της οποίας καθιερώθηκε ως ένας από τους πιο ξεκαρδιστικούς συγγραφείς της σύγχρονης Βρετανίας, καταφέρνει με «Τον συγγραφέα» να αποτυπώσει όλο το άλγος και την αγωνία των ανθρώπων που γράφουν επαγγελματικά, χτίζοντας ένα πλούσιο, σαγηνευτικό μυθιστόρημα από όπου παρελαύνουν οι μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, από τον Τζορτζ Ντυ Μοριέ και την Ήντιθ Γουόρτον μέχρι τον Όσκαρ Ουάιλντ.
Αυτό διαβάζω τώρα. Για τρίτη φορά. Βλέπετε, πριν από λίγες εβδομάδες ολοκλήρωσα ένα νέο documentary fiction, το έργο που θα αποτελέσει το τρίτο μέρος της άτυπης βιογραφικής μου σειράς μετά την «Ιστορία χωρίς όνομα» και το «Φλόγα και άνεμος», και νιώθω έπειτα από δυόμισι χρόνια επίπονου μόχθου την ανάγκη να παραμείνω για λίγο ακόμα βυθισμένος μέσα σε αυτό το συνοριακό μεταίχμιο ανάμεσα στην Ιστορία και στη Μυθοπλασία. Τέτοιου είδους βιβλία δεν είναι εύκολο να γραφτούν, απαιτούν ατελείωτη έρευνα, προσήλωση, πειθαρχία, καθώς κι ένα στοίχημα χαλιναγώγησης ως προς τα πρωτογενή ένστικτα του μυθιστοριογράφου, πρέπει ανά πάσα στιγμή να υποτάσσεις την έμπνευσή σου κάτω από τα όρια των καταγεγραμμένων γεγονότων, πρέπει να δομείς σωστά την παρέμβασή σου εντός του πραγματολογικού υλικού. Ας κλείσω λοιπόν: Η «μυθιστορηματική βιογραφία» είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό είδος, που αξιώνει επιδέξια τεχνική για να μη γίνει «σκανδαλοθηρικό ανάγνωσμα» ή τετριμμένη αναδρομή που δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο. Δεν είναι ούτε επιστημονική βιογραφία ούτε ατόφιο μυθιστόρημα. Είναι κάτι ανάμεσα. Μια ρωγμή μεταξύ των ελευθεριών που σου παρέχει ο μαγικός κόσμος της λογοτεχνίας. Ένα διαφορετικό ταξίδι στην ιστορία.
Και ναι, γι’ αυτό συναρπάζει τους αναγνώστες.
*Το τελευταίο μυθιστόρημα του Στέφανου Δάνδολου είναι «Τα Αηδόνια της Σιωπής» (εκδόσεις Ψυχογιός, 2024). Το καινούργιο του βιβλίο θα κυκλοφορήσει το 2027.