Ποια είναι η Δάφνη Καλογιάννη που εμπνεύστηκε το σπήλαιο της «Οδύσσειας»
Η κορυφαία στο κλάδο της σχεδιάστρια παραγωγής υπήρξε καθοριστική στην εικονογραφία μίας από τις πιο χαρακτηριστικές ενότητες της ταινίας του Κρίστοφερ Νόλαν.
Όπως ήταν αναμενόμενο, για την υλοποίηση της τρομερά απαιτητικής «Οδύσσειας» ο Κρίστοφερ Νόλαν εμπιστεύτηκε τους καλύτερους από κάθε κλάδο. Έτσι, λοιπόν, όταν αναζήτησε τους συνεργάτες του για τα γυρίσματα στην Ελλάδα κινήθηκε αναλόγως.
Η πολύπειρη σχεδιάστρια παραγωγής και art director Δάφνη Καλογιάννη, μεταξύ άλλων, ανέλαβε να διεκπεραιώσει την απεικόνιση του «ορμητηρίου» του κύκλωπα Πολύφημου, σε μια από τις πλέον πιο χαρακτηριστικές ενότητες της «Οδύσσειας» που γυρίστηκε στο σπήλαιο του Νέστορος στη Βοϊδοκοιλιά. Προτού συμμετάσχει, όμως, στη χολιγουντιανή διασκευή του ομηρικού έπους, η πολύπειρη κινηματογραφίστρια είχε αφήσει διακριτό στίγμα σε μια σειρά από ταινίες – τομή του μοντέρνου ελληνικού σινεμά, αλλά και όχι μόνο.
Ο «Οργασμός της Αγελάδας» (1996) της Όλγας Μαλέα ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά της, για να ακολουθήσει ο «Προστάτης Οικογένειας» (1998) του Νίκου Περάκη, αμφότερα μεγάλα σουξέ της εποχής τους. Ακολούθησαν τα γυρισμένα στην Ελλάδα «Σημάδια και Θαύματα» (2000), μια διεθνής παραγωγή σε σκηνοθεσία του Τζόναθαν Νόσιτερ και περιλαμβάνει μια πρωτοκλασάτη διανομή ηθοποιών, αφού μεταξύ άλλων, εμφανίζονται οι Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ, Ντέμπορα Κάρα Άνγκερ και Δημήτρης Καταλειφός. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι στο συνεργείο συμμετέχουν, επίσης, ο διευθυντής φωτογραφίας Γιώργος Αρβανίτης και η σκηνοθέτρια Μαργαρίτα Μαντά, επί σειρά ετών συνεργάτες του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Ύστερα, μετά από μια δεκαετία αποχής από τον κινηματογράφο, η Καλογιάννη επανήλθε για να συνδράμει ουσιαστικά στο σμίλευμα του ύφους μιας γενιάς δημιουργών που διέπρεψαν στο εξωτερικό. Το 2010 ενώνει τις δυνάμεις της με την Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη για τις ανάγκες του «Attenberg», ένα μοντέρνο κομψοτέχνημα που απέσπασε σωρεία διεθνών διακρίσεων. Αμέσως μετά εργάστηκε στο υποβλητικό «L», το αδίκως υποτιμημένο ντεμπούτο του Μπάμπη Μακρίδη που έφτασε μέχρι το φεστιβάλ του Σάντανς.

Στα ’10s, η Καλογιάννη συνδέθηκε με μερικούς από τους πιο υποσχόμενους και ταλαντούχους νέους σκηνοθέτες της χώρας. Πρώτα με τον Ευθύμη Kosemund Σανίδη στη μικρού μήκους «Astrometal» και έπειτα με την Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη στο καθηλωτικό «Limbo», αμφότερα δουλειές του 2015. Τρία χρόνια αργότερα ήρθε ένα ακόμα καταξιωμένο μεγάλου μήκους ντεμπούτο, το «Digger» του Τζώρτζη Γρηγοράκη που απέσπασε δέκα βραβεία Ίρις από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, εκ των οποίων ένα και για την ίδια την Καλογιάννη, όπως επίσης το CICAE Art Cinema Award στην Μπερλινάλε. Στη συνέχεια, ο Μανώλης Μαυρής την εμπιστεύτηκε σε δύο μικρού μήκους του («Brutalia, Εργάσιμες Μέρες», «Midnight Skin») οι οποίες ξεχώρισαν ειδικά για τη στιβαρή, απαιτητική και εντυπωσιακή αισθητική τους. Αξία που μετουσιώθηκε στο να κερδίσει το Χρυσό Διόνυσο του Φεστιβάλ Δράμας το «Brutalia», η Καλογιάννη να τιμηθεί με ειδική μνεία και το «Midnight Skin» να συμμετάσχει στην Εβδομάδα της Κριτικής των Καννών. Σύντομα, τέλος, πρόκειται να δούμε την πιο πρόσφατη κινηματογραφική δουλειά της στο «The Boy with the Light Blue Eyes» του Θανάση Νεοφώτιστου.