Ωραίος ο νέος Τζιμ Τζάρμους, αλλά όχι και για Χρυσό Λέοντα
©Vague Notion 2024_Yorick Le Saux

Ωραίος ο νέος Τζιμ Τζάρμους, αλλά όχι και για Χρυσό Λέοντα

Το «Father Mother Sister Brother» αποτελεί μια τρυφερή, όχι όμως και αξιομνημόνευτη προσθήκη στη φιλμογραφία του αγαπημένου Αμερικανού σκηνοθέτη.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο στη Βενετία ο Τζιμ Τζάρμους, ένας από τους κορυφαίους σκηνοθέτες που έχει αναδείξει ο ανεξάρτητος αμερικανικός κινηματογράφος, απέσπασε τη σπουδαιότερη διεθνή διάκρισή του κατακτώντας το Χρυσό Λέοντα με το τρυφερό «Father Mother Sister Brother». Για τους λάτρεις της στατιστικής, αυτή η βράβευση ήρθε είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, Αργυρός Φοίνικας σα να λέμε, για τα μελαγχολικά «Τσακισμένα Λουλούδια». Συμπτωματικά, αμφότερα είναι φιλμ που δεν αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα του ύφους του Τζάρμους, μια μίξη «δρομίσιου» coolness, αντισυμβατικών προσωπικοτήτων και υποκουλτούρας, αλλά αναδεικνύουν τη μοναδική ικανότητά του να αφουγκράζεται το ψυχισμό καθημερινών ανθρώπων.

Το «Father Mother…» έρχεται να προστεθεί στις ανθολογίες του Αμερικανού («Μυστήριο Τρένο, «Μια Νύχτα στον Κόσμο», «Καφές και Τσιγάρα»), με το κοινό θεματικό νήμα που συνδέει τις τρεις ιστορίες του να αφορά τις οικογενειακές σχέσεις, όπως προδίδει ο τίτλος. Καθεμία δίνει έμφαση σε διαφορετικό συγγενικό ρόλο και τόπο, καθώς μεταφερόμαστε από την επαρχιακή Αμερική στο Δουβλίνο και το Παρίσι, έχοντας πάντα στο επίκεντρο την αφορμή μιας επανένωσης παιδιών με τους γονείς τους. Έτσι, τα αισθήματα του ανταμώματος και της αναπόλησης, αγαπημένες συναισθηματικές καταστάσεις του Τζάρμους, είναι τα βασικότερα στην «παλέτα» ενός φιλμ που γεμίζει ακαριαία με θαλπωρή. Παράλληλα, γίνεται γρήγορα σαφές πως κάθε επεισόδιο δεν έχει τη διάθεση να αρθρώσει κάποια μεγαλοστομία, όσο να αναπτυχθεί σαν ένα χαμηλότονο χαϊκού το οποίο γλυκαίνει μια διαδικασία που μεγαλώνοντας μπορεί να αποκτήσει ποιότητες υποχρέωσης: την επικοινωνία, πόσω δε μάλλον τη συνύπαρξη με τους γονείς.

©Vague Notion 2024_Atsushi Nishijima

Η επιστροφή στο μητρικό – πατρικό σπίτι είναι κάτι που ενίοτε σε βγάζει εκτός προγράμματος, σε φέρνει σε άβολη θέση ή γίνεται διεκπεραιωτικά. Είτε γιατί αφυπνίζει αποσιωπημένα αδιέξοδα είτε γιατί συμβαίνει σε ένα χώρο φορτωμένο αναμνήσεις. Τουλάχιστον αυτό απεικονίζεται στο «Father Mother…», το οποίο εντρυφά ακριβώς στην «αβολότητα» της εν λόγω συνθήκης από όλες τις πλευρές. Στην πιο αστεία από τις ιστορίες, για παράδειγμα, ο ηλικιωμένος χαρακτήρας του Τομ Γουέιτς είναι αυτός που θέλει, μάλλον περισσότερο, να αποφύγει τα άχρωμα τέκνα του (Άνταμ Ντράιβερ, Μάιμ Μπιάλικ) παρά το αντίστροφο. Για αυτό και υποκρίνεται πως είναι ένας γεράκος που δυσκολεύεται να συντηρήσει τον εαυτό του, κάτι που δε θα μπορούσε να είναι πιο απομακρυσμένο από την πραγματικότητα.

Για αυτό και πίσω από κάθε βεβιασμένη συνάντηση κρύβεται ένας υπαινιγμός, ο οποίος συνιστά και την ουσία των προθέσεων του Τζάρμους. Σημασία δεν έχει τι λένε ή αποκρύπτουν οι χαρακτήρες, όσο η απόσταση, ψυχολογική – χρονική, που διογκώνεται μεταξύ της τελευταίας και της επόμενης ευκαιρίας να σμίξουν ξανά. Διόλου τυχαία, μερικά από τα σταθερά μοτίβα που απεικονίζονται έχουν σχέση με το χρόνο (τα ρολόγια) και την ειλικρίνεια (κάλπικα αντικείμενα, αστρολογία). Για αυτό και έχει ενδιαφέρον πως η ταινία ακολουθεί μια ανάποδη φορά. Στην εναρκτήρια ιστορία οι χαρακτήρες με το ζόρι ανταλλάσσουν σκέψεις και νέα, ενώ στο τέλος ο διάλογος είναι αρμονικά αδιάκοπος. Υπάρχει αιτία, σαφώς, αλλά εκείνο που δεν αλλάζει είναι η ανάγκη να επισημανθεί πως δεν χρειάζεται να αφήνουμε πάντα τη σκόνη του χρόνου να φθείρει την επαφή με τους ανθρώπους που, κατά βάθος, αγαπάμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Ενδεχομένως πάντα, μην τσουβαλιάζουμε…

©Vague Notion_Carole Bethuel

Πάντως, δομικά, η σχέση με τους γονείς ενέχει ανταγωνιστικούς εγωισμούς που περιπλέκουν τα πράγματα, ειδικά όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι είναι ενήλικες. Πόσο εύκολα τακτοποιούνται από την αρχή οι προτεραιότητες όταν μια ζή ετοιμάζεσαι για να ανταπεξέλθεις κοινωνικά ως ανεξάρτητη ατομικότητα; Και έπειτα, πότε μπαίνουν τα όρια μεταξύ ιδιωτικότητας και κοινού βιώματος, διακριτικότητας και ενεργούς παρέμβασης; Άβολα και αυτά τα ερωτήματα που ζητούν υποκειμενικές, δυναμικές απαντήσεις, τις οποίες βέβαια, ο Τζάρμους θίγει δίχως αξιομνημόνευτη ευφράδεια. Η αποδεδειγμένη ικανότητά του να «ξεθάβει» την αφανή ποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης, βλέπε το αφοπλιστικό «Paterson», εδώ μένει σε ρηχά νερά. Το παράδοξο είναι πως τίποτα λάθος, με τη στενή έννοια του όρου, δεν συμβαίνει στο «Father Mother…», όμως η χαριτωμενιά του δεν συνεπάγεται και μια αφηγηματική πληρότητα που να το εξυψώνει σε κάτι ξεχωριστό. Επιπλέον, μιας και αναφέραμε το «Paterson», εάν στη μία περίπτωση ο μινιμαλισμός και απλότητα ωφελούν τη συναισθηματική επίδραση του φιλμ, σε αυτή προδίδουν πως κάτι λείπει για να το απογειώσει. Με άλλα λόγια, μετά το τέλος της προβολής θα θέλετε να καλέσετε τους δικούς σας, το αν θα τους δείτε όντως, από την άλλη, δεν είναι καθόλου σίγουρο…

Σχετικά άρθρα