Αλεξάνδρα Ματθαίου, πώς ένιωσες όταν η ταινία σου έκανε πρεμιέρα στις Κάννες;
Άρτι αφιχθείσα από την Κρουαζέτ η διακεκριμένη σκηνοθέτρια μιλάει στο ΚΛΙΚ για την ανεπανάληπτη εμπειρία της.
Στο πρόσφατο 79ο Φεστιβάλ Καννών που μόλις έριξε αυλαία, η σκηνοθέτρια Αλεξάνδρα Ματθαίου («A Summer Place») βρέθηκε μεταξύ των κινηματογραφιστών που εκπροσώπησαν το ελληνικό σινεμά στην Κρουαζέτ. Μάλιστα, η δημιουργός διαγωνίστηκε στο εξαιρετικά σημαντικό παράλληλο τμήμα Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών (Quinzaine des Cinéastes) με τη νέα μικρού μήκους της «Free Eliza (Notes on an Anatomical Imperfection)».
Το φιλμ, στο οποίο πρωταγωνιστεί η Γρηγορία Μεθενίτη, περιστρέφεται γύρω από μια μοναχική εργαζόμενη σε πολυτελές ξενοδοχείο που χαρακτηρίζεται από την εξής ιδιαιτερότητα: δεν μπορεί να χαμογελάσει. Εξαιτίας αυτής της «σπάνιας ανατομικής ανωμαλίας», όπως περιγράφεται στη σύνοψη της παραγωγής, προκύπτουν μια σειρά από παράδοξα προβλήματα που αφενός διογκώνουν την αποξένωσή της και αφετέρου, αποκαλύπτουν τους αδιόρατους τρόπους με τους οποίους η εργασιακή – πατριαρχική καταπίεση μπορεί να εκδηλωθεί.
Άρτι αφιχθείσα από το φεστιβάλ, η Ματθαίου απαντά παρακάτω στις ερωτήσεις του ΚΛΙΚ, οι οποίες ξεκινούν φυσικά με την πιο προφανή, πλην αναγκαία, όλων.

Το να κάνει η ταινία σου παγκόσμια πρεμιέρα σε διαγωνιστικό τμήμα των Καννών είναι ένα όνειρο που έχουν οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι σκηνοθέτες. Πες μας πώς ήταν η δική σου εμπειρία.
Αυτή την εβδομάδα στις Κάννες, απολείπειν ο Θεός τον ύπνο. Σήμερα είναι η πρώτη μέρα που δεν έχω κάπου να τρέξω, κάποια προβολή να αποπειραθώ να προλάβω, ή άπειρα e-mail να στείλω. Παρά μόνο να απαντήσω σε μηνύματα φίλων και γνωστών που μου έστειλαν αγάπη αυτές τις μέρες. Αναπολώ την ασταμάτητη υπερδιέγερση χωρίς να θυμάμαι ακριβώς τι συνέβαινε και πότε. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη με τέτοια ταχύτητα που κάποια στιγμή έχασα εντελώς την αίσθηση του χρόνου. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς έγινε τι· μόνο εικόνες και πρόσωπα κι ένα σώμα σχεδόν αφυδατωμένο και μονίμως εκτός πραγματικότητας.
Οι Κάννες είναι το πιο σουρεαλιστικό φεστιβάλ του κόσμου, και φέτος το ένιωσα πιο έντονα από ποτέ. Υπήρχε μια αίσθηση ότι ζούσαμε όλοι μέσα σε ένα μικρό παράλληλο σύμπαν όπου τίποτα δεν ήταν απολύτως λογικό, αλλά όλα έμοιαζαν πολύ σημαντικά τη στιγμή που συνέβαιναν. Σκόρπιες εικόνες που έχω να θυμάμαι: εγώ με τον Σάββα (σ.σ.: Σταύρου, παραγωγός) και την Γρηγορία να περπατάμε χέρι-χέρι προς το δεύτερο photocall της πρεμιέρας μας σαν να πηγαίναμε σε σχολική εκδρομή. Το Airbnb που μέναμε όλοι μαζί και κάποια στιγμή το βαφτίσαμε «σπίτι του Big Brother», τα outfits όλων μας, ο Στέφανος με το steamer ανά χείρας, το καραόκε στο Bar Terrasse. Έχω να θυμάμαι επίσης τη στιγμή που περιμέναμε να μπούμε στην πρεμιέρα της Κωνσταντίνας (σ.σ.: Κοτζαμάνη, σκηνοθέτρια) και ξαφνικά πέσαμε πάνω στην ίδια, στη Μαρία (σ.σ.: Δρανδάκη, παραγωγός), την Κυβέλη (σ.σ.: Σορτ, παραγωγός) και σε όλη την ομάδα του «Τιτανικού Ωκεανού» και αρχίσαμε να ουρλιάζουμε σαν groupies σε πρώτη σειρά συναυλίας.
Μετά την προβολή, αρκετός κόσμος συναντούσε την Γρηγορία και χάζευε το φωτεινό της χαμόγελο. Ένας-δυο άνθρωποι με σταμάτησαν στο δρόμο απλώς για να μου πουν «εγώ το ξέρω αυτό το κορίτσι». Νομίζω αυτό είναι τελικά το μόνο που ζητάς από μια ταινία. Να αναγνωρίσει κάποιος έναν άνθρωπο μέσα της. Στις σκοτεινές μέρες που διανύουμε, ίσως αυτό να έχει μεγαλύτερη αξία τώρα από ποτέ. Στο πάρτι λήξης του Δεκαπενθημέρου, καταλήξαμε εξαντλημένοι στην παραλία να μιλάμε και να γελάμε ασταμάτητα. Μου έλειψε ο Σάββας που εκείνη την ώρα, χόρευε κάπου άλλου με τη Ρενάτε Ρέινσβε. Ας είναι. Τώρα που γυρνάμε σιγά σιγά όλοι σπίτια μας, μου φαίνεται περίεργο που ο καθένας μας επιστρέφει στη ζωή του. Αν είναι να κάνω ένα πράγμα σήμερα, ας είναι αυτό: να καταγράψω το ταξίδι στο ημερολόγιο με όποια σειρά το θυμάμαι, και αύριο να αναρωτηθώ εάν συνέβη στ’ αλήθεια ή αν απλώς το ονειρεύτηκα.

Μοιάζει πραγματικά υπέροχο αυτό που περιγράφεις! Και θα τολμήσω έναν παραλληλισμό με το βίωμά σου, το «Summer Place» και το «Free Eliza». Γιατί όλα μοιράζονται την αίσθηση της διχοτομημένης πραγματικότητας με το καλοκαίρι στο φόντο. Φυσικά, στις μικρού μήκους υπάρχει ένα ουσιαστικό επίκεντρο, αυτό της αντίφασης μεταξύ των ανέμελων εύπορων τουριστών και της καταπιεστικής μονοτονίας που ζουν αφανείς υπάλληλοι. Ενδεχομένως να πρόκειται για σύμπτωση, αλλά τι σε ελκύει σε αυτές τις θεματικές;
Μεγαλώνοντας σε νησί, αισθάνομαι πώς ανέκαθεν ζούσα ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες. Από τη μία υπήρχε το καλοκαίρι που εξάγεται προς τα έξω: η θάλασσα, η ανεμελιά, η ιδέα του τουριστικού «παραδείσου». Και από την άλλη, μια πολύ πιο αόρατη καθημερινότητα ανθρώπων που δουλεύουν ασταμάτητα για να συντηρηθεί αυτή η φαντασίωση. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η αντίφαση. Ο τουρισμός βασίζεται ακριβώς σε μια μορφή σκηνοθετημένης ευφορίας. Υπάρχει μια ολόκληρη βιομηχανία που λειτουργεί πάνω στην υπόσχεση ότι κάποιος θα ξεχάσει για λίγο την πραγματικότητά του. Αυτό που συχνά μένει εκτός κάδρου είναι το τίμημα αυτής της υπόσχεσης. Ειδικά στα resort, όλα είναι φτιαγμένα ώστε τίποτα δυσάρεστο να μη διαπερνά την επιφάνεια. Οι εργαζόμενοι καλούνται να είναι συνεχώς ευγενικοί, διαθέσιμοι, χαρούμενοι. Στην ταινία, αυτό συμπυκνώνεται στο σώμα της ίδιας της Ελίζας. Είναι μια γυναίκα που δεν μπορεί να χαμογελάσει μέσα σε έναν κόσμο όπου το χαμόγελο είναι επιτακτική υποχρέωση. Ξαφνικά γίνεται «πρόβλημα», όχι επειδή κάνει κάτι λάθος, αλλά επειδή δεν μπορεί να εκτελέσει σωστά μια κοινωνική απαίτηση. Με ενδιαφέρει μάλλον αυτό περισσότερο απ’ όλα. Το τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος παύει να συγχρονίζεται με το περιβάλλον του και τι συνέπειες έχει αυτό.
Αυτό που σίγουρα είναι συγκυριακό, αλλά έχει μια πολυτιμότητα, είναι πως το «Free Eliza» διαδέχεται το «Animal» σαν ένα ακόμα κινηματογραφικό δείγμα που αναδεικνύει την εργασία στον τουρισμό, ειδικά σε χώρες που αποτελεί βαριά βιομηχανία όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Πιστεύεις έχουμε αργήσει να στρέψουμε την προσοχή μας σε αυτήν την εργασιακή συνθήκη, την ώρα που απασχολεί χιλιάδες κόσμου;
Μάλλον για πολλά χρόνια αγνοούσαμε το εργατικό δυναμικό που κρατάει την τουριστική βιομηχανία ζωντανή. Οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτούς τους χώρους καλούνται πολλές φορές να διαχειρίζονται όχι μόνο την σωματική εξάντληση αλλά επιμερίζονται και την ευθύνη του να γίνονται σχεδόν αόρατοι, ώστε ο άλλος να μπορέσει να ζήσει την «εμπειρία» του. Στο «Animal», η Σοφία Εξάρχου το κατέγραψε αυτό με έναν πολύ δυνατό και αναγκαίο τρόπο. Με ενδιαφέρει και εμένα πολύ κινηματογραφικά γιατί ακουμπά σε κάτι βαθύτερο για το πώς μαθαίνουμε να «περφορμάρουμε» εκδοχές του εαυτού μας για να επιβιώσουμε.
Η Γρηγορία Μεθενίτη δίνει μία χαμηλότονη πλην έντονα συναισθηματική ερμηνεία. Πώς δουλέψατε πάνω στην ιδέα του αδύνατου χαμόγελου και πόσο δύσκολο ήταν να σωματοποιηθεί η απόρριψη μιας τόσο αβίαστης ενστικτώδους κίνησης;
Αυτό που αγαπώ στη Γρηγορία είναι ότι μπορεί να κουβαλά ταυτόχρονα δύναμη και ευαλωτότητα χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει τίποτα. Η Eλίζα άλλωστε δεν είναι ένας χαρακτήρας που ζητά λύπηση. Έχει χιούμορ, ειρωνεία, φαντασία. Έχει στον πυρήνα της μια κοινωνική λειτουργία το χαμόγελο. Δεν χαμογελάμε μόνο επειδή νιώθουμε χαρά. Χαμογελάμε για να καθησυχάσουμε, να αποφορτίσουμε, να γίνουμε αρεστοί, να επιβιώσουμε κοινωνικά. Και νομίζω πως αυτό είναι που κάνει τους άλλους να νιώθουν άβολα γύρω της περισσότερο από την ίδια. Η Γρηγορία κατάφερε να δώσει σάρκα και οστά στην «απουσία» του χαμόγελου με τον πιο αβίαστο τρόπο. Εξίσου πολύ όμως βοήθησε η κατάδυση της στο εσωτερικό κόσμο αυτής της τόσο ιδιοσυγκρασιακής ηρωίδας.
Διακριτικά, στην αφήγησή σου ενσωματώνεις αναφορές σε προσωπικότητες όπως η Tracey Emin – υπέροχο κλείσιμο ματιού παρεμπιπτόντως. Αν θέλεις, ανέπτυξέ μου το σκεπτικό σου γύρω από αυτό.
Χαίρομαι πολύ που ξεχώρισες την αναφορά στην Emin. Αισθάνομαι πάντα την ανάγκη να δημιουργώ χώρο στις ταινίες μου για καλλιτέχνες ή έργα που αγαπώ. Και μου αρέσει πολύ όταν τέτοιες αναφορές περνούν ξυστά από την αφήγηση, χωρίς να υπογραμμίζονται. Ίσως είναι κι ένας δικός μου προσωπικός φόρος τιμής σε δημιουργούς που με έχουν διαμορφώσει. Υπάρχει κάτι στην Tracey Emin που με συγκινεί βαθιά. Θαυμάζω τον γενναίο τρόπο με τον οποίο εκθέτει την ευαλωτότητα, τη μοναξιά, την φθορά χωρίς να προσπαθεί να εξωραΐσει τίποτα ή να κάνει τον εαυτό της πιο «εύπεπτο» για τους άλλους. Παραμένει ακατέργαστη, αντιφατική, ανθρώπινη. Και νομίζω πως αυτή η αίσθηση συνομιλεί πολύ και με τον κόσμο της Eλίζας.
Κάποια στιγμή, η Ελίζα λέει πως τις Κυριακές είναι ο Τόνι Μοντάνα και τις Τρίτες η Πάμελα Άντερσον. Τις υπόλοιπες;
Ευχαριστώ για την υπέροχη ερώτηση, απαντάω χωρίς δεύτερη σκέψη ή φίλτρο: Τις Δευτέρες είναι η Jeanne Moreau. Τις Τετάρτες η Frances Ha. Τις Πέμπτες η Sally Bowles. Τις Παρασκευές είναι o Tom Waits. Και τα Σάββατα η Μαρινέλλα.
