Οι N’Cheezed εξηγούν στο ΚΛΙΚ πώς έβγαλαν τον πρώτο G-Pop δίσκο στην ελληνική δισκογραφία
Το συγκρότημα μόλις κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ του με τίτλο «Παγωμένη Φροντίδα» που σύντομα παρουσιάζει σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Την τελευταία φορά που είχα δώσει ραντεβού με τον Πέτρο Μπότσο, τον Χρήστο Πούλο, τον Στέλιο Γράψα και τον Αλέξανδρο Πούλο (αδερφό του Χρήστου), δεν υπήρχαν ακόμα οι N’Cheezed, έπαιζαν σε διαφορετικές μπάντες και εγώ στη δική μου. Επίσης, αν δεν πηγαίναμε ακόμα σχολείο, είχαμε μόλις αποφοιτήσει. Στο μεταξύ, εκείνοι έφτιαξαν τους N’Cheezed, άρχισαν να κάνουν τις πιο ενθουσιώδεις συναυλίες νέου συγκροτήματος στο Τρίγωνο των Βερμούδων (Γαλάτσι – Λαμπρινή – Πατήσια), κυκλοφόρησαν ένα EP («Με το Κιλό») και ένα έξοχο ντεμπούτο («Τοξίνη»), γέμισαν τουλάχιστον μία φορά το ΙΛΙΟΝ Plus και για το καλό όλων, ασχολήθηκα με το σκέτο γράψιμο και όχι το γράψιμο μουσικής. Όταν, λοιπόν, βρέθηκα ξανά μετά από καιρό με τον Πέτρο Μπότσο, τον Χρήστο Πούλο, τον Στέλιο Γράψα και τον Αλέξανδρο Πούλο (αδερφό του Χρήστου) στη νέα κοινή γειτονιά μας, συμπτωματικά πλην προβλέψιμα, την Κυψέλη, αφορμή ήταν το νέο άλμπουμ τους με τίτλο «Παγωμένη Φροντίδα». Η δεύτερη πλήρης κυκλοφορία των N’Cheezed τους βρίσκει στην πιο ώριμη φάση τους, έχοντας γίνει ακόμα πιο δεξιοτέχνες ως μουσικοί και ακόμα πιο προσηλωμένοι στο ύφος τους, μια μίξη αυθεντικής κωμωδίας, συνθέσεων που θυμίζουν σάουντρακ κινουμένων σχεδίων και πωρωτικά riffs. Περισσότερα στην κουβέντα που ακολουθεί.
Οι N’Cheezed παρουσιάζουν την «Παγωμένη Φροντίδα» στο Κύτταρο Live (1/11, προπώληση εδώ) και το Eightball (6/11, προπώληση εδώ).
Τι μεσολάβησε στο διάστημα από την «Τοξίνη» (2023) έως τώρα και την «Παγωμένη Φροντίδα»;
Χρήστος Πούλος: Πρώτα από όλα, ότι επέστρεψε ο δικός μας John Frusciante, ο ντράμερ Στέλιος Γράψας, μετά από ένα διάλειμμα. Αλλά και, αναπόφευκτα, πολλές προσωπικές αλλαγές, όπως ότι όλοι μας μετακομίσαμε.
Πέτρος Μπότσος: Κι ο ΚΟΒΙΝΤ! Χ.Π.: Ως αίσθηση, γιατί μετά την πανδημία κυκλοφόρησε το ντεμπούτο. Όμως κατά τα άλλα, όλα άψογα, όπως η τρέχουσα πολιτική κατάσταση.
Συν τοις άλλοις, στο νέο δίσκο αναβαθμιστήκατε ηχητικά. Σε αυτό το κομμάτι σίγουρα ανεβήκατε επίπεδο, όπως μου είχατε πει κάποια στιγμή πως στοχεύατε πολύ συνειδητά.
Π.Μ.: Η «Τοξίνη» συνοψίζει πλήρως τη φάση που ήμασταν εκείνη την περίοδο, όπου μας είχε επηρεάσει αρκετά και η πανδημία που ανέφερα προηγουμένως. Σήμερα, η ακρόαση αυτού του άλμπουμ μου προκαλεί την ίδια αίσθηση με το να κοιτάζω παλιές φωτογραφίες. Τότε, κιόλας, περάσαμε μια άτυπη «μετεφηβία» ως συγκρότημα, γιατί χρειάστηκε να προσαρμοστούμε σε διαφορετικά δεδομένα και να μάθουμε πράγματα για τον εαυτό μας. Είναι ενδεικτικό, ας πούμε, πως τα κομμάτια της «Τοξίνης» γράφονταν χωρίς να προορίζονται πολύ συνειδητοποιημένα για να μπουν σε ένα tracklist. Ηχογραφούσαμε μερικά κομμάτια τον ένα μήνα, γυρίζαμε ένα βίντεο κλιπ κάποια στιγμή αργότερα κ.ο.κ….
Στέλιος Γράψας: Τώρα, εκτός του ότι ήμασταν περισσότερο οργανωμένοι, είχαμε την τεχνογνωσία που προϋποθέτει μια ηχογράφηση, αλλά και συγκεκριμένες προσδοκίες. Δουλέψαμε όλες τις συνθέσεις έχοντας υπόψη ακριβώς πώς θέλουμε να τις εξελίξουμε όταν θα μπαίναμε στο στούντιο. Από το ότι θα προσθέταμε δεύτερα φωνητικά, μέχρι το ότι ο Πέτρος θα έγραφε επιπλέον κιθάρες. Με άλλα λόγια, υπήρχε μελέτη και συνεκτικότητα σε κάθε στάδιο.
Αλήθεια, πού έγιναν οι ηχογραφήσεις;
Χ.Π.: Στο Zero Gravity τα τύμπανα και στο στούντιο των Bonnie Nettles οι κιθάρες με το μπάσο. Επίσης, τις φωνές στο σπίτι του Γιάννη Δαμιανού, ο οποίος επιμελείται τις παραγωγές μας από την «Τοξίνη» και έπειτα.
Π.Μ.: Η συμβολή του Γιάννης στην παραγωγή της «Παγωμένης Φροντίδας» είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που πρέπει να ειπωθούν. Άτυπα, είναι το πέμπτο μέλος της μπάντας. Η παρουσία του στους N’Cheezed είναι διαχρονικά κομβική και ποτέ διεκπεραιωτική.
Πάντως ακούγεστε σαφώς πιο ώριμοι και ολοκληρωμένοι όσον αφορά τη μουσική ταυτότητά σας. Παρόλο που εξακολουθώ να δυσκολεύομαι να περιγράψω τι είδος παίζετε ακριβώς…
Χ.Π.: …και δε θα το περιγράψουμε ούτε εμείς!
Σ.Γ.: Μα γιατί, μπορούμε; (γέλια)
Π.Μ.: Σχετικά με αυτό που λες, παίζει ρόλο το γεγονός πως στο νέο δίσκο κάθε κομμάτι το αντιμετωπίσαμε σαν ένα ξεχωριστό πρότζεκτ και γρίφος, ταυτόχρονα. Διατηρήσαμε, ωστόσο, τη λογική της ενιαίας στιχουργικής αφήγησης.

Άρα, πώς άρχισε να παίρνει μορφή η «Παγωμένη Φροντίδα»;
Π.Μ.: Το Σεπτέμβριο του 2025 είχαμε έτοιμα περίπου πέντε κομμάτια, εκ των οποίων τον «Χαλίφη», τον «Εργατοκαπιταλιστή» και τις «Διακοπές» που αποτέλεσαν τη βάση μας. Παρόλα αυτά, αποφεύγαμε να ορίσουμε μια σαφή ημερομηνία για να μπούμε στο στούντιο. Αφενός δε θέλαμε να βιαστούμε, αφετέρου προτιμούσαμε να επιτρέψουμε στο χρόνο να κάνει τα δικά του και να «οσμώσει» το υλικό. Χρειαζόμασταν, όμως, κάτι για να μας κινητοποιήσει για να πάρει μπρος το πράγμα. Οπότε, συμφωνήσαμε να δουλέψουμε ώστε το Δεκέμβριο να είμαστε έτοιμοι, κίνηση που αποδείχτηκε ευεργετική.
Σ.Γ.: Σκέψου πως στο διάστημα που ακολούθησε ολοκληρώσαμε συνθέσεις που βασίζονταν απλώς σε ιδέες και εν τέλει ολοκλήρωσαν το άλμπουμ. Αλλά μη φανταστείς πως αυτό συνέβαινε όσο εντατικά μπορεί να φαίνεται. Έχουμε πει πολλές φορές μεταξύ μας ότι θα ήταν τέλειο να μπορούσαμε για ένα μήνα να κάνουμε κάθε μέρα πρόβα και έτσι να βγάλουμε ένα δίσκο.
Χ.Π.: Ας μας κλείσει κάποιος και εμάς σε ένα πύργο κάπου στην εξοχή, στα ανάκτορα Τατοΐου ξέρω ‘γω, να τα αναδιαμοφώσουμε και να κάνουμε ηχογράφηση! (γέλια)
Αλέξανδρος Πούλος: Εδώ να επισημάνουμε ότι δε θα καταφέρναμε τίποτα εάν δεν υπήρχε η στήριξη από τον κόσμο. Είμαστε ειλικρινά ευγνώμονες απέναντι σε όποιο έχει έρθει στις συναυλίες μας, έχει αγοράσει κάτι από το merchandise ή έχει συνδράμει στο Bandcamp μας. Γιατί είναι αυτονόητο πως σε κανένα από εμάς δεν περισσεύουν τα κεφάλαια για να καλυφτούν τα κόστη μιας ηχογράφησης.
Αναφέρθηκε και νωρίτερα η σημασία της αφήγησης στα τραγούδια σας. Και ομολογώ πως αυτή είναι μια ποιότητά σας που εκτιμώ περισσότερο σε βάθος χρόνου, πολύ απλά γιατί πλέον σπανίζουν αντίστοιχες περιπτώσεις καλλιτεχνών. Το να υπάρχει η λογική της ιστορίας στους στίχους προκύπτει αβίαστα;
Χ.Π.: Καθόλου! Ίσα-ίσα, είναι ζητούμενο. Προσωπικά με έχει κουράσει η τάση που θέλει τον κάθε μουσικό να νιώθει την ανάγκη μέσα από τα κομμάτια του να πρέπει να δηλώσει τις θέσεις του, σα να ορίζει εαυτόν εκπρόσωπο κάποιου.
Π.Μ.: Αυτό που περιγράφει ο Χρήστος είναι αμφίδρομο. Γιατί μια σημαντική μερίδα του κοινού αναζητά, επίσης, τους καλλιτέχνες που μέσα από τις αφηγήσεις τους επιτελούν μιας μορφής εκπροσώπηση. Με πιο απλά λόγια, σήμερα και ο κόσμος θέλει να εκπροσωπείται και οι μουσικοί να τον εκπροσωπούν.
Χ.Π.: Το έχω προσέξει και σε συναυλίες αυτό. Βλέπεις κάποιον να λέει «λοιπόν, τώρα θα πω το τάδε για το δείνα σημαντικό ζήτημα» όχι πηγαία, αλλά με άγχος, σα να υπάρχει η πιθανότητα να παρεξηγηθούν οι προθέσεις του άμα δε μας το εξηγήσει.
Π.Μ.: Όλο αυτό, δημιουργεί ένα πλαίσιο στο οποίο οι εξιστορήσεις μας δεν μπορούν παρά να είναι πάντα αποσαφηνισμένες και αυτοαναφορικές. Κάτι που νιώθω ότι δεν είναι ωφέλιμο μουσικά, για αυτό εμείς επιχειρούμε πάντα να τείνουμε προς ένα δεύτερο επίπεδο σε αυτά που κάνουμε. Φυσικά, όχι επιτηδευμένα και όχι με τρόπο που δε θα άρεσε ούτε σε εμάς.

Έχει ενδιαφέρον που το λες αυτό, Πέτρο, καθώς σε ακούμε να τραγουδάς σε ένα μόνο κομμάτι το οποίο είναι και το πιο εξομολογητικό («Όταν Αγχώνομαι»).
Π.Μ.: Τυχαίνει να είναι το παλαιότερο κομμάτι του δίσκου, γράφτηκε πριν από δέκα χρόνια. Αλλά χρειάστηκε να περάσει τόσος καιρός για να ολοκληρωθεί, διότι τώρα ταίριαξε στη στιγμή. Ο ψηφιακός κόσμος με έχει δομήσει σαν άνθρωπο, είναι σαν τρίτος γονέας μου. Είτε μιλάμε για το ίντερνετ είτε τα βιντεοπαιχνίδια, νιώθω σα να έχω μια παράλληλη ζωή μέσα σε αυτά. Εξάλλου, σα γενιά βρισκόμαστε στο μεταίχμιο, αφού θυμόμαστε πώς ήταν τα πράγματα πριν το διαδίκτυο.
Τι έρχεται πρώτα, οι στίχοι ή η μουσική;
Χ.Π.: Είναι λίγο παράλληλη διαδικασία… Ένας στιχουργός, του οποίου δυστυχώς δε θυμάμαι το όνομά του, είχε πει πως ένας στίχος είναι αδύνατο να γραφτεί ανεξάρτητα από τη μουσική. Είναι αδύνατον. Οπότε, έχεις υπόψη σου μια μελωδία, μια κατεύθυνση που θέλουν να πάρουν τα φωνητικά σου κ.λπ. Σ.Γ.: Το «200 Άτομα» για παράδειγμα, ήταν όλο αποτέλεσμα μιας πρότασης του Χρήστου που ήρθε εξαρχής ολοκληρωμένη.
Π.Μ.: Κι εγώ από τη μεριά μου, έχει τύχει να φέρω σε πρόβα συνθέσεις κιθαριστικά έτοιμες, αλλά να μην έχω ιδέα για τι μιλάνε, όπως ο «Μύθος». Το έβαλα στα παιδιά και μαζί, μέσα από συζητήσεις και αυτοσχεδιασμούς, του δώσαμε την τελική μορφή του.
Σ.Γ.: Στην «Παγωμένη Φροντίδα», κιόλας, υπάρχει ένας αφανής πρωταγωνιστής που κρύβεται σε όλα τα τραγούδια, κάτι που δεν είχαμε σχεδιάσει εξαρχής. Μάλιστα, αφού φτιάξαμε το tracklist διαπιστώσαμε πως περνά από διάφορες συναισθηματικές περιπέτειες με αρχή, μέση, τέλος. Είναι ένας χαρακτήρας που χωρίζει, αποκτά situationship, παθαίνει κατάθλιψη και ύστερα λυτρώνεται, υπό μία έννοια.
Έχει πλάκα που το λες αυτό, γιατί το εναρκτήριο κομμάτι («G POP») θυμίζει τους τίτλους αρχής μιας πιθανής μεταγλωττισμένης anime σειράς που θα βλέπαμε στα ‘90s. Η μουσική σας, γενικά, ενίοτε μοιάζει βγαλμένη από σάουντρακ κινουμένων σχεδίων.
Χ.Π.: Το συγκεκριμένο είδος αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς όλων των N’Cheezed. Σπίτι του, ο καθένας ακούει άλλα πράγματα, αλλά ο κοινός τόπος είναι αυτός. Και οι Queen. (γέλια)
Θα συμφωνούσατε πως αποτελείτε μέρος της παράδοσης που έχει το ελληνόφωνο πεντάγραμμο στο ανακάτεμα του χιούμορ με την κοινωνική κριτική στη μουσική; Για να γίνω πιο σαφής, δε θα μου έκανε εντύπωση κάποιος να έλεγε πως του θυμίζετε τους Χατζηφραγκέτα.
Σ.Γ.: Όντως, μου έχουν πει πως ακουγόμαστε σαν punk εκδοχή των Χατζηφραγκέτα, αν και εγώ δεν έχω ακούσει πολύ. Νομίζω ότι για αυτό φταίει πως εδώ και χρόνια δεν έχει βγει κάτι παρόμοιο ηχητικά.
Π.Μ.: Σε αυτό να προσθέσω πως, για εμένα, οι Ανώριμοι ήταν μια σημαντική επιρροή, ειδικά ως προς την πολύ προσωπική επιμέλεια των βίντεό τους. Κι ας μη φαίνεται ξεκάθαρα στο στιλ μας.
Α.Π.: Μας βλέπω πιο κοντά στις Μουσικές Ταξιαρχίες, παρά στους Χατζηφραγκέτα, για να σου πω την αλήθεια.
Χ.Π.: Συμφωνώ με τον Αλέξανδρο, αλλά θα προσθέσω πως μοιραία, κάποια πράγματα δε γίνεται να τα αγνοήσεις. Από εκεί και έπειτα, επιδιώκουμε να εξελίσσουμε έναν ήχο, αυτό που βρήκαμε να το πάμε παραπέρα.
Α.Π.: Βέβαια, αφετηρία σε ό,τι κάνουμε παραμένει το ότι βρισκόμαστε για να βγάλουμε αυτό που έχουμε μέσα μας. Χωρίς αυτό να αντιστοιχεί σε ένα στάνταρ στιλ μουσικής, γιατί ο καθένας φέρνει τις δικές του αναφορές. Ο ένας τζαζ, ο άλλος j-pop, ο άλλος χιπ χοπ…
Χ.Π.: …μην εξηγείς! Θα χαλάσεις το μύθο! (γέλια)
Διαβάστε επίσης
