Ο Σιμόν Μέσα Σότο έκανε μια εγκάρδια ταινία για έναν «Ποιητή» σε απόγνωση
Συζητάμε με τον Κολομβιανό σκηνοθέτη που σκαρφίστηκε ένα από τα πιο ξεχωριστά φιλμ της σεζόν.
Στη ζωή του Όσκαρ (Ουμπεϊμάρ Ρίος) ελάχιστα πράγματα έχουν πάει καλά. Από πολλά υποσχόμενος ποιητής στη νεότητά του, έχει καταλήξει να ζει με δανεικά, στο σπίτι της άρρωστης μητέρας του, καθώς μάχεται να διαχειριστεί τον αλκοολισμό του και να αποκαταστήσει τη σχέση με την κόρη του που τον θεωρεί αποτυχημένο. Εδώ που τα λέμε, η νεαρή δεν έχει ιδιαίτερα άδικο και ο Όσκαρ το ξέρει. Μια χαραμάδα αισιοδοξίας εμφανίζεται στη ρουτίνα του, όταν συναντά μια μαθήτρια, τη Γιουρλάντι (Ρεμπέκα Ανδράδε) που εντελώς απροσδόκητα γράφει υπέροχα ποιήματα. Ενθουσιασμένος, ο πρωταγωνιστής της ταινίας «Ένας Ποιητής» αποφασίζει να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τη βοηθήσει ώστε να αναγνωριστεί το ταλέντο της, μέχρις ότου ο υπερβάλλων ζήλος του οδηγήσει σε μια πολύπλοκη παρεξήγηση.
Το φιλμ του Κολομβιανού σκηνοθέτη Σιμόν Μέσα Σότο έκανε πρεμιέρα πέρσι στο Φεστιβάλ των Καννών όπου κέρδισε τις εντυπώσεις και το Βραβείο της Επιτροπής στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα. Και όχι άδικα εδώ που τα λέμε, αφού η υπαρξιακή περιπέτεια του Όσκαρ αφενός επαναφέρει στην επιφάνεια τη λύτρωση που μπορεί να επιφέρει η καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά αφετέρου και τη μοιραία τραγικότητα που δείχνει να φέρουν άνθρωποι που φλερτάρουν συνεχώς με το λάθος. Περισσότερα, βέβαια, στη συνέντευξή μας με τον σκηνοθέτη παρακάτω.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους η ταινία σας συντονίζεται με την εποχή μας. Για παράδειγμα, θίγει τη διαρκή ανάγκη μας για δημόσια αναγνώριση, σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσουμε τη ματαιοδοξία μας. Μοιάζει, όμως, καταδικασμένο να αποτύχουμε, όχι;
Το τι ορίζουμε ως αποτυχία είναι κάτι υποκειμενικό. Εξαρτάται με το πώς τη διαχειρίζεσαι γενικά. Είτε στις τέχνες είτε σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο, όλοι προσπαθούμε να διαπρέψουμε σε αυτό που κάνουμε. Όμως, η πραγματικότητα είναι πως κανείς δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που βάζει στον εαυτό του. Έτσι, ήθελα να δείξω ότι είναι εντάξει να αποτυγχάνεις. Στα αλήθεια, εκείνο που θεωρώ σημαντικότερο όλων αυτήν τη στιγμή είναι να ζω μια ήσυχη, ήρεμη ζωή στην οποία απολαμβάνω κάθε διαδικασία και εξοικειώνομαι με την προοπτική τα πράγματα να μην εξελιχθούν όπως το περιμένω. Ακριβώς όπως ο χαρακτήρας της Γιουρλάντι, η οποία εκπροσωπεί αυτό που περιγράφω. Κατά έναν τρόπο, ο «Ποιητής» επέδρασε σα ψυχοθεραπεία για εμένα. Με βοήθησε να ξεπεράσω την εμμονή μου με την επιτυχία και να αποδεχθώ το παρόν, τη ρουτίνα, τα απλά πράγματα. Με βοήθησε να πάψω να πιστεύω πως για να πετύχω πρέπει οπωσδήποτε να υποφέρω και να κάνω θυσίες. Οι στιγμές στις οποίες έχω νιώσει τη μεγαλύτερη πλήρωση δεν οφείλονται στην επαγγελματική επιτυχία μου.
Μου άρεσε πολύ πώς απεικονίζετε την αντίφαση ανάμεσα στο να γράφεις ποίηση για βιοπορισμό και στο να καταφεύγεις σε εκείνη για υπαρξιακούς λόγους. Είναι άραγε προνόμιο να κάνεις ποίηση όταν η επιβίωση είναι τόσο δύσκολη;
Σε μια χώρα σαν την Κολομβία, διαχρονικά η τέχνη αποτελεί πεδίο ενδιαφέροντος της ελίτ, διότι τα μέλη της έχουν το περιθώριο να μη δουλεύουν αδιάκοπα για να βγάζουν τα προς το ζην. Μάλιστα, η ιδέα για τον «Ποιητή» ήρθε όταν ενηλικιωνόμουν και προσπαθούσα να αποκτήσω οικονομική σταθερότητα. Στα είκοσί μου δεν είχε ιδιαίτερη σημασία που δεν έβγαζα αρκετά χρήματα από τον κινηματογράφο, όμως, όταν έγινα τριάντα κατάλαβα πως δεν μπορούσα να βασιστώ σε αυτό. Παράλληλα, επειδή εργαζόμουν σταθερά ως καθηγητής, συνειδητοποίησα πως σε είκοσι χρόνια από τώρα θα μπορούσα να είμαι ένας ονειροπόλος που αναπολεί καλύτερες μέρες επειδή παράτησε την καριέρα στο σινεμά για να αφιερωθεί στη διδασκαλία. Υπό μία έννοια, ο Όσκαρ είναι αυτό που θα καταντήσω στο μέλλον εάν αποτύχω στην τέχνη μου. Σκαρφίστηκα, λοιπόν, το συγκεκριμένο χαρακτήρα για να αποφύγω να γίνω σαν εκείνον.
Βεβαίως, μέσα σε όλα αυτά, έρχεται να προστεθεί και η πολυτιμότητα της συγχώρεσης. Πιστεύετε πως η ουσιαστική αποδοχή των αξεπέραστων ανθρώπινων ελαττωμάτων είναι κομβική για να επιτευχθεί μια ειλικρινής κατανόηση;
Ακριβώς. Παρά τα λάθη του Όσκαρ, παραμένει ανθρώπινος. Ήθελα να έχω πίστη σε εκείνον και να πιστέψω στα αλήθεια ότι προσπαθεί να γίνει ένας καλός τύπος. Αυτός ο ήρωας αποτελεί μια μεγαλοποιημένη εκδοχή του εαυτού μου και των δικών μου εσωτερικών αναζητήσεων ως άντρας και καλλιτέχνης. Για αυτό μου ήταν πολύ σημαντικό το μονοπάτι του να οδηγεί στο φως. Το στοιχείο της κωμωδίας ήταν πολύ βοηθητικό στο να πάρει η αφήγηση τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ήθελα να μπορώ να γελάσω με εμένα, γιατί όταν ξεκίνησα να γράφω το σενάριο ήμουν ο Όσκαρ. Από εκεί και πέρα, ο Ουμπεϊμάρ το πήρε πάνω του και τον μετέτρεψε σε κάτι ολότελα δικό του. Αλλά, όταν φτιάχνεις κάτι που βασίζεται τόσο βαθιά στις προσωπικές εμπειρίες σου, ο κόσμος καταλήγει να συμμερίζεται τον πόνο σου. Γιατί στην τελική, όλοι είμαστε ατελή όντα που αναζητάμε το φως στη ζωή μας.
Μιας και το αναφέρατε, νιώθω υποχρεωμένος να σας ρωτήσω για τους ηθοποιούς σας, διότι δίνουν φοβερές ερμηνείες.
Κάναμε εκτενή δοκιμαστικά για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αναζητούσα έναν έμπειρο ηθοποιό λόγω της απαιτητικής φύσης της συγκεκριμένης ερμηνείας. Την ίδια στιγμή, τσεκάραμε κόσμο από την καλλιτεχνική σκηνή του Μεντεγίν για να ενσαρκώσουν τους περιφερειακούς χαρακτήρες, ώστε η ταινία να αποκτήσει περισσότερο ρεαλισμό. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, ένας φίλος μου έδειξε το θείο του, ένα δάσκαλο που αγαπούσε το μέταλ και την ποίηση, τον έλεγες και αρκετά ξεχωριστή προσωπικότητα. Αυτός ήταν ο Ουμπεϊμάρ και οφείλω να ομολογήσω πως στην αρχή δεν είχα ενθουσιαστεί μαζί του. Δεν μπορούσα να δω το χαρακτήρα μου στο πρόσωπό του. Παρόλα αυτά, δέχτηκα να περάσει οντισιόν για κάποιο βοηθητικό ρόλο. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, δε σταμάτησα να βλέπω το βίντεό του. Σταδιακά συνειδητοποίησα πως αυτός ήταν ο ποιητής. Με άλλα λόγια, ο Ουμπεϊμάρ «έκλεψε» το ρόλο από εμένα και τον έκανε δικό του. Ήταν ένα από αυτά τα μαγικά ατυχήματα που συμβαίνουν στο σινεμά. Βέβαια, ήταν μια επιλογή με ρίσκο, γιατί δεν είχε παίξει ποτέ στη ζωή του. Χρειάστηκε να κάνει εκπαίδευση για δύο μήνες και τελικά έδωσε τα πάντα στην ταινία, η δουλειά του ήταν αδιανόητη. Όσο για τη Ρεμπέκα, οδηγηθήκαμε σε εκείνη ύστερα από μία ακόμα σειρά εκτατεμένων δοκιμαστικών. Παρά το γεγονός πως αυτή ήταν η πρώτη δουλειά της, αποδείχθηκε εξαιρετική και με διευκόλυνε τρομερά στα γυρίσματα.

Εύχομαι να μη σας φανεί κοινότοπη η επόμενη ερώτηση, αλλά ενδιαφέρομαι ειλικρινά να μάθω για τον τρόπο που προσεγγίσατε τη γραφή της ποίησης στο σενάριο. Ας πούμε, στο «Paterson» ο Τζιμ Τζάρμους χρησιμοποιήσετε υπάρχοντα ποιήματα του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς. Εσείς ακολουθήσατε παρόμοια οδό;
Μπορεί να φανεί περίεργο, αλλά δε με ενδιέφερε ιδιαίτερα να απεικονίσω την ποίηση ως καθαυτό μορφή τέχνης. Χρησίμεψε σα μια μεταφορά για τα διλήμματά μου ως καλλιτέχνης και την ανάγκη μου να εντοπίσω τις εκδοχές της ποίησης που διαπερνούν τα πάντα. Ο ανθρωπότυπος του Όσκαρ και των ομοίων του στη λογοτεχνική σκηνή του Μεντεγίν με ενδιέφερε εθνογραφικά, τους αντιμετώπισα σα να είναι τα υποκείμενα ενός ντοκιμαντέρ και ταυτόχρονα, σα κωμικές βερσιόν του εαυτού μου.
Κλείνοντας, αν θέλετε, πείτε μου περισσότερα σχετικά με το αμερικανικό ριμέικ του «Ποιητή» που βρίσκεται στα σκαριά. Ο Νέιθαν Σίλβερ που το έχει αναλάβει είναι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος σκηνοθέτης. Περιμένατε ποτέ πως το φιλμ σας θα έφτανε σε αυτό το σημείο;
Όχι, ήταν το τελευταίο που θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Αλλά από την άλλη, αυτή η ταινία μας επιφύλασσε πολλές εκπλήξεις από την ώρα που κυκλοφόρησε. Πάντα εύχεσαι κάτι που γύρισες να πάει καλά, όμως με έχει αφήσει άναυδο η ανταπόκριση του κόσμου. Προσωπικά, ο «Ποιητής» στέκεται αυτόνομα, ακόμα και εάν υπάρξει η εκδοχή ενός άλλου. Ομολογώ πως δε γνώριζα τη δουλειά του Νέιθαν, ωστόσο, μου έστειλε ένα πολύ εγκάρδιο μήνυμα και μπόρεσα να δω τις ταινίες του. Χαίρομαι που έχει ένα ξεχωριστό όραμα και πως προσεγγίζουμε το σινεμά με παρόμοιο τρόπο. Ξέρω, επίσης, ότι δεν τον ενδιαφέρει να κάνει ένα πιστό ριμέικ, αλλά κάτι πιο κοντά στις δικές του ανησυχίες. Ο «Ποιητής» είναι απλά η αφετηρία.
Η ταινία «Ένας Ποιητής» κυκλοφορεί από τη Filmtrade (28/5). Περισσότερες κινηματογραφικές συνεντεύξεις εδώ.