Περάσαμε δυόμισι ώρες με τον οσκαρικό Βάγκνερ Μόουρα στο εδώλιο της Πειραιώς 260
Ο υποψήφιος για Όσκαρ Βάγκνερ Μόουρα βρέθηκε για δύο βράδια στην Αθήνα και παρέδωσε μια ψυχωμένη ερμηνεία.
Εδώ δεν είναι ταινία, είναι θέατρο. Ο Βάγκνερ Μόουρα μας το ξεκαθαρίζει εξ αρχής, ζητώντας μας με τον τρόπο αυτό να αποδεχτούμε τη θεατρική συνθήκη ως μια εναλλακτική πραγματικότητα. Είναι κατηγορούμενος σε μια δίκη που ζήτησε ο ίδιος προκειμένου να διεκδικήσει το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση της άποψης τους και να αποδείξει πως δεν είναι «Εχθρός του λαού» όπως τον κατηγορεί ο δήμαρχος αδερφός του αλλά και σύσσωμη η κοινότητά του.
Βρισκόμαστε στο χώρο ‘Η της Πειραιώς 260, για τη λήξη του Φεστιβάλ Αθηνών μετά από ένα γεμάτο δίμηνο παραστάσεων. Οι συνθήκες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο υποσχόμενες: σκηνοθετεί η βραβευμένη με Χρυσό Λέοντα στη Μπιενάλε Θέατρου της Βενετίας και παλιά γνώριμη του φεστιβάλ («Dusk», 2022) Κριστιάν Ζαταΐ και συνυπογράφει το σενάριο με τον υποψήφιο για Όσκαρ ‘Α Ανδρικού ρόλου Βάγκνερ Μόουρα, ο οποίος πρωταγωνίστησε στον «Μυστικό Πράκτορα», μια από τις καλύτερες ταινίες που είδαμε φέτος.

Εκτός από την ευκαιρία να δούμε σε απόσταση αναπνοής τον κορυφαίο και ταχύτατα ανερχόμενο Βραζιλιάνο ηθοποιό, που πρωτογνωρίσαμε ως Πάμπλο Εσκομπάρ στο «Narcos», στα μεγάλα συν ήταν το ίδιο το έργο. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σίκουελ του ιψενικού «Εχθρού του λαού», όπου ο γιατρός Στόκμαν ζητά να σταθεί μπροστά στο δικαστήριο της χώρας του και να κριθεί μια και καλή αθώος ή ένοχος, για το αν έπραξε σωστά για την αποκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τα μολυσμένα νερά του σπα το οποίο έδωσε μια γερή οικονομική ανάσα στην πόλη του. Ενώ ο λαός έχει ήδη αποφανθεί πως προτιμά το κέρδος -το οποίο για άλλους είναι συντριπτικό και για άλλους απλώς ανάγκη επιβίωσης- ο ίδιος στέκεται με τη μεριά της αλήθειας με όποιο κόστος, το οποίο για τον ίδιο είναι κυρίως προσωπικό.
Η αίθουσα του δικαστηρίου παίρνει ζωή αφού κληθούν μερικοί ένορκοι από το κοινό και ο γιατρός-Μόουρα ξεκινά την κατάθεσή του και την παράθεση των αποδεικτικών για την αθωότητά του στοιχείων, ενώ ο κατήγορος αδερφός του στρέφει την υπόθεση στον κίνδυνο που γεννά η επικράτηση της προσωπικής επιλογής έναντι της συλλογικής απόφασης, αποπροσανατολίζοντας και αξιοποιώντας τη θεωρία των δύο άκρων. Μπορεί το καλό να γεννήσει κακό; Έχει μεγαλύτερο βάρος η αλήθεια ή ψήφος της πλειοψηφίας, ακόμα κι αν αυτή προκύπτει από συνειδητή παραπληροφόρηση των κυβερνήσεων;


Κι αν στη Βραζιλία η παράσταση αυτή χτυπά φλέβα στην καρδιά του καθεστώτος Μπολσονάρο και στην Ελλάδα δεν είναι λίγες οι συνυποδηλώσεις που έρχονται στο μυαλό. Από τη φωτιά στην Πάρο μέχρι τις ανεμογεννήτριες και το data center στο Κορωπί, το ερώτημα είναι: ως που θα αφήνουμε το περιβάλλον στο background προκειμένου να επιβιώσουμε μεσοπρόθεσμα αντί να επενδύσουμε σε ένα καλύτερο επίπεδο ζωής, με μεγαλύτερο άμεσο κόστος; «Μια αδικία οπουδήποτε, είναι μια απειλή για την δικαιοσύνη παντού» λέει ο Μόουρα και η φράση αντηχεί σε όλο το θέατρο, χάρη και στην ολόψυχα συγκινισιακά φορτισμένη ερμηνεία του. Εδώ δεν είναι θέατρο, είναι πραγματικότητα.