Ο Τζορτζ Κλούνεϊ και το πανάκριβο τίποτα που λέγεται «Jay Kelly»
Η νέα παραγωγή του Netflix επιδεικνύει περίσσια λούσα αλλά και μηδενική ουσία παρά τους οσκαρικούς συντελεστές του.
Από τότε που ο Φεντερίκο Φελίνι γύρισε το αριστουργηματικό «8½» (1963) και ο Μπομπ Φόσι το ορμητικό «Η Παράσταση Αρχίζει» («All that Jazz», 1979), μια φορά στο τόσο κάποιος σκηνοθέτης μπαίνει στον πειρασμό να γυρίσει τη δική του κινηματογραφική εκδοχή αυτο-ψυχανάλυσης και υπαρξιακής αυτογνωσίας, ελπίζοντας να οδηγηθεί σε μια λυτρωτική προσωπική αλήθεια που θα αποδειχθεί, κιόλας, οικουμενική. Ωστόσο αυτή είναι μια ατραπός γεμάτη ρίσκο, αφού υπάρχει ο κίνδυνος το τελικό φιλμ να εγκλωβιστεί σε μια φλύαρη αυτοαναφορικότητα ή από την άλλη, αν όλα πάνε καλά, να προκύψει όντως ένα απελευθερωτικό αφήγημα δυνατό να εμπνεύσει και τον περιστασιακό θεατή. Στο Netflix, πλέον, μπορούν να καυχιούνται πως έχουν δύο δυνατούς εκπροσώπους της πρώτης περίπτωσης, αφού στην πλατφόρμα συνυπάρχουν το αφόρητα πομπώδες «Μπάρντο, το Ψευδές Χρονικό ενός Σωρού Αλήθειες» («Bardo, falsa Crónica de Unas Cuantas Verdades», Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου) και το αποκομμένο από οποιαδήποτε πραγματικότητα «Jay Kelly».

Σε σενάριο του πολύπειρου και ενίοτε σπουδαίου Νόα Μπάουμπακ («Ιστορία Γάμου», «Frances Ha») και της διακεκριμένης ηθοποιού Έμιλι Μόρτιμερ, το εν λόγω δράμα θέλει τον οσκαρικό Τζορτζ Κλούνεϊ στο ρόλο ενός διεθνώς αναγνωρισμένου χολιγουντιανού σταρ, του Τζέι Κέλι, ο οποίος εν μία νυκτί συνειδητοποιεί πως πλησιάζει τη σύνταξη έχοντας περάσει μια ολόκληρη ζωή αφιερωμένος στη δουλειά και όχι στα παιδιά του. Η ήδη εξαιρετικά κοινότοπη πλοκή φορτώνεται με ακόμα περισσότερα κλισέ, όταν ο πρωταγωνιστής παίρνει την παρορμητική απόφαση να ακολουθήσει τη νεαρότερη κόρη στο ευρωπαϊκό ταξίδι της, σε μια ύστατη απόπειρα συμφιλίωσης και αναπλήρωσης του χαμένου χρόνου.
Το μείζον πρόβλημα του «Jay Kelly» είναι αδυναμία του να αποδομήσει ουσιαστικά τον ήρωα του, έναν άντρα παγιδευμένο ανάμεσα στη δημόσια και ιδιωτική εικόνα, ο οποίος έχει ξεχάσει ποια είναι η αληθινή ταυτότητά του. Υπό αυτήν την έννοια αποτελεί άψογη επιλογή ο Κλούνεϊ, ο οποίος δεν χρειάζεται να ιδρώσει καν για να πείσει πως ταυτίζεται με τους προβληματισμούς του χαρακτήρα. Από την άλλη, βέβαια, για να φτάσει στο σημείο της πλήρους αναγνώρισης των προσωπικών λαθών και της συμφιλίωσης με τα ελαττώματά του, ούτως ώστε να είναι εφικτή η ειλικρινής εσωτερική μεταστροφή του, χρειάζεται να κατέβει από το βάθρο του και να φθαρεί, κάτι που δεν συμβαίνει ποτέ στην ταινία.

Οι Μπάουμπακ – Μόρτιμερ παρασύρονται(;) από τον έκδηλο ναρκισσισμό του Κέλι, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν ενεργά στον αυτοθαυμασμό του και να μην τον αφήνουν στιγμή εκτεθειμένο. Ακόμα και τις φορές που υποτίθεται πως βγαίνει από τη ζώνη ασφαλείας του, αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, παίρνοντας… κανονικό εισιτήριο τρένου και όχι πρώτης θέσης, μόνο και μόνο για να δεχθεί βροχή φιλοφρονήσεων από το επιβατικό κοινό που απεικόνιζεται ως πλέμπα. Λέξη η οποία, παρεμπιπτόντως, ακούγεται ως χαρακτηρισμός στην ταινία κυριολεκτικά. Ακόμα και εάν δεχθούμε το άλλοθι πως λεπτομέρειες σαν και αυτή συμβάλλουν σε μια ευρύτερη ειρωνεία της κατάστασης, δεν αναιρείται το γεγονός πως το «Jay Kelly» διαπνέεται από έναν αέρα πλουτισμού και εξωτικοποιήσης του «υπόλοιπου απλού κόσμου» που βρίσκεται εκεί έξω.
Η ιδέα δε πως ο Κλούνεϊ, σαν άλλος Εμπενίζερ Σκρουτζ, επισκέπτεται μέσω φλασμπάκ παλαιότερες καθοριστικές εμπειρίες του χαρακτήρα του, αντί να εξανθρωπίσει και να κάνει προσβάσιμο τον ήρωα, πετυχαίνει το ακριβώς αντίθετο. Αποδεικνύεται βαθιά ελαττωματικός και τα προβλήματά του, απλούστατα, εκτός τόπου και χρόνου. Ακόμα και έτσι, σαφως και ο Τζέι Κέλι αξίζει την αγάπη μας, κάτι που φροντίζει να του προσφέρει γενναιόδωρα το χολιγουντιανό χάπι εντ που βάζει σιροπιαστή κατακλείδα σε μια από τις πιο απογοητευτικές σκηνοθετικές δουλειές του Μπάουμπακ μέχρι τώρα.