Πείτε «χρόνια πολλά» – Σήμερα γενεθλιάζουν τα ζόμπι!

Πείτε «χρόνια πολλά» – Σήμερα γενεθλιάζουν τα ζόμπι!

Σα σήμερα πριν από σχεδόν ένα αιώνα απεικονίστηκαν για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη οι νεκροζώντανοι που έκτοτε στοιχειώνουν το κοινό.

Το ημερολόγιο έγραφε 28 Ιουλίου 1932 όταν έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους το «White Zombie» του Βίκτορ Χάλπεριν με πρωταγωνιστή τον σταρ του πρώιμου horror και εμβληματικό ηθοποιό Μπέλα Λουγκόζι. Το φιλμ που βασίζεται στο βιβλιο «The Magic Island» (Γουίλιαμ Σίμπρουκ) και αποτέλεσε μια ανεξάρτητη παραγωγή για τα δεδομένα της εποχής της, θέλησε να ανταγωνιστει την επιτυχία έτερων ταινιών τρόμου όπως τα «Frankenstein» (Τζέιμς Γουέιλ, 1931), «The Mummy» (Καρλ Φρέουντ, 1932) και «Vampyr» (Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ, 1932), συστήνοντας κάτι καινούριο στη μυθολογία του είδους: τους νεκροζώντανους ή ζόμπι, όπως εξάλλου προδίδει και ο τίτλος.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Το κοινό ανταποκρίθηκε θερμότερα από τους κριτικούς στη διασκευή του Χάλπεριν, η οποία εν αγνοία της γέννησε ένα ολόκληρο υποείδος που έκτοτε εμπλουτίζεται συνεχώς. Τι είναι, όμως, αυτό που μας ελκύει κινηματογραφικά στα ζόμπι;

White Zombie 2

Όχι απλά άβουλα πλάσματα

Πολύ συνοπτικά, η πλοκή του «White Zombie» τοποθετείται στην υπό αμερικανική κατοχή Αϊτή. Εκεί, ένας εύπορος γαιοκτήμονας ζητά τη βοήθεια ενός πνευματιστή στην προσπάθειά του να πείσει τη γυναίκα που έχει ερωτευτεί να εγκαταλείψει τον αρραβωνιαστικό της. Όμως, για να εκπληρωθεί η επιθυμία του, η γυναίκα πρέπει πρώτα να δηλητηριαστεί και έπειτα, να επιστρέψει στη ζωή ως ένα ζόμπι – σκλάβος. Αν και προτεραιότητα του Χάλπεριν ήταν, εικάζουμε, να τρομάξει τους θεατές, το υλικο του Σίμπρουκ έχει χειροπιαστές συμβολικές διαστάσεις. Και η ιδιότητα αυτών των όντων να επιδρούν ως μια σύνθετη πλην κατανοητή για το κοινό μεταφορά, τους προσδίδει μια διαχρονική και ακλόνητη γοητεία.

Εν προκειμένω, η απεικόνιση των ζόμπι παραπέμπει ευθέως στο φαινόμενο της δουλειάς, αφού ο γαιοκτήμονας τα χρησιμοποιεί σαν εργάτες, στις πιο σκοτεινές πτυχές των λαϊκών αφηγήσεων και του αποκρυφισμού, όπως επίσης στην ικανότητα των νεκροζώντανων να αντιπροσωπεύουν τα συλλογικά άγχη και αποσιωπημένες μνήμες. Η επιστροφή ενός σώματος από το επέκεινα δεν είναι απλώς μια πράξη βλασφημίας, αλλά και μια δράση που δίνει σάρκα και οστά στο παρελθόν μαζί με όλα τα σφάλματα που είχαν θαφτεί μαζί του. Και ως γνωστόν, λάθη που δε μένουν θαμμένα τείνουν να επιστρέφουν για να σε «δαγκώσουν». Επιπλέον, όπως σημειώνει η δημοσιογράφος Λίβια Γκέρσον, το «White Zombie»κινείται σε δύο ακόμη επίπεδα. Από τη μία ως μια υπερβατική απόδοση των αϊτιανών παραδοσιακών τελετουργιών, από την άλλη ως μια διακριτική κριτική μιας αποικιακής παρουσίας που είχε στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες ντόπιους. Μάλιστα, από το ’32 και ύστερα οι Αμερικανοί θα άρχιζαν να αποτραβιούνται από το νησί της Καραϊβικης.

White Zombie 3

Τα ζόμπι είναι για πάντα

Εάν κανείς δει σήμερα την ταινία του Χάλπεριν για πρώτη φορά είναι αναπόφευκτο πως θα εκπλαγεί από τον τεράστιο βαθμό στον οποίο έχει μεταβληθεί παρουσία των ζόμπι στη μεγάλη οθόνη. Εάν θέλουμε να είμαστε αυστηροί, το μόνο κοινό με τους σύγχρονους «απογόνους» τους είναι η απέθαντη φύση, η παρασιτικότητα και η αδυναμία προς την κατανάλωση σάρκας. Ακολούθως, η συμβολική χρήση των νεκροζώντανων συμβαδίζει με την εκάστοτε εποχή. Η περίφημη τριλογία του Τζορτζ. Α. Ρομέρο («Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών», «Dawn of the Dead», «Day of the Dead») συνιστά μια επιθετική αποδόμηση του αμερικανικού ιδεώδους, καθώς αναδεικνύεται η σαθρώτητα πυλώνων του έθνους όπως η οικογένεια, η ταξική ανισότητα και ο μιλιταρισμός. Στο 21ο αιώνα τα ζόμπι έγιναν συνώνυμα των πανδημιών και των ραγδαία μεταδιδόμενων νοσημάτων, ενώ παράλληλα βρίσκονταν συχνά πρωταγωνιστές σε ξεκαρδιστικές παρωδίες όπως το «Shaun of the Dead» (Έντγκαρ Ράιτ, 2004). Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι εάν πριν από ενενήντα χρόνια δεν έκανε τα βουντού του ο Λουγκόζι, μπορεί να μην είχαμε ένα από τα πιο δημοφιλή είδη του σινεμά.

Σχετικά άρθρα