Άραγε χάνει το Φεστιβάλ Βενετίας την οσκαρική αίγλη του;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή καθώς η Μόστρα καλείται να διαχειριστεί μια περίπλοκη ισορροπία στουντιακών και σινεφίλ τίτλων.
Περιεχόμενα
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται το 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας (2-12/9), με τη διοργάνωση να εγκαινιάζει άτυπα την έναρξη της νέας κινηματογραφικής σεζόν. Μπόλικοι οι πολυαναμενόμενοι τίτλοι που κάνουν παγκόσμια πρεμιέρα στο Λίντο και φυσικά, ακόμα περισσότεροι οι λουσάτοι καλεσμένοι που ταξιδεύουν στην πανέμορφη ιταλική πόλη. Ωστόσο, το πρόγραμμα του θεσμού δείχνει πιο αδύναμο σε σχέση με τις παλαιότερες βερσιόν του, κυρίως όσον αφορά τους μεγάλους στουντιακούς τίτλους που φέτος απουσιάζουν χαρακτηριστικά.

Η οσκαρική κουλτούρα
Την τελευταία δεκαετία η Μόστρα έχει εξελιχθεί σε πλατφόρμα ανάδειξης των παραγωγών που στη συνέχεια θριαμβεύουν στην απονομή των Όσκαρ. Είναι ενδεικτικό πως από το 2014, τέσσερα φιλμ απέσπασαν το χρυσό αγαλματίδιο καλύτερης ταινίας έχοντας ξεκινήσει την πορεία τους από τη Βενετία («Birdman ή Η Απρόσμενη Αρετή της Αφέλειας», «Spotlight: Όλα στο Φως», «Η Μορφή του Νερού», «Η Χώρα των Νομάδων»). Ένα χρόνο νωρίτερα, το θεαματικό sci-fi «Gravity» (Αλφόνσο Κουαρόν) «άνοιξε» τη διοργάνωση του 2013 προτού ξεπεράσει τα 700 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box office και ο Κουαρόν κερδίσει Όσκαρ σκηνοθεσίας. Ας μη ξεχνάμε δε και το επιβλητικό πέρασμα του Γιώργου Λάνθιμου, ο οποίος με το «Poor Things» κέρδισε το σημαντικότερο βραβείο της καριέρας του ως τώρα (Χρυσός Λέοντας) και έπειτα η Έμα Στόουν διπλασίασε τα Όσκαρ της. Τις προϋποθέσεις για αυτήν την «επέλαση» του Χόλιγουντ δημιούργησε ο κομβικός καλλιτεχνικός διευθυντής του θεσμού Αλμπέρτο Μπαρμπέρα, ο οποίος από όταν ανέλαβε τα ηνία το 2012 έχει υπάρξει καθοριστικός στην αναθέρμανση της δημοφιλίας ενός φεστιβάλ που δυσκολευόταν να ανταγωνιστεί τις Κάννες, το Βερολίνο και το Τορόντο.
Βέβαια, τα παραπάνω δεδομένα δεν ισχύουν στον ίδιο βαθμό το 2026. Ισχυρά στούντιο όπως σαν εκείνα των Warner Bros., Universal, Paramount, Disney και Sony λείπουν από τις τελικές επιλογές, γεγονός που ισοδυναμεί με μείωση των ταινιών που θα φέρουν διεθνές σούσουρο. Παρεμπιπτόντως, το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε και στο πρόσφατο Φεστιβάλ των Καννών και υπάρχουν εύλογοι τρόποι να εξηγηθεί. Μια προφανής ερμηνεία αφορά πρακτικές παραγωγικές δυσκολίες. Με άλλα λόγια, αρκετές ταινίες δεν ήταν εγκαίρως έτοιμες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τα σίκουελ «Social Reckoning» και «The Adventures of Cliff Booth». Παρομοίως, κάποιες άλλες πολυσυζητημένες περιπτώσεις όπως τα «Ντίγκερ» και «Βεεμώθ!», έχουν επιλέξει να παραλείψουν εξ ολοκλήρου τις φεστιβαλικές πρεμιέρες.
Ως προς το τελευταίο σημείο, επιτρέπεται μία ακόμα ανάγνωση. Στις τελευταίες διοργανώσεις της η Μόστρα έχει αποκτήσει αρκετές πολιτικές φορτίσεις, ειδικά σε σχέση με τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη, γεγονός που φέρνει ενίοτε σε αμηχανία τους υπεύθυνους μάρκετινγκ μιας στουντιακής κυκλοφορίας. Αντίστοιχα, καθώς το κοινό της Βενετίας είναι πρωτίστως σινεφίλ, υπάρχει το ρίσκο μια πρεμιέρα να δεχτεί πολύ έντονη έως και ισοπεδωτική κριτική, με αποτέλεσμα να εκτροχιαστούν οι ελπίδες της στα ταμεία των κινηματογράφων. Η ομάδα του «Jay Kelly», ας πούμε, από πέρσι το φυσάει και δεν κρυώνει… Συν τοις άλλοις, δεν πρέπει να προσπερνάμε το ζήτημα του κόστους. Όπως σημειώνει το Vanity Fair, το κόστος ενός βενετσιάνικου ταξιδιού μπορεί να φτάσει ακόμα και τις 300.000 δολάρια, κόστος αρκετά υψηλό για να ρισκάρει κάποιος αντί για standing ovation να δεχθεί εκκωφαντικό γιουχάρισμα.

Γόνδολα είναι και πάει
Στα αλήθεια, όμως, τα πράγματα είναι ακόμα πιο απλά από όσο δείχνουν. Η αίγλη που προσφέρει μια πρεμιέρα στη Βενετία παραμένει ακαταμάχητη, για αυτό και ο ίδιος ο Μπαρμπέρα σε συνεντεύξεις έχει υποστηρίξει πως το φεστιβάλ έτυχε να μη συγχρονιστεί με τους προγραμματισμούς ορισμένων στούντιο. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι και λίγες οι ταινίες που έχουν αναγκαστεί να κάνουν επιπλέον γυρίσματα φέτος, οπότε ήταν σχετικά αναμενόμενη εξέλιξη. Του λόγου το αληθές, σχεδόν ό,τι ήταν έτοιμο επιλέχθηκε στη Μόστρα. Φιλμ όπως το «Ink» του Ντάνι Μπόιλ, το «Primetime» που αρκετοί λένε θα οδηγήσει τον Ρόμπερτ Πάτινσον στις υποψηφιότητες των Όσκαρ, εκεί όπου εκτός απροόπτου θα είναι και το ξέφρενο «Wild Horse Nine» του βραβευμένου από την Ακαδημία σκηνοθέτη Μάρτιν ΜακΝτόνα («Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι», «Αποστολή στην Μπριζ»). Δηλαδή, σα να λέμε κάτι εξακολουθεί να γίνεται…
Διαβάστε επίσης