Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» είναι χλιδάτο άρλεκιν για τη γενιά του Tumblr
Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ, που ούτε διασκευάζει αλλά ούτε και αποδίδει ελεύθερα το μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ, είναι φτιαγμένη για να διχάσει, αλλά και να εξάψει.
Καθώς έσβηναν τα φώτα στην αίθουσα, προσπαθούσα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που η πλειοψηφική τάση του κοινού ενόψει μιας πρεμιέρας ήταν όχι απλά επιφυλακτική, αλλά επιπλέον ανυπόμονη να κράξει αυτό που θα δει. Μη βιαστείτε να πείτε «Καποδίστριας», εννοώ διεθνή παραγωγή. Έχει μια ξεχωριστή απόλαυση το να εκφράζεις την αγανάκτησή σου αφού ένα καλλιτεχνικό έργο σε έχει απογοητεύσει, αλίμονο είμαι φαν, ωστόσο τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν ανάμεικτες προς αρνητικές προσδοκίες σχεδόν από την ώρα που ανακοινώθηκε πως βρίσκονται στα σκαριά. Καλώς ή κακώς, την ευθύνη φέρει κυρίως η προσέγγιση που υιοθέτησε η οσκαρική σκηνοθέτρια Έμεραλντ Φένελ («Υποσχόμενη Νέα Γυναίκα», «Saltburn»).

Vibes > ουσία
Ως γνωστόν, τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» βρίσκονται μεταξύ των κλασικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, στις σελίδες του οποίου η Έμιλι Μπροντέ αφηγείται την ιστορία ενός καταδικασμένου έρωτα ανάμεσα στην Κάθριν, κόρη ενός γαιοκτήμονα, και το θετό αδερφό της Χίθκλιφ στην Αγγλία των αρχών 19ου αιώνα. Πρόκειται για μυθιστόρημα που έχει μεταφερθεί πολλάκις στη μεγάλη οθόνη, με ίσως πιο αξιοσημείωτες διασκευές εκείνες του 1992 (Πίτερ Κοσμίνσκι) και του 2011 (Άντρεα Άρνολντ), όμως, η Φένελ επέλεξε μια ιδιοσυγκρασιακή ατραπό. Όπως δήλωσε σε συνέντευξή της, πρόθεσή της ήταν να γυρίσει μια εκδοχή και όχι μια πιστή αναπαράσταση του βιβλίου και πιο συγκεκριμένα, μια βερσιόν που είναι πιο κοντά σε όσα θυμάται να θέλει να συμβούν, αλλά δεν πραγματοποιούνται. Εξ ου και τα εισαγωγικά που συνοδεύουν τον επίσημο τίτλο της ταινίας. Σα να λέμε, αυτό που θα δείτε θα είναι σαν τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», αλλά και δεν θα είναι.
Πράγματι, αυτή η υπόσχεση τηρείται. Τα κατά Φένελ «Ανεμοδαρμένα Ύψη» δεν έχουν το συνήθη ακαδημαϊσμό ή την εγκεφαλικότητα έτερων διασκευών, όχι απαραίτητα κακό αυτό παρεμπιπτόντως, αλλά μια συνέπεια αυτής της λογικής είναι κομβικές παράμετροι του πρωτότυπου είτε να υποβαθμίζονται είτε να αλλάζουν τελείως. Όπως χαρακτηριστικά, η φυλετική καταγωγή του Χίθκλιφ. Παρότι η Μπροντέ τον περιγράφει με μια σχετική αμφισημία, δεν αφήνονται περιθώρια αμφιβολίας για το ότι δεν ήταν αρκετά Καυκάσιος ώστε να τον υποδύεται ο Τζέικομπ Ελόρντι. Στοιχείο πυρηνικής σημασίας για τα όσα διακυβεύονται στη σχέση του με την Κάθριν, αφού εκτός από τη διαφορά τάξης ανάμεσά τους μπαίνει και το στίγμα της ετερότητας. Έτσι, αφαιρώντας από την εξίσωση αυτό το συστατικό, αποδυναμώνεται σημαντικά η τραγικότητα της μη τελεσφόρησης αυτού του έρωτα. Όπως επίσης, απλοποιείται τελείως, για να μην πούμε ότι αγγίζει τα όρια της αφέλειας, η δυναμική του ζευγαριού. Διότι χάνονται από το προσκήνιο οι αδίστακτες αντικειμενικές συνθήκες που τους κρατούν χώρια, οι κοινωνικές επιταγές μιας φθίνουσας αριστοκρατίας και ο ασφυκτικός καθωσπρεπισμός μεταξύ άλλων, άρα μοιάζει οριακά ακατανόητη η συμπεριφορά τους. Ακόμα περισσότερο, όταν κινητοποιημένοι από τα σεξουαλικά απωθημένα τους οδηγούνται σε ένα τοξικό παιχνίδι ρόλων που διασκεδάζει την έννοια του «consensual non consent», προκαλώντας ταυτόχρονα σύγχυση και έξαψη, συνδυασμό που δημιουργεί περισσότερο μπέρδεμα παρά λιβιδινική καλοπέραση.

Οφθαλμόλουτρο > νόημα
Τώρα, υπάρχουν δύο τρόποι να μεταβολίσει κανείς αυτά τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη». Η μία εκδοχή είναι να απογοητευτεί από τον τρόπο που δεν ενδιαφέρεται καθόλου να είναι κοντά στο πρωτότυπο, αλλά κυρίως από τον εκκωφαντικό βαθμό στον οποίο η Φένελ δεν έχει τίποτα να σχολιάσει για την ίδια την ιστορία και τις ποιότητες που την καθιστούν διαχρονική. Η άλλη εκδοχή, βέβαια, είναι να παραδοθεί στην ομορφιά της. Εξάλλου, η ταινία είναι ένα χολιγουντιανό ζαχαρωτό για τα μάτια ή αλλιώς, μια ζουμερή σεξουαλική φαντασίωση με softcore όρους.
Όχι πως φημίζεται για τη σκηνοθετική διακριτικότητά της, αλλά η Φένελ ενστερνίζεται πλήρως τους προφανείς συνειρμούς του σεναρίου της, τις ερωτικές σκηνές διαδέχονται πλάνα με υγρά στοιχεία, για να κατασκευάσει ένα χλιδάτο άρλεκιν για το λαό. Γιατί μέσα σε όλη την έλλειψη σοβαροφάνειας, δύσκολα θα διαφωνήσει κάποιος πως αυτά τα «Ύψη» δεν είναι εκτός από ανεμοδαρμένα και καυτά. Ελόρντι και Μάργκο Ρόμπι ρίχνονται ολοκληρωτικά στην αλληλλοτραυματική χημεία των ρόλων τους, ο δε Αυστραλός θυμίζει τον Κρίστιαν Μπέιλ μεταξύ «Batman» και «American Psycho». Και απειλητικός και σέξι, δηλαδή, μια ελκυστική αντίφαση που διαπνέει έτσι κι αλλιώς ολόκληρο το φιλμ.
Καταλήγοντας, παραδόξως, επανέρχεται το δίλημμα. Να συμβιβαστείς με την εικαστική αρτιότητα και να διαφύγεις στην καλλιέπεια που μόνο το σινεμά μπορεί να σου προσφέρει; Ή να συγχυστείς με την οικειοποίηση ενός έργου για την παραγωγή screenshot περιεχομένου, το οποίο δεν διαφέρει από το πάλαι ποτέ χάζεμα στην αρχική σελίδα του Tumblr; Δεν έχουν ψυχή, τελοσπάντων, και οι ταινίες που δεν ζητούν πολλά από σένα; Η απάντηση, κλασικά, βρίσκεται κάπου στη μέση, όπως και η γλυκόπικρη επίγευση που μου άφησαν τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» βγαίνοντας από τον κινηματογράφο.