Το «Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα» είναι η πιο πρωτότυπη ταινία της χρονιάς
Ένα ευφυές και συγκινητικό φιλμ για την επιθυμία, την οικειότητα και το ίδιο το σινεμά από το ρηξικέλευθο μυαλό του Τζέιν Σόενμπρουν.
Στο κομμάτι «Welcome To My Island» της ποπ διάνοιας Caroline Polachek, το ρεφρέν ξεκινάει με το στίχο «desire, I wanna turn into you», μια επιτηδευμένα αμφίσημη διατύπωση, ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις. Διότι την ίδια στιγμή που η μουσικός απευθύνεται στην επιθυμία ως έννοια, εκφράζει την ανάγκη να πάρει τη θέση της, να γίνει ενσάρκωση της επιθυμίας, αλλά και αντικείμενο επιθυμίας. Μια παλινδρομική ευχή που αποπνέει εγκλωβισμό μαζί με λαχτάρα. Ακριβώς αυτή η συνθήκη, δηλαδή η περιπλοκότητα που συνοδεύει τη συναισθηματική έκφραση της ερωτικής έλξης, βρίσκεται στον πυρήνα του πολυπρισματικού και συγκινητικού «Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα», της νέας αταξινόμητης δουλειάς του ευφυούς Τζέιν Σόενμπρουν.

Ζούμε σε μια ταινία
Το πόσο σύνθετη και περίτεχνη είναι η κατασκευή του «Καμπ Μίασμα» επαληθεύεται από τον πληθυντικό αριθμό των παράλληλων επιπέδων στα οποία εξελίσσεται η πλοκή του. Κεντρική ηρωίδα είναι μια ταλαντούχα σκηνοθέτρια, η Κρις (Χάνα Εϊνμπίντερ), η οποία προσλαμβάνεται για να γυρίσει ένα φιλμ τρόμου που ανήκει σε ένα φανταστικό franchise με τίτλο «Camp Miasma» φιλοδοξώντας να το αναβιώσει. Εκείνη είναι τρομερά εξοικειωμένη και δεμένη με την εν λόγω μυθολογία τρόμου, η οποία ανήκει στο υπο-είδος του slasher horror, καθώς η πρώτη κυκλοφόρησε όταν ήταν παιδί τη δεκαετία του ‘80 με αποτέλεσμα να μεγαλώσει μαζί του.
Ενόψει της προετοιμασίας για το reboot, λοιπόν, η Κρις αναζητά την εμβληματική πρωταγωνίστρια της πρώτης ταινίας, την Μπίλι (Γκίλιαν Άντερσον), με σκοπό να την πείσει να πάρει μέρος στη νέα παραγωγή. Η ηθοποιός, ωστόσο, έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση και ζει απομονωμένη σε ένα σπίτι που αποτελεί μέρος του αρχικού σκηνικού που χρησιμοποιήθηκε στο «Camp Miasma» και φαίνεται να έχει στοιχειωθεί από τον «μπαμπούλα» του, το κατά συρροή δολοφόνο Little Death. Πίσω από το προσωπείο του παρανοϊκού θύτη κρύβεται ένα απέθαντο ον που ζει στον πυθμένα της κοντινής λίμνης και του οποίου το ψευδώνυμο παραπέμπει ευθέως στο γαλλικό ευφημισμό για τον οργασμό. Σε αυτό το πλαίσιο, το σμίξιμο των δύο γυναικών αποκτά υπερβατικές διαστάσεις, με τα προσωπικά βιώματά τους να ανακατεύονται με τραυματικές αναμνήσεις και τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας να καταργούνται.

Πιο meta από το μέτα σας
Την ώρα που ο μεταμοντερισμός στον κινηματογράφο και την τηλεόραση έχει ξεπεράσει το όριο του κορεσμού, από τις (απο)μιμήσεις του «Office» μέχρι τα υπερηρωικά αναμασήματα του «Deadpool», το Τζέιν Σόενμπρουν υιοθετεί την αυτοαναφορικότητα και το σχολιασμό του μέσου για το ίδιο το μέσο ενδοσκοπικά, αναζητώντας υπαρξιακές απαντήσεις ενώ ψυχογραφεί τους χαρακτήρες του. Η Κρις, εξάλλου, αποτελεί έναν αντικατοπτρισμό του Τζέιν, όχι μόνο επειδή το σκηνοθετικό credit απεικονίζεται πάνω από την εικόνα της στους τίτλους αρχής, αλλά και γιατί η ηρωίδα προσωποποιεί άγχη που έχουν εκφραστεί σε προηγούμενες ταινίες του. Όπως το γεγονός πως αμφότερα αντιλαμβάνονται τη μυθοπλασία ως έναν τόπο – καταφύγιο, ένα μέρος στο οποίο όχι απλά μπορούν να δραπετεύουν, αλλά και να υπάρχουν με τους δικούς τους όρους ως ο εαυτός τους, μια ποιότητα που αναπτύσσεται γλαφυρά πλην δυσοίωνα στο ρηξικέλευθο «I Saw the TV Glow» (2024). Υπό αυτήν την έννοια, όταν η Κρις γνωρίζει την Μπίλι μοιάζει να περνά ένα κατώφλι, αφού από τον κόσμο της συμβατικής πραγματικότητας ξαφνικά βρίσκεται σε μια μεταιχμιακή διάσταση μεταξύ συνειδητού και υποσυνείδητου. Εκεί ο ενθουσιασμός συνυπάρχει με την παγωμάρα της διαπίστωσης πως «όλο αυτό αποκλείεται να συμβαίνει».
Ακολούθως, στην αφήγηση του «Καμπ Μίασμα» υπεισέρχονται σχολιασμοί για την τρέχουσα κατάσταση στο αμερικανικό –και όχι μόνο– σινεμά. Παρότι η Κρις, σα γνήσια φανατική σινεφίλ, έχει μεταβολίσει τις αφανείς πτυχές του franchise που ανέλαβε, έχει αποδομήσει τα ελαττώματά του και συνολικά διαπνέεται από μια μελετημένη αναλυτική σκέψη, οι παραγωγοί της δεν καταλαβαίνουν ούτε λίγο τι προσπαθεί να γυρίσει. Όλα πρέπει να είναι αποσαφηνισμένα, ξεχωριστά αλλά και καθόλου ριψοκίνδυνα, αφού οι executives αδυνατούν να συλλάβουν την κρισιμότητα του να κάνεις κινηματογράφο επειδή αυτό είναι η ζωή σου. Εύλογα, κιόλας, το πρόσωπο της Άντερσον είναι εκείνο που συγχρονίζεται με τη σκηνοθέτρια και αντιλαμβάνεται πλήρως τις προθέσεις της. Σε μια χειραφετητική αντιστροφή της «Λεωφόρου της Δύσης», οι δύο γυναίκες καταλαβαίνουν πως έχουν εγκλωβιστεί στο «Camp Miasma» για διαφορετικούς λόγους και πως μόνο μαζί μπορούν να αποδεσμευτούν από τις μαγνητικές ιδιότητές του.
Σε αυτό το σημείο το Σόενμπρουν σημειώνει ακόμα ένα κινηματογραφικό επίτευγμα, διατυπώνοντας μία ριζοσπαστική ανατροπή πάνω στο slasher ως είδος. Ακολουθεί μικρό spoiler. Ο ρόλος της Μπίλι αντιστοιχεί σε ένα αρχετυπικό final girl δηλαδή, όπως το έχει ορίσει η ακαδημαϊκός Κάρολ Κλόβερ («Her Body, Himself: Gender in the Slasher Film») σε μια θηλυκότητα που γλιτώνει από τη μανία ενός δολοφόνου εξαιτίας της άσπιλης ηθικής της και συνήθως λόγω της αποχής της από το σεξ (βλ. η Τζέιμι Λι Κέρτις στη «Νύχτα με τις Μάσκες»). Ωστόσο, όπως απεικονίζεται σε μία από τις σπουδαίες σκηνές του «Camp Miasma», η Μπίλι και το κακό γίνονται ένα όταν τη στιγμή της κακοποίησής της, στο βλέμμα της εμφανίζεται η μορφή του Little Death. Στο συγκεκριμένο καρέ συμβαίνουν δύο πράγματα. Αφενός, μοιάζει το Τζέιν να αφουγκράζεται το τραύμα που ίσως έχει αποσιωπηθεί γύρω από τα αντίστοιχα κινηματογραφικά θύματα. Αφετέρου, βάζει ένα φαινομενικό τέρας να εκδικείται τη βαναυσότητα που υπέστη η νεαρή Μπίλι κι έτσι να προκύπτει μια δυσερμήντευτη παραδοξότητα που θα την ακολουθεί για πάντα.

Σάρκα και υγρά
Παρόλα αυτά, το πιο πολύτιμο στοιχείο στο οποίο εμβαθύνει το Σόενμπρουν παραμένει η επιθυμία, λέξη που η Κρις σημειώνει και υπογραμμίζει διπλά στο τετράδιό της. Ο πόθος είναι μια εγκεφαλική συνθήκη όσο και σωματική, με τα δύο μέρη συχνά να έρχονται σε αντιπαράθεση λειτουργώντας σα τροχοπέδη όταν τα η ερωτική συνεύρεση παίρνει σάρκα και οστά. Εδώ ξανά, η αποστασιοποίηση, η επιτέλεση ρόλων και το μεταίχμιο αλήθειας – φαντασίωσης χρησιμοποιούνται ως εργαλεία φροντίδας και επούλωσης, ακόμα και εάν έχουν την αιματηρή μορφή ενός horror. Η αβίαστη ορατότητα που προσφέρει το «Καμπ Μίασμα» σε αυτήν τη δυστοκία, έως και σωματική δυσφορία, έρχεται με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια που σπάνια απεικονίζεται στη μεγάλη οθόνη. Και βεβαίως, σε αυτές τις περιπτώσεις ο ερωτισμός είναι σχεδόν κάτι το δευτερεύον. Εκείνα που λύνουν τα χέρια, κυριολεκτικά, είναι η κατάκτηση της οικειότητας και η θαλπωρή της ασφάλειας που έπονται μιας έκθεσης γεμάτης φόβο. Το βίωμα της φυλομετάβασης του Σόενμπρουν φορτίζει, σαφώς, τις εν λόγω ποιότητες του φιλμ δίνοντάς του ασύγκριτη αξία, η ανάγνωσή του, όμως, δεν εξαντλείται εκεί.
Το «Καμπ Μίασμα» αποτελεί μία από τις πιο ατόφιες κινηματογραφικές εμπειρίες των τελευταίων ετών χάρη στον τρόπο που αποθεώνει το παρείσακτο, το αλλόκοτο, το ανοίκειο. Χάρη στο νεύμα αποδοχής που τείνει προς καθένα που αναγνώρισε το εαυτό του στο πιο ανύποπτο μέρος, την πιο απροσδόκητη μυθολογία. Με μια δόση υπερβολής, η ταινία του Σόενμπρουν συνιστά υλοποίηση ενός χολιγουντιανού fan fiction, την πραγμάτωση μιας αυθεντικής σινεφιλίας που αποδεικνύεται στις λεπτομέρειες. Εκτός του ότι το «X-Files» είναι μία από τις βασικές επιρροές του σκηνοθέτη, δεν αρκείται στην πρόσληψη της Άντερσον για το ρόλο της Μπίλι. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, το δείπνο που προσφέρει είναι γρήγορο φαγητό γνωστής αλυσίδας εστιατορίων, το οποίο έχει προτιμήσει και στη sci-fi σειρά των ‘90s. Παρομοίως, η αισθητική του Little Death απηχεί τον Pyramid Head από το κλασικό horror βιντεοπαιχνίδι «Silent Hill». Τέτοιου είδους αδιόρατες αναφορές που επιδρούν σα σκηνοθετικά σημεία στίξης απλώς επικυρώνουν την πληθωρική κινηματογραφική γλώσσα ενός καθ’ όλα σύγχρονου δημιουργού, που αντιλαμβάνεται ότι η γενιά του διαμορφώθηκε, σμιλεύτηκε και καθορίστηκε από τις online ή όχι αφηγήσεις άλλων που μετέτρεψε σε προσωπικές. Η οποία γενιά, μάλιστα, ξέρει πλέον πως «εάν τα πράγματα γίνουν υπερβολικά αληθινά, μπορεί πάντα να κλείσει την οθόνη».
Η ταινία «Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα» κυκλοφορεί από τη Weird Wave (27/8). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.