Στο «Backrooms» το καθηλωτικό horror βρίσκεται στο διπλανό portal

Στο «Backrooms» το καθηλωτικό horror βρίσκεται στο διπλανό portal

Η creepypasta ανθολογία τρομακτικών βίντεο του πρώην YouTuber νυν σκηνοθέτη Κέιν Πάρσονς περνάει ανατριχιαστικά στη μεγάλη οθόνη.

Στη μοντέρνα, αμείλικτη οικονομία της προσοχής, το έντονο hype -σούσουρο κοινώς- είναι δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία, είναι αναγκαίο ως ένα βαθμό, ούτως ώστε να κερδηθεί το ενδιαφέρον ενός κοινού που πια καταναλώνει αποσπασματικά πολιτιστικά αγαθά. Από την άλλη, συχνά είναι ικανό να δημιουργήσει υπέρμετρες προσδοκίες που είτε δεν ανταποκρίνονται στο τελικό έργο είτε είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν. Κάπου στη μέση πέφτει το «Backrooms», ένα από τα πιο πολυαναμενόμενα horror της χρονιάς, το οποίο φέρει τη σφραγίδα της A24 και αποτελεί ντεμπούτο του μόλις 21χρονου σκηνοθέτη Κέιν Πάρσονς.

Backrooms 2

Άδεια κατειλημμένα δωμάτια

Σε περίπτωση που δεν είστε εξοικειωμένοι με την κουλτούρα του ίντερνετ, έχει σημασία να γνωρίζετε πως ως backrooms περιγράφονται εσωτερικοί χώροι οι οποίοι είναι κενοί, ενδεχομένως εγκαταλελειμμένοι από καιρό, οι οποίοι προξενούν στο υποκείμενο που τα επισκέπτεται μια αδιευκρίνιστη ανησυχία. Τα παραδείγματα της εν λόγω κατηγορίας ποικίλλουν αφού καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα τόπων, από άδεια εταιρικά γραφεία και καταστήματα, μέχρι γκαράζ, διαδρόμους και αποθήκες. Οτιδήποτε, δηλαδή, προϋποθέτει την ανθρώπινη παρουσία, αλλά στην πραγματικότητα και εντελώς αδικαιολόγητα εκείνη απουσιάζει εκκωφαντικά. Η έλλειψη ζωής υπογραμμίζεται, συνήθως, από τη λιτή διακόσμηση και από το πώς η σιωπή δηλώνει την παρουσία της μέσω βόμβων, ηλεκτρισμού που διαπερνά λάμπες, ανεπαίσθητους ή αδιευκρίνιστους ήχους κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, είναι σα να παίρνει σάρκα και οστά μια ολόκληρη παράλληλη διάσταση στην οποία είμαστε ολομόναχοι, αυτή προϋπήρχε εν αγνοία μας, εμείς μόλις τώρα τη συνειδητοποιούμε και ταυτόχρονα, θυμίζει κάτι ανατριχιαστικά οικείο.

Η απροσδιοριστία της αιτίας που δημιουργούνται backrooms σε συνδυασμό με τον υπαινιγμό πως κάτι ακόμα, πέρα από εμάς, μπορεί να κατοικεί σε αυτά, είναι μεταξύ των κομβικών παραγόντων που τα έκαναν θελκτικά στο κοινό του ίντερνετ όταν εμφανίστηκαν πριν μερικά χρόνια. Ο Πάρσονς ευθύνεται για το γεγονός πως άγγιξαν ένα ευρύ κοινό, το κανάλι του στο YouTube μετρά εκατοντάδες εκατομμύρια προβολές συνολικά, βοηθώντας αυτό που εκδηλώθηκε αρχικά ως creepypasta να εξελιχθεί σε περιεχόμενο που αφήνει χειροπιαστό πολιτισμικό αποτύπωμα. Φυσικά ο Αμερικανός, ο οποίος ξεκίνησε να φτιάχνει τα χειροποίητα βίντεο στην εφηβεία του, δεν ήταν ο μόνος που συνέβαλε στη δημοφιλία των backrooms. Ωστόσο, σταδιακά, εκείνος άρχισε να αναπτύσσει αφηγήσεις γύρω τους και κάπου εκεί, στις αρχές του 2022, η A24 του πρότεινε να μεταφέρει τις τρομακτικές αντι-ιστορίες του στη μεγάλη οθόνη.

Backrooms 4

Ο κόσμος πίσω από τον κόσμο

Η υπόθεση του κινηματογραφικού «Backrooms» βασίζεται νοερά σε ιδέες και πλοκές που έχουν χρησιμοποιηθεί ιντερνετικά στο πρόσφατο παρελθόν, όμως ο Πάρσονς καθώς κλείνει συνωμοτικά το μάτι στους μυημένους, παράλληλα δίνει το έναυσμα για κάτι καινούριο. Όλα ξεκινούν όταν ο ιδιοκτήτης ενός καταστήματος επίπλων (Τσιετέλ Ετζιοφόρ) διαπιστώνει πως στο υπόγειο του μαγαζιού υπάρχει μια αγνώστου προελεύσεως πύλη που οδηγεί σε όμορους χώρους, οι οποίοι ενώ μοιάζουν με τους υπόλοιπους δείχνουν παγερά ανοίκειοι. Διστακτικά, αρχίζει να τους εξερευνά ώσπου εξαφανίζεται. Γεγονός που κινητοποιεί τη ψυχολόγο του (Ρενάτε Ρέινσβε) να τον αναζητήσει, φτάνοντας αναπόφευκτα στην «άλλη» πλευρά και σε μια ζοφερή αλήθεια.

Η ιδέα πως πλάι μας υπάρχει ένας αδιόρατος, ενδιάμεσος κόσμος που εκδηλώνεται σε ουδέτερα μέρη όπου συμβαίνουν παράξενα και δυσοίωνα πράγματα, είναι από τις πιο γοητευτικές και σταθερές στη γενεαλογία του horror. Διότι ειδικά όσον αφορά το σινεμά του τρόμου, τα λεγόμενα «liminal spaces» («μεταβατικοί χώροι») αποτελόυν κατεξοχήν κομμάτια του συντακτικού του. Ενδεικτικά, θυμίζουμε το διάδρομο του Overlook Hotel στη «Λάμψη» (Στάνλεϊ Κιούμπρικ) όπου ενώπιον του μικρού Ντάνι εμφανίζονται αλλόκοτες παρουσίες που του δημιουργούν αμφιβολία για το τι είναι αληθινό και τι όχι. Αντίστοιχο παράδειγμα, το εφαπτόμενο σύμπαν στο «Donnie Darko» (Ρίτσαρντ Κέλι) το οποίο αποτελεί αντιγραφή του κανονικού κόσμου και προκύπτει από το πουθενά. Ή η πιο κοντινή στο «Backrooms» περίπτωση, αυτή του «Σφυγμού» (Κιγιόσι Κουροσάβα), όπου οι οθόνες των υπολογιστών και το ίντερνετ συνιστούν ένα κατώφλι μεταξύ υλικής και ψηφιακής πραγματικότητας, ζωής και θανάτου. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεταβατικοί χώροι επιδρούν σα μια υπερφυσική απόδειξη ενός κενού στην ανθρώπινη εμπειρία που πυροδοτεί υπαρξιακή αγωνία, αποπροσανατολισμό, συναισθηματική εξουθένωση και απόγνωση.

Φυσικά, ασύγκριτος χειριστής των «liminal spaces» παραμένει ο Ντέιβιντ Λιντς, κυρίως εξαιτίας του τρόπου που τα εκλαμβάνει ως τόπους αποπροσανατολιστικούς μεν, αλλά αυτογνωσιακής δυναμικής, αφού στους κόλπους τους βρίσκονται πολύτιμες γνώσεις για το υπόκειμενο που θα βρεθεί εντός τους. Μοιάζουν λιγότερο, δηλαδή, με μια αντιστροφή της κανονικότητας και περισσότερο με μια ονειρική συνθήκη, εξίσου τρομακτική όσο και λυτρωτική. Δεν είναι, εξάλλου, πως στο δέκατο τέταρτο επεισόδιο της τρίτης σεζόν του «Twin Peaks», ο χαρακτήρας της Μόνικα Μπελούτσι διερωτάται ρητορικά: «Είμαστε σαν αυτόν που ονειρεύεται και έπειτα κατοικεί μέσα στο όνειρο. Αλλά, ποιος είναι εκείνος που ονειρεύεται»;

Backrooms

Εδώ δεν έχει «save game»

Ο Πάρσονς αποδεικνύεται άξιος συνεχιστής αυτού του είδους των απεικονίσεων, δίνοντας έμφαση στον απειλητική ιδιότητά τους και αντιλαμβανόμενος τις παράδοξες ρωγμές στο χώρο σαν υπαρξιακά glitches. Ως κομμάτι μιας γενιάς που επηρεάστηκε δημιουργικά από τη νοοτροπία των video games, ο Αμερικανός δεν υιοθετεί στοιχεία τους μόνο εικαστικά, όπως επαληθεύεται από τον τρόπο που «κολλάνε» οι πρωταγωνιστές, μεταξύ άλλων, αλλά και από το ότι τους χειρίζεται σα να είναι ήρωες ενός βιντεοπαιχνιδιού. Το φέρσιμό τους έχει αυτή τη γνησιότητα, οι κινήσεις και η περιέργειά τους απηχεί την υποκειμενικότητα μιας περιπέτειας ανοιχτού χάρτη.

Το «Backrooms», λοιπόν, υποβάλλει με τον τρόμο του ακριβώς επειδή ανακινεί… κάτι στο ασυνείδητό μας. Διογκώνει το αίσθημα του μεταιχμίου στο μέγιστο βαθμό, μετατρέπει τους χώρους του σε ένα λαβύρινθο παραμορφωμένου ρεαλισμού όπου τα πάντα δεν είναι τελείως όπως θα έπρεπε να είναι. Περίπου σαν η «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» να συναντά το «Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» στο πιο εφιαλτικό. Έτσι, στην κατασκευή ενός περιβάλλοντος, τον οποίο γνωρίζει στην εντέλεια βέβαια, ο Πάρσονς κάνει περίπατο σκηνοθετικά. Τα προβλήματα αρχίζουν να παρατηρούνται όταν προσπαθεί να βάλει σε λογική τάξη ένα σενάριο που δεν το έχει ιδιαίτερη ανάγκη. Διότι οι εξηγήσεις είναι εκείνες που περιττεύουν σε ένα σενάριο απολαυστικά δυσερμήνευτο. Ενδεχομένως το βάρος των προσδοκιών που αναφέρθηκαν στην αρχή ή απλώς το άγχος που συνοδεύει κάθε ντεμπούτο, να επηρέασαν την κρίση του νεαρού δημιουργού ο οποίος, αργοπορημένα, συστήνει νέες πληροφορίες και απλουστευτικές αποσαφηνίσεις γύρω από το τραύμα και τον εθισμό. Ωστόσο, εκείνος που μένει προστατευμένος είναι ο συσχετισμός του «Backrooms» με το πνεύμα μιας εποχής όπου το κακό παρεισφρέει στο κενό μεταξύ κατακερματισμένης προσοχής, καταργημένης συμβατικής πραγματικότητας και αμείλικτης ψηφιακότητας.

Η ταινία «Backrooms» κυκλοφορεί από τη Σπέντζος (28/5). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.

Σχετικά άρθρα