Με το «Όλα τα μάτια πάνω μου» του Χρήστου Μαρκογιαννάκη δεν θα θέλεις να ακούσεις ξανά για ξεμάτιασμα

Με το «Όλα τα μάτια πάνω μου» του Χρήστου Μαρκογιαννάκη δεν θα θέλεις να ακούσεις ξανά για ξεμάτιασμα

Ο Χριστόφορος Μάρκου, ο αστυνόμος του Χρήστου Μαρκογιαννάκη, ψάχνει τον οφθαλμοβγάλτη δολοφόνο με μουσικό χαλί από Μπρίτνεϊ Σπίαρς και Μαρία Κάλλας.

Στην παρουσίαση του βιβλίου του στην Αθήνα, ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης έκανε είσοδο με το τραγούδι των will.i.am και Μπρίτνεϊ Σπίαρς, «Scream & Shout», όχι απλά επειδή αρέσει στον συγγραφέα και χρειάζεται ένα αντίβαρο μετά από τη Μαρία Κάλλας και το «Ομέρο» που κυκλοφόρησε το 2025, αλλά επειδή στο μάτι του κυκλώνα του βιβλίου είναι τα… μάτια. All eyes on us, all eyes on us ακούγεται ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου.

Το «Όλα τα μάτια πάνω μου» είναι έμπλεο αναφορών στα μάτια (έκπληξη!), γεγονός που στην αρχή δημιουργεί ένα αίσθημα «you see what i did there?»: «μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε», «μάτι είναι», «ρίξε ένα ξεμάτιασμα» (oopsie) και άλλα τέτοια διαβάζει κανείς στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, μέχρι που όλα αυτά σταματούν, η υπόθεση το σανιδώνει και τα μόνα μάτια που μας νοιάζουν είναι αυτά του αστυνόμου Χριστοφόρου Μάρκου, του δολοφόνου που καταζητείται και των υποψηφίων θυμάτων του. Αν και ο συγγραφέας έχει μια παραπάνω αγάπη στο «Scream & Shout», ένα άλλο κομμάτι της Μπρίτνεϊ Σπίαρς είναι εκείνο που εκφράζει καλύτερα το βιβλίο, και αυτό είναι το «Circus»: All eyes on me in the center of the ring / Just like a circus: όλα τα μάτια γύρω από τον δολοφόνο με το πρόσωπο που δεν έχουμε δει, αλλά ξέρουμε πως το βλέμμα του προκαλεί τον τρόμο σε όποιον τον κοιτάζει, ένα γαϊτανάκι σχέσεων μεταξύ αστυνομικών, θυτών, θυμάτων και αλληλοεπικαλυπτόμενων ιστοριών. 

Μετά από ένα πολύ μικρό συγγραφικό διάλειμμα από τον αστυνόμο Χριστόφορο Μάρκου (ο «Ομέρο» είχε πέρσι τη δική του στιγμή, κάτω από τη νέα εκδοτική στέγη του συγγραφέα στις εκδόσεις Ψυχογιός), ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης επαναφέρει τον διαρκώς εν κινήσει αστυνόμο (του οποίου τα προσωπικά δεν πάνε και ιδιαίτερα καλά), ενώ δίπλα του έχει την προφάιλερ Ρουμπίνη Γαετάνου, η οποία και έχει να διαχειριστεί κάποια πολύ άσχημα νέα για την υγεία της, καθώς μαθαίνει πως χάνει σταδιακά την όρασή της, λόγω ενός εκ γενετής προβλήματος. Όσο όμως η Ρουμπίνη Γαετάνου χάνει την όρασή της, μερικά θύματα στο κέντρο της Αθήνας χάνουν τα μάτια και τη ζωή τους.

Το «Όλα τα μάτια πάνω μου» είναι το crime μυθιστόρημα που ξεκινά με το δόλωμα το ότι διαβάζεται / καταναλώνεται εύκολα, σαν βιβλία της Άγκαθα Κρίστι με το κίτρινο εξώφυλλο που διάβαζες τα καλοκαίρια (εκδόσεις Λυχνάρι, δεν ξεχνάμε), για να σε πιάσει από τα μαλλιά εκεί που δεν το περιμένεις. Χωρίς περιττές αναφορές, χωρίς βαρύγδουπες διακειμενικότητες, μόνο πλοκή και μια φοβία για τα μάτια που σχηματίζεται στο μυαλό σου σελίδα τη σελίδα (αν δεν είχες ήδη, δηλαδή).

Ο αστυνόμος Χριστόφορος Μάρκου δεν απασχολεί ιδιαίτερα τον αναγνώστη: δεν κλέβει τη λάμψη από τις υποθέσεις που έχει αναλάβει, δεν είναι ο αλκοολικός και καταθλιπτικός αστυνομικός που βρίσκουμε στα βιβλία της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά ούτε και ο Ζορμπάς: η παρουσία του μοιάζει περισσότερο διεκπαιρεωτική (χωρίς αυτό να είναι απόλυτα αρνητικό), αφού το κυνήγι του οφθαλμοβγάλτη δολοφόνου είναι στο επίκεντρο και ο συγγραφέας φροντίζει να μη διασπάται η προσοχή μας από αυτήν. Από την άλλη, ο χαρακτήρας με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι αυτός της προφάιλερ Ρουμπίνης Γαετάνου: κυνική, μεθοδική και με μερικές σταγόνες απαισιοδοξίας, ζει στο τώρα και δεν θέλει να απασχολεί κανέναν με το δράμα της επικείμενης απώλειας της όρασής της. Και πάλι όμως, η δική της υπόθεση διασπείρεται στο βιβλίο μπουκιά – μπουκιά, χωρίς να μπαίνει στο οπτικό μας πεδίο και να μας μπλοκάρει από το κυνήγι του δολοφόνου.

Ο δολοφόνος μας θα μπορούσε να είχε το μότο I’m like a performer, the dance floor is my stage, μόνο που το dancefloor για τον σίριαλ κίλερ μας είναι το κέντρο της Αθήνας, μεταξύ Αιόλου, Μιλτιάδου, Κολοκοτρώνη και Χρυσοσπηλιωτίσσης. Καθρέφτες, κάμερες, αντανακλάσεις και ματάκια γίνονται σελίδα τη σελίδα εν δυνάμει jumpscares, από εκεί που ήταν απλώς συμπληρωματικά στοιχεία της υπόθεσης.

Το βιβλίο του Χρήστου Μαρκογιαννάκη, αν και διέπεται από το ακραίο (πέραν των φρικιαστικών εγκλημάτων, η προφάιλερ που έχει την εξαιρετικά σπάνια ασθένεια, είναι υιοθετημένη και έχει μερικούς εκ γενετής συγγενείς κάπου στο άπειρο και παραπέρα), ακολουθεί μια απλή συνταγή: Θέληση για δικαιοσύνη, ασίγαστη εμμονή, εύθραυστη ψυχική υγεία, σε έναν κόσμο που λειτουργεί με κανονισμούς των εχόντων υγεία και σώφρωνα νου. Κάτι αντίστοιχο (χωρίς να αποτελεί κάποιου είδους spoiler) συμβαίνει και στην ταινία «Primal Fear», με τον Ρίτσαρντ Γκιρ και τον Έντουαρντ Νόρτον (η ταινία αναφέρεται στο βιβλίο). Χωρίς να αποτελούν ταυτόσημες περιπτώσεις, η ανατριχίλα που προκαλούν στο τέλος τους είναι παρόμοια. 

Σχετικά άρθρα