Γιατί ο Πολ Τόμας Άντερσον είναι ο καλύτερος σύγχρονος Αμερικανός σκηνοθέτης
Μια συνοπτική αναδρομή στη φιλμογραφία του δημιουργού - αρνητή κακής ταινίας.
Περιεχόμενα
Οι κουβέντες περί «καλύτερων όλων των εποχών», ανεξαρτήτως κλάδων, πέρα από το φιλολογικό δεν έχουν στα αλήθεια κάποιο άλλο ενδιαφέρον. Όχι μόνο διότι είναι αδύνατο να καταλήξεις «επιστημονικά» σε ένα αντικειμενικό αποτέλεσμα, όσον αφορά τις τέχνες τουλάχιστον, αλλά και γιατί πρακτικά δεν υπάρχει ο χρόνος για να καταναλωθούν τα επαρκή δεδομένα για μια τέτοια συζήτηση. Ωστόσο, η πώρωση που συνοδεύει τέτοιου είδους αξιολογήσεις είναι ακαταμάχητη, σε συνδυασμό με το ειδικό βάρος να αναγνωρίζεται κάποιος ως θεμελιωτής ή έμβλημα μιας ολόκληρης εποχής. Στο θέμα που απασχολεί αυτό το άρθρο, στο επίκεντρο βρίσκεται ο Πολ Τόμας Άντερσον, σκηνοθέτης που ανακηρύσσουμε -επειδή μπορούμε κυρίως- ως τον κορυφαίο εν ενεργεία Αμερικανό δημιουργό. Ήδη «ακούγονται» ενστάσεις, ορισμένοι εύλογα θα αντιπροτείνουν τον Κουέντιν Ταραντίνο ή τους αδερφούς Κοέν, αλλά ο 55χρονος χαρακτηρίζεται από σπάνια ποιοτική σταθερότητα, στιλιστική εξέλιξη και μια ξεχωριστή ικανότητα να συντονίζεται με το πνεύμα της εποχής του. Στοιχεία που επαληθεύτηκαν στο καθηλωτικό «Μια Μάχη Μετά την Άλλη», το οποίο εκτός απροόπτου θα φέρει στον Άντερσον το πρώτο(!) Όσκαρ της καριέρας του. Πάμε, λοιπόν, να εξετάσουμε τους λόγους που ο Αμερικανός είναι ένας κατά συρροή αρνητής κακής ταινίας.

Σινεφίλ αλητεία
Με μια κάμερα στο χέρι από πιτσιρικάς, είχε εξάλλου την οικονομική ευχέρεια να «παίζει» με εξοπλισμό από Betamax μέχρι Bolex 16mm και Super 8, ο Άντερσον ανήκει στο κλισέ των ανθρώπων που γεννήθηκαν για να κάνουν σινεμά. Η «μοίρα» του εκπληρώθηκε γύρω στα δεκαοκτώ, όταν επένδυσε όλες τις οικονομίες από τη δουλειά του ως καθαριστής σε pet shop για την υλοποίηση του μικρού μήκους mockumentary «The Dirk Diggler Story» (1988). Αν σας θυμίζει κάτι το όνομα, πρόκειται για τον πραγματικό πορνοστάρ που χρησίμευσε ως βάση της ιστορίας του «Boogie Nights» (1997), αλλά θα επανέλθουμε σε αυτό παρακάτω. Η πρώτη τριβή με τον κινηματογράφο οδήγησε, λίγο αργότερα, σε μία ακόμα μικρού μήκους το «Cigarettes & Coffee» (1993), όπου πολλαπλές αφηγήσεις συνδέονται με ένα χαρτονόμισμα 20 δολαρίων. Και σε αυτήν την περίπτωση, ο άγουρος ακόμα σκηνοθέτης χρειάστηκε να βρει τον προϋπολογισμό κερδίζοντας χρήματα τζογάροντας, δουλεύοντας όπου να ‘ναι και ζητώντας χρήματα από την τότε σύντροφό του και τον πατέρα του.

Φύσει καταφερτζής, η εν λόγω ικανότητά του όχι μόνο θα διέπνεε τη δράση του πλήρους ντεμπούτου του, αλλά επιπλέον θα αποδεικνυόταν πολύτιμη για την ολοκλήρωσή του. Το έξοχο «Hard Eight» (1996), το οποίο περιστρέφεται γύρω από τις (ημι)παρανομίες ενός επαγγελματία τζογαδόρου και του απόκληρου βοηθού του, παραλίγο να κατακρεουργηθεί από την εταιρεία παραγωγής που δε συμφωνούσε με την κατεύθυνση του Άντερσον. Εκείνος, όμως, κατάφερε να διασώσει το πλήρες υλικό, να βρει 200.000 δολάρια που χρειάζονταν για την τελική επεξεργασία και να καταθέσει στο Φεστιβάλ των Καννών το δικό του μοντάζ. Τα υπόλοιπα, όπως λένε, είναι ιστορία. Ο Αμερικανός έλαχε εκτενούς σούσουρου στην Κρουαζέτ, βοήθησε φυσικά και η μερακλίδικη διανομή των ηθοποιών (Φίλιπ Μπέικερ Χολ, Τζον Σ. Ράιλι, Γκουίνεθ Πάλτροου, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν), έτσι το Χόλιγουντ ήταν έτοιμο να υποδεχθεί το νέο μεγάλο ταλέντο της βιομηχανίας.

Κάνε αυτό που ξέρεις
Η προοπτική του Άντερσον ήταν οφθαλμοφανής από χιλιόμετρα μακριά, αν και στο «Hard Eight» παρέμενε ένας σκηνοθέτης αναφορών που είχε αρκετή σοφία ώστε να μη μιμηθεί, απλώς, έτερα αμερικανικά φιλμ που αφορούσαν τα τυχερά παιχνίδια και την πονηριά ως τρόπο ζωής («Το Χρώμα του Χρήματος», «Το Κεντρί»), πλάι – πλάι με μια «born to loose, live to win» νοοτροπία. Για να αναδειχθεί το προσωπικό καλλιτεχνικό πρόσημό του, δε χρειάστηκε να ψάξει πολύ μακριά. Όπως έχει εξομολογηθεί σε συνέντευξη: «Έμενα σε ένα προάστιο όπου, χωρίς να γνωρίζω ακριβώς γιατί, συνέβαινε συνέχεια κάτι. Για αυτό και όταν ξεκίνησα να γράφω το “Boogie Nights” όντας έφηβος, είχα στα χέρια μου μια φανταστική ιστορία που προερχόταν από την αυλή του σπιτιού μου. Δεν επινόησα τίποτα. Σίγουρα μπορούσα να κάνω έρευνα ώστε να μάθω περισσότερα για τους ανθρώπους της συγκεκριμένης βιομηχανίας, αλλά ήταν ανώφελο γιατί μου ήταν οικείοι. Κάποια στιγμή διάβασα την έκφραση “γράψε για ό,τι ξέρεις”. Αυτό είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης. Έτσι κι αλλιώς, αυτή η δουλειά είναι ήδη πολύ δύσκολη. Γιατί να παλεύω να κατανοήσω κάτι που δε βρίσκεται κοντά στην ιδιοσυγκρασία μου ή δε μου λέει τίποτα»;
Είναι ενδεικτικό του πόσο αλλόκοτο είναι ενίοτε να ζεις στις ΗΠΑ το γεγονός πως ο Άντερσον τα λέει αυτά μιλώντας για τον κόσμο του πορνό. Εκεί που το βλέμμα του εντόπισε, όχι και τόσο παράδοξα, την ουσία του αμερικανικού πνεύματος. Ο προαναφερθείς και αξέχαστα προικισμένος Ντιρκ Ντίγκλερ που αποτελεί το βασικό ήρωα του «Boogie Nights», είναι ένα ευανάγνωστο σύμβολο του καπιταλιστικού ονείρου, αφού από λαντζιέρης μετατρέπεται σε έναν από τους διασημότερους και πιο εύπορους πρωταγωνιστές ερωτικών ταινιών όλων των εποχών. Η συνύπαρξη λαϊκότητας, επιτέλεσης («performance»), πηγαίας ικανότητας, σεξουαλικής φόρτισης και κοινωνικής ανέλιξης που ενσαρκώνει ο Ντίγκλερ, διαμορφώνουν τη λίστα των χαρακτηριστικών που διαθέτουν όλα τα είδωλα με τα οποία αποκτούν εμμονή οι Αμερικανοί. Είτε μιλάμε για έναν πολιτικό ηγέτη είτε έναν ποπ σταρ είτε κυριολεκτικά, τη μεγαλύτερη ληψώ στη χώρα.

Παρόμοιες προσωπικότητες με διαφορετικό πεδίο… εξειδίκευσης διατρέχουν τη φιλμογραφία του Άντερσον, από τους ρόλους των Τομ Κρουζ («Μανόλια», 1999) και του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν («The Master», 2012), μέχρι εκείνους των Ντάνιελ Ντέι Λιούις («Θα Χυθεί Αίμα», 2008) και Μπενίσιο ντελ Τόρο («Μια Μάχη Μετά την Άλλη»). Σε κάθε περίπτωση δεν επιχειρείται απλώς μια αποθέωση του πόσο διαπρέπουν αυτοί οι άνδρες, αλλά περισσότερο, η εξερευνάται πώς η μονομανία τους για διάκριση συνδέεται με μια πηγαία υπαρξιακή αγωνία. Δεν είναι σωτήρες, αλλά πατρικές φιγούρες σε αναζήτηση νοήματος που συχνά, αν όχι πάντα, καταλήγει ατελέσφορη. Στο «Master» δε, όπου ουσιαστικά ψυχογραφείται μια μεταπολεμική Αμερική αντιμέτωπη με ένα συλλογικό μετατραυματικό στρες, οι συνέπειες είναι ολέθριες. Όχι πως στο «Αίμα», όπου οι ΗΠΑ αντιστοιχούν σε ένα πρωτόλειο καπιταλιστικό «no man’s land» όπου το δίκαιο έχει όποιος αγοράσει πρώτος γη, το κόστος της ανάπτυξης(;) δεν έχει ένα αποκαλυπτικό κόστος. Μάλιστα, βλέποντας κάποιος την ταινία σήμερα είναι αδύνατο να μην κάνει παραλληλισμούς με την κούρσα κατασκευής data centers για την ανάπτυξη εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.

Ελαττωματικοί μέντορες
Η έννοια της πατρότητας και συγκεκριμένα της αβολοσύνης που τη διακατέχει, όχι μόνο με βιολογικούς όρους (βλ. Λεονάρντο Ντι Κάπριο στο «Μια Μάχη…»), είναι κομβική ήδη από το «Hard Eight». Ο επιβλητικός Μπέικερ Χολ υποδύεται ένα χαρισματικό βετεράνο του τζόγου ο οποίος δεν έχει άλλη επιλογή από το να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του σε έναν ατσούμπαλο που δεν ξέρει καν να μετράει κάρτες (Ράιλι). Ο Ντέι Λιούις στο «Αίμα» κουβαλάει το γιο του κυριολεκτικά όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, ενώ το «Μανόλια» αφορά σε σημαντικό βαθμό τη δυναμική μεταξύ παιδιών και μπαμπάδων. Μια σχέση η οποία ενέχει κάτι ακόμα, τη σημασία του να έχεις μέντορα. Ένας πατέρας δε χρειάζεται να είναι εγκάρδιος για να είναι «καλός», αρκεί να απαλύνει το μόνιμο υποδόριο άγχος σου για χειροπιαστή ουσία και σαφή κατεύθυνση στη ζωή. Υπό αυτήν την έννοια, δεν είναι τυχαία, επίσης, η συχνή απεικόνιση θρησκευτικών η πνευματικών καθοδηγητών στη φιλμογραφία του Άντερσον. Αναφέρθηκε νωρίτερα ο «σαϊεντολόγος» Χόφμαν στο «Master», δε ξεχνάμε τον life coach Κρουζ («Μανόλια»), αλλά ξεχωρίζει ο αφοπλιστικός θρησκευόμενος του Πολ Ντέινο στο «Αίμα». Πρόσωπο ακαριαία στοιχειωτικό κι ας μην άρεσε στον Ταραντίνο…

Ευαλωτότητα ως γοητεία
Οι πρωταγωνιστές του σκηνοθέτη δεν είναι πάντα ηρωικοί. Και ειδικά όταν έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με την απόρριψη του έρωτα, η ευθραυστότητά τους αναβαθμίζεται σε σήμα κατατεθέν. Ο Μπάρι Ίγκαν του «Χτυπημένος από Έρωτα» («Punch-Drunk Love», 2002) συνιστά επιτομή της αρρενωπής μοναξιάς, ρόλο χάρη στον οποίο άλλαξε πλήρως η δημόσια αντίληψη γύρω από το ερμηνευτικό εύρος του Άνταμ Σάντλερ. Από την άλλη, ο Γκάρι (Κούπερ Χόφμαν) του «Πίτσα Γλυκόριζα» (2021), όση αυτοπεποίθηση κι αν αποπνέει βρίσκει το δάσκαλό του όταν κορτάρει την Αλάνα Χάιμ. Αμφότεροι εκλαμβάνουν την απώλεια ρομαντικής απόκρισης αρχικά σαν ήττα και προσωπική τους αποτυχία, προοδευτικά όμως καρπώνονται τα ωφέλιμα διδάγματα αυτών των εμπειριών που τους οδηγούν σε μια ουσιαστική ωρίμανση. Στο μυαλό του Άντερσον, άρα, το να είσαι ευάλωτος δεν είναι απλά οκ, αλλά θεμιτό εάν θες στο τέλος της ημέρας να είσαι εντάξει με εσένα και τον άνθρωπό σου.

Ο παράγοντας Πίντσον
Βασική επιρροή στο σκηνοθετικό ύφος του Άντερσον είναι, βεβαίως, ο αταξινόμητος συγγραφέας Τόμας Πίντσον. Πληθωρικά αναλυτικός αφηγητής, ο λογοτέχνης έχει διασκευαστεί δύο φορές από τον Αμερικανό, πρώτα με το κακώς υποτιμημένο «Έμφυτο Ελάττωμα» (2014) και έπειτα με την πρόσφατη «Μάχη». Τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις, εξίσου συναρπαστικά φιλμ, τα οποία διακατέχονται από ισοδύναμο σουρεαλιστικό χιούμορ. Κάθε δημιουργός που σέβεται τον εαυτό του οφείλει, πού και πού, να απορρίπτει τη σοβαροφάνεια ώστε να σπάει πλάκα, και ο Πίντσον προσφέρει το ιδανικό πλαίσιο για να ευδοκιμήσει η πιο ξέφρενη πτυχή του Άντερσον. Και είπαμε, εάν έχεις μεγαλώσει σε ένα μέρος που νιώθεις δικούς σου τους πιο κινηματογραφικούς τύπου εκεί έξω, μόνο κάποιος σαν τον Πίντσον μπορεί να σε προσγειώσει.