Ο «Μυστικός Πράκτορας» δεν είναι το πολιτικό θρίλερ που έχεις συνηθίσει (αλλά καλύτερο)
Η υποψήφια για τέσσερα Όσκαρ ταινία του Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου, με πρωταγωνιστή τον Βάγκνερ Μούρα, είναι μία από τις καλύτερες της χρονιάς.
Περιεχόμενα
Στο μεγαλύτερο μέρος του υποψήφιου για τέσσερα βραβεία Όσκαρ «Μυστικού Πράκτορα» ξεχνάς πως βλέπεις ένα πολιτικό δράμα με στόφα κατασκοπευτικού θρίλερ. Η ταινία του κορυφαίου Βραζιλιάνου σκηνοθέτη Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου («Bacurau», «Aquarius») αναβλύζει πόθο, ερωτισμό, εκτυφλωτικά χρώματα, ξεγνοιασιά. Οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι που απεικονίζονται στο φιλμ είναι ένας λαός καυλωμένος, για να το πούμε ωμά, αφού παρατηρώντας τους δεν σου περνάει από το μυαλό πως ζουν κάτω από μια βίαιη στρατιωτική δικτατορία. Και συμπεριφέρονται έτσι, απλούστατα, γιατί μέσα τους δεν έχουν ηττηθεί.
Η Βραζιλία της δεκαετίας του ’70, εποχή όπου διαδραματίζεται η πλοκή, ήταν μια χώρα υπό καθεστώς απολυταρχίας, με την πολιτική βία να επηρεάζει κάθε κομμάτι της δημόσιας ζωής. Συμπτωματικά μόλις πέρσι είδαμε ένα ακόμα φιλμ να αναπαριστά τη συγκεκριμένη περίοδο, το οσκαρικό «Είμαι Ακόμη Εδώ» (Βάλτερ Σάλες), ενώ πριν πέντε χρόνια το δεξιοτεχνικό «Azor» (Αντρέας Φοντάνα) επιχείρησε μια απογυμνωμένη και εγκεφαλική εμβάθυνση στη ψυχοσύνθεση της αργεντίνικης χούντας. Η συχνότητα με την οποία χώρες της Νοτίου Αμερικής αναψηλαφούν κινηματογραφικά το πολιτικό παρελθόν τους δεν θα πρέπει να εκπλήσσει, εάν σκεφτούμε πως είναι φρέσκια η εμπειρία της ακροδεξιάς κυβέρνησης Ζαΐρ Μπολσονάρο στη Βραζιλία και τώρα του υπερσυντηρητικού λαϊκιστή Χαβιέρ Μιλέι στην Αργεντινή. Ο Φίλιου, ωστόσο, όντας ουσιαστικός γνώστης του σινεμά, με το «Μυστικό Πράκτορα» δεν ενδιαφέρεται να αρθρώσει απλώς μια επίκαιρη αντιδικτατορική καταγγελία, αλλά να εμβαθύνει στη ψυχολογία των υποκειμένων που βρίσκονται ξαφνικά σαν πιόνια στη σκακιέρα της εξουσίας.

Το πτώμα που μας αφορά
Πλησιάζουν τα εκατό τα νεκρά σώματα που βρίσκονται στο φόντο της δράσης στο «Μυστικό Πράκτορα». Κι όμως, ούτε ένα δεν αναπαρίσταται ολόκληρο. Για παράδειγμα, το κάτω άκρο ενός φοιτητή που ψαρεύτηκε μαζί με το στομάχι ενός καρχαρία, όμως με ένα μεταφυσικό τρόπο επιμένει να εμφανίζεται ξανά και ξανά. Κορμιά διαμελισμένα, ακριβώς όπως και η χώρα κείτεται διχοτομημένη, με τους ενόχους να ενδιαφέρονται μόνο να κρύψουν τα πτώματα. Θεατής σε αυτό το μακέλεμα ο κεντρικός ήρωας, ένας καθηγητής και πατέρας (Βάγκνερ Μούρα) που πλέον βρίσκεται στο στόχαστρο του παρακράτους και αναζητά καταφύγιο για να σωθεί εκείνος και η οικογένειά του.
Παρά το γεγονός πως η σκηνοθεσία του Φίλιου επιδιώκει την υπερβατικότητα, το αλλόκοτο παρεισφρέει στην αφήγηση εκεί που δεν το περιμένεις, ο τρόπος που εξελίσσεται η δίωξη πείθει πως βρίσκεται πολύ κοντά στην πραγματικότητα, γι’ αυτό και σφίγγει το στομάχι. Το ανθρωποκυνηγητό εκδηλώνεται αργά και σιωπηρά, την ίδια ώρα που η ζωή αμείλικτα συνεχίζεται. Στο ίδιο καρναβάλι χορεύουν αντιφρονούντες, αμέτοχοι και μπάτσοι, οι αίθουσες του κινηματογράφου γίνονται χώροι διαφυγής για τους θεατές και ενοχοποίησης για τους ασφαλίτες. Η κανονικότητα είναι γεμάτη απειλές, αλλά αποδίδεται με χειροπιαστό, σχεδόν μεθυστικό τρόπο. Τα πλάνα μοιάζουν με ζωντανούς οργανισμούς, φυσάει και νιώθεις θα δροσίσει κι εσένα. Αυτή η κινηματογραφική ομορφιά, όμως, δεν εξυπηρετεί απλώς το σκηνοθετικό στιλιζάρισμα. Είναι η απόδειξη πως μια δικτατορία δεν φαίνεται, με τη στενή έννοια του όρου, αλλά αποτελεί μια αδιόρατη, οριακά ψυχολογική κατάσταση, η οποία κάνει την εμφάνισή της μόνο όταν θέλει να σε ισοπεδώσει.

Ο λαός σώζει το λαό
Μια από τις πολύτιμες πτυχές του «Μυστικού Πράκτορα» αφορά τις δομές αλληλεγγύης στις οποίες οργανώνεται η εργατική τάξη για να προσφέρει καταφύγιο. Ο χαρακτήρας του Μούρα φιλοξενείται σε έναν τέτοιο χώρο όπου υλοποιείται ένα ιδιότυπο πρόγραμμα προστασίας πολιτών από κρατικούς εγκληματίες, όχι κάποια στυγερή μαφία που βρίσκεται πέρα από το νόμο. Τρομερή σύμπτωση πως κάτι αντίστοιχο είδαμε πριν από μερικούς μήνες στο «Μια Μάχη Μετά την Άλλη» (Πολ Τόμας Άντερσον). Εκεί ο Μπενίσιο Ντελ Τόρο υποδύεται έναν άντρα που συμμετέχει σε μια καλοκουρδισμένη οργάνωση υπεράσπισης των μεταναστών από την αμερικανική αστυνομία. Η συνομιλία μεταξύ των δύο ταινιών επαληθεύει πικρά πως εδώ τόσα χρόνια τίποτα δεν έχει αλλάξει, αλλά ταυτόχρονα πως το μοναδικό που έχουμε είναι ο ένας τον άλλο.
Εν τω μεταξύ, όσο περισσότερο εμπλουτίζεται η ταινία, άλλο τόσο δίνεται η αίσθηση πως ο Φίλιου ανατρέχει στο παρελθόν της πατρίδας του σαν ταξιδιώτης του χρόνου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή γίνεται ένα έξυπνο άλμα στο μέλλον, όπου στο σήμερα πια μια γυναίκα εξετάζει την υπόθεση του καταζητούμενου καθηγητή. Μετατρέπεται ταυτόχρονα σε τεκμήριο της ιστορίας, αλλά και φάντασμα που στοιχειώνει την πολιτική μνήμη. Το υποκειμενικό αποτύπωμα του καθένα μπορεί να μην είναι σπουδαίο στην, έτσι κι αλλιώς, φευγαλέα παροδικότητά μας στη Γη. Όμως, ενίοτε, η ενέργεια ενός αποφασισμένου να μη μείνει στη λήθη προσώπου, είναι αρκετή να αφήσει ένα στίγμα που εκπέμπει σε βάθος χρόνου. Υπό αυτήν την έννοια, ο «Μυστικός Πράκτορας» επιδιώκει μια αρχαιολογία των διαγενεακών τραυμάτων, η οποία δεν έρχεται για να διορθώσει όσα έγιναν ή να προειδοποιήσει για το μέλλον. Αλλά να αποκαταστήσει την αλήθεια, όσο επίπονη και εάν είναι.