Ποιο είναι το «Deepfake» του Μάκη Μαλαφέκα που προτείνει η Dua Lipa

Ποιο είναι το «Deepfake» του Μάκη Μαλαφέκα που προτείνει η Dua Lipa

Η Dua Lipa γοητεύτηκε από τη γραφή του Μάκη Μαλαφέκα στο «Deepfake» και νιώθουμε εθνικά περήφανοι.

Φωτιά στα μπατζάκια μάς έβαλε βραδιάτικα την Παρασκευή, 7 Αυγούστου η νεόνυμφη Dua Lipa, καθώς για πρώτη φορά έστρεψε το βλέμμα της προς την Ελλάδα, και συγκεκριμένα σε μια από τις πιο hot κυκλοφορίες του σύγχρονου εκδοτικού τοπίου. Ο λόγος για το «Deepfake» του Μάκη Μαλαφέκα, που μοστράρει πρώτο πρώτο στη λίστα του book club της Dua Lipa με «Τα βιβλία που μπορείς να διαβάσεις performatively στο αεροδρόμιο». Τώρα, η ερώτηση δεν είναι τι σημαίνει performatively (πες το πρόχειρα «για το κοινωνικό φαίνεσθαι»), αλλά πώς φτάσαμε στο να προτείνει η Dua η Lipa στο διεθνές book club της (με 700.000 followers, παρακαλώ), το βιβλίο που κατέκτησε όλες τις ελληνικές παραλίες δύο καλοκαίρια πίσω.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Φυσικά και μπορούμε να απαντήσουμε.

Το πρώτο καλοκαίρι ζωής του, το «Deepfake» ξεχώρισε για την ίδια του την ιστορία, μια ιστορία – συνέχεια στις περιπέτειες του συγγραφέα Μιχάλη Κρόκου (που είχαν ξεκινήσει από το «Δε λες κουβέντα» και συνεχίστηκαν στη «Μεσακτή»). Ο Μιχάλης Κρόκος γυρίζει όπως εμείς μεταξύ gentrified καφέ και λοιπών περιοχών, ξέρει από φάρσες Φουσέκη όπως κάθε millennial και ζει στα Εξάρχεια. Για απάντηση στο writer’s block του καταναλώνει ώρες από την παρακολούθηση της δίκης του Τζόνι Ντεπ. Αυτό που επίσης κάνει ο Μιχάλης Κρόκος αλλά δεν κάνουμε εμείς, είναι να χωθεί σε μια alt-right οργάνωση, μετά από παράκληση εισαγγελέως. Αυτό που κάνει ο Μάκης Μαλαφέκας και δύσκολα κάνουν άλλοι συγγραφείς σήμερα είναι να εκσυγχρονίζει το νουάρ και ταυτόχρονα να είναι τέρμα τρολ.

Από το δεύτερο καλοκαίρι της ζωής του και έπειτα (τουτέστιν το 2025), το «Deepfake» βρέθηκε υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, μαζί με άλλα 12 βιβλία από όλη την Ευρώπη. Το αμέσως επόμενο καλοκαίρι, και συγκεκριμένα τον περασμένο Απρίλιο, ο Βρετανικός εκδοτικός οίκος Foundry Editions που ειδικεύεται σε νέες και πιο εναλλακτικές λογοτεχνικές φωνές, εξέδωσε στα αγγλικά το «Deepfake» του Μάκη Μαλαφέκα, δίνοντάς του ένα διεθνές βήμα. Το οποίο και ολοκλήρωσε απόψε με την ανακάλυψή του από την Dua Lipa. Sky is the limit, αγαπητέ!

Ποιος είναι ο Μάκης Μαλαφέκας

Ο Μάκης Μαλαφέκας γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία της τέχνης και κοινωνική ανθρωπολογία. Παρουσίασε σεμινάρια στη Σορβόννη για την ιστορία του ευρωπαϊκού κόμικς, και εργάστηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. Έχει αρθρογραφήσει στο «9» της Ελευθεροτυπίας, στη Libération, στη Lifo και σε άλλα έντυπα.

Το Deepfake είναι το τρίτο βιβλίο περιπετειών του Μιχάλη Κρόκου, μετά το Δε λες κουβέντα (Μελάνι 2018, Αντίποδες 2026) και τη Μεσακτή (Μελάνι 2020). Ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες και στην Αθήνα.

Διάβασε το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

O Μιχάλης Κρόκος επιστρέφει. Μια ζεστή μέρα στις αρχές του καλοκαιριού δέχεται μια ασυνήθιστη επίσκεψη. Προκειμένου να σώσει μια φίλη του, παρεισφρέει ως κειμενογράφος σε μια ακροδεξιά οργάνωση και περιφέρεται στο αθηναϊκό κέντρο του τουρισμού και του εξευγενισμού, συνειδητοποιώντας ότι τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει.

«Έπρεπε να γράψω ένα λάθος μυθιστόρημα. Ο αφηγητής παρασέρνει τον ήρωα σ’ όλα τα αδιέξοδα, σ’ όλα τα λάθη, τα περιγράφει και λάθος από πάνω, εκτιμά λάθος την εποχή του, τις καταστάσεις όλες, και στο τέλος ο ήρωας πεθαίνει γιατί δεν μπορεί να γίνει τίποτα άλλο. Και πεθαίνει κι ο αφηγητής. Όλοι. Πεθαίνουν όλοι με φριχτό τρόπο, το λάθος μυθιστόρημα ξεχνιέται, και μετά από χρόνια το βρίσκει σε καλάθι ένας άλλος αφηγητής. Κάνει πλέον μισό ευρώ, αλλά δεν το αγοράζει καν».

Διάβασε ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

Το σελφ σέρβις στον τελευταίο όροφο του Hondos στην Ομόνοια λουζόταν στον καυτό μεσημεριανό ήλιο, αλλά τα τέσσερα αιρκοντίσιον πίσω απ’ τη διπλή τζαμαρία δούλευαν σαν μουλάρια και κρατούσαν σταθερά το μικροκλίμα στους εικοσιπέντε εικοσιέξι. Μέσα, μόνο εργαζόμενοι της επιχείρησης σε διάλειμμα, ζευγαράκια άλλης εποχής που είχαν σχεδόν βάλει τα καλά τους για να ’ρθουν εδώ να φάνε ταλιατέλες μπολονέζ πεντέμισι ευρώ, και δυο τρεις παππούδες με σπράιτ, Espresso απλωμένη στη μαύρη λάκα του τραπεζιού και ήχο κλήσης στο τέρμα. Τον είχα εντοπίσει βέβαια τον έναν κουλ χι­­πστερά, εκεί στα ανατολικά σεπαρέ προς Λυκαβηττό, με τη βερμούδα και το φαρδύ πουκάμισο και τα κοκάλινα γυαλιά Έλτον Τζον να αγναντεύει μελαγχολικά το υπερπέραν, σημάδι ότι σε τρεις μήνες ο ένας θα ’χει γίνει πέντε και σύντομα θα πέσει κι αυτό το κάστρο, αλλά προς το παρόν η θεϊκή καφέ-σνακ αποχαύνωση, η μηδέν μουσική και το πλαστικό δάπεδο με τις στρογγυλές τάπες έδιναν τη μάχη του ουρανού της Αθήνας και νι­­­κούσαν.

Με τον Μάνο πηγαίναμε Ομόνοια βασικά για κείνο το μπιλιαρδάδικο στη στοά, στο υπόγειο, πολύ πριν απ’ όλα αυτά, πριν γίνει δικηγόρος, πριν περάσει καν Νομική κι εγώ πάω Παρίσι. Πριν τη λέξη Hondos. Αυτό το μπιλιαρδάδικο, που τώρα κανείς απ’ τους δυο μας δεν θυμόταν το όνομά του, αν είχε και όνομα δηλαδή, αυτό με τα δύο πινγκ πονγκ στο βάθος, παρόλο που ήταν τε­­­­λείως γάμησέ τα, γιατί εμείς το προλάβαμε στα βαριά τελειώματα, μας έκανε να κολλήσουμε τότε στα δεκάξι μας με την ατμόσφαιρα της φέτας Κάνιγγος-Ομόνοια που δεν περπατιόταν απ’ τον κόσμο ανάμεσα στο υπουργείο Εργασίας, τα εισιτήρια για τα ντέρμπι στη μαύρη σε κάθε γωνία και τα πενήντα χιλιάδες φροντιστήρια, και να ’ρχόμαστε ακόμα, πού και πού, για τον έναν καφέ το δίμηνο. Καφέ και ζελέ.

«Ναι μωρέ, τα άκουσα… Είμαστε σίγουροι ότι είναι αυθεντικά;»

«Σίγουροι… Τι σίγουροι; Δεν υπάρχει αυτό. Πείθει τρελά πάντως. Είναι ακριβώς στο ίδιο στυλ, με τον ίδιο ρυθμό…»

«Δεν ξέρω. Μου φαίνεται ότι μιλάει λίγο διαφορετι­κά, βάζει μέσα κάτι άλλες εκφράσεις…»

«Ναι, υποτίθεται ότι είναι λίγο πιο μετά αυτές οι φάρ­­­σες. Δηλαδή σκέψου ότι, βάσει της ισοτιμίας δραχ­­­μής-δολαρίου, η φάρσα με τα χίλια δολάρια είναι το ’97, κι όλες οι άλλες μάλλον εκεί γύρω. Ε, αυτές εδώ οι δύο φάρσες είναι υποτίθεται γύρω στο 2000-2001, εκεί. Γιατί λέει για τον Καρεμπέ στον Γαύρο, σκάνδα­­­λο Χρηματιστηρίου, τέτοια πράγματα. Είναι πιο μετά. Και άρα μπορεί να έχει αλλάξει λίγο ο τρόπος που μιλάει».

«Και για τον Κεντέρη».

«Χεχέ… Ναι, μπράβο, και για τον Κεντέρη. Οπότε είναι μετά τους Ολυμπιακούς του Σίδνεϊ».

«Και πού τις βρήκε, είπαμε;»

«Ο Αγγελάκος; Τρέχα γύρευε. Αυτός λέει ότι ανέβηκαν μόνο για λίγες ώρες σε έναν άσχετο λογαριασμό στο reddit που αμέσως μετά εξαφανίστηκε, κι ότι όποιος πρόλαβε τις κατέβασε. Κι ένας απ’ τους πέντε δέκα είναι γνωστός του, φρικιό κομπιουτεράς, και του τις έστειλε. Αλλά δες το λίγο… Δύο χαμένες φάρσες του Φουσέκη, τώρα, έτσι ξαφνικά, απ’ το πουθενά. Μέ­­­σα σ’ όλη αυτή τη μαλακία και τη σαπίλα και το ξεπού­­λη­­­μα, κάτι είναι, μη μου πεις τώρα. Το παρελθόν επιστρέφει και εκδικείται, Κρόκο! Βάζει τα πράγματα στη θέση τους!» είπε ο Μάνος, ακολουθώντας με μια αργή κίνηση του χεριού τον ορίζοντα του λεκανοπεδίου. «Χρυ­­σός στο σκοτάδι, μπέιμπι. Φουσέκης».

Θρυλικός φαρσέρ του τότε όταν κάποτε. Ξέραμε απέξω και τις έντεκα φάρσες που κυκλοφορούσαν, την κάθε φράση. Και ήταν όντως σοκ αυτές οι δυο καινούργιες. Έδινε ρέστα. Αλλά ο Μάνος ήταν παρανοϊκά αισιόδοξος. Εμένα ο ορίζοντας μου φαινόταν ακριβώς ίδιος με χθες και προχθές, φως και μπετόν, ο γνωστός φοίνικας από κάτω και δύο γλάροι να κάνουν κύκλους πάνω απ’ τις ταράτσες της Αγίου Κωνσταντίνου χωρίς να κουνάνε τα φτερά τους. Κανένας χρυσός δεν έλαμπε στο σκοτάδι και κανένα ξεθαμμένο ηχητικό του Φουσέκη δεν θα έσωζε κάποιον μαλάκα εκεί έξω απ’ τη μαλακία του. Ούτε απ’ τη σαπίλα και το ξεπούλημα, αν σήμαιναν κάτι όλα αυτά.

«Χρυσός φοίνικας», είπα τρίβοντας τα μάτια μου κάτω απ’ τα ρέιμπαν. Το κινητό του έκανε μια δυνατή δόνηση.

«Όπα. Εδώ είμαστε. “Γιάννης Δελ”, ο Δελαπόρτας», είπε ο Μάνος. «“Έχω να τον δω δεκαπέντε χρόνια, πού τον θυμήθηκες;”» διάβασε μηχανικά. «Μάλιστα. Περιμένουμε».

Πήγα για κατούρημα. Στις τουαλέτες, δίπλα στον καθρέφτη, ένα σύνθημα με μαρκαδόρο έλεγε «ΤΣΙΟΔΡΑ ΣΕ ΘΕΛΩ ΣΦΟΔΡΑ», κάποιος είχε γράψει «ΔΕΝ» με στιλό μετά το «ΤΣΙΟΔΡΑ», και κάποιος άλλος είχε δια­γρά­­­ψει με άλλο μαρκαδόρο το «ΣΕ ΘΕΛΩ ΣΦΟΔΡΑ» και είχε γράψει «ΠΟΥΣΤΗ ΓΑΜΙΕΣΑΙ», και τελικά έλεγε «ΤΣΙΟΔΡΑ ΔΕΝ ΠΟΥΣΤΗ ΓΑΜΙΕΣΑΙ». Από κάτω, ένα σκισμένο αυτοκόλλητο με διαφήμιση λογιστικού-­φο­­ροτεχνικού γραφείου έλεγε «Ενάρξεις – Μεταβολές – Διακοπές».

Σχετικά άρθρα