Η «Εμμονή» είναι με διαφορά η καλύτερη ταινία τρόμου της χρονιάς
Το πολυαναμενόμενο horror του Κάρι Μπάρκερ αποδίδει εφιαλτικά τις ερωτικές εμμονές και τη μοναξιά των αντρών μέσα από μια ιστορία όπου οι ευχές γίνονται πραγματικότητα έχοντας δυσθεώρητο κόστος.
Τις προάλλες, γράφοντας για το «Backrooms» του Κέιν Πάρσονς, επισημάναμε τους κινδύνους του hype. Του υπερβολικού σούσουρου, εν μέρει κατασκευασμένου, εν μέρει αυθεντικού, το οποίο μπορεί να βοηθά μια ταινία να αποκτήσει προσοχή, αλλά είναι ικανό και να ναρκοθετήσει την πορεία της εάν αποδειχθεί πως δεν εκπληρώνει τις (υψηλές) προσδοκίες που έθεσε στη μεγάλη οθόνη. Ο Πάρσονς τα κατάφερε, αισίως και στο ελληνικό box office, τροχιά στην οποία βρίσκεται και ο Κάρι Μπάρκερ με την «Εμμονή», γεγονός που αναβαθμίζει το σκηνοθετικό δίδυμο σε ό,τι πιο ελπιδοφόρο στο horror αυτήν τη στιγμή. Απολύτως δίκαια, παρεμπιπτόντως. Ακολουθούν μικρά spoilers.

Λιτός, απέριττος τρόμος
Μπορεί να μην είναι εκ πρώτης όψεως εμφανές, αλλά η «Εμμονή» συμμερίζεται ένα στοιχείο – κλειδί με την περσινή σπουδαία ταινία τρόμου («Weapons», Ζακ Κρέγκερ), το οποίο αναβαθμίζει την ευστοχία τους. Αμφότερα, απηχούν τη λογική του παραμυθιού για να δώσουν πειστικό βάρος στην πλοκή, αποφεύγοντας έξυπνα τις περιττές σεναριακές εξηγήσεις. Εν προκειμένω, ο Μπάρκερ έχει την εξής απλή ιδέα: να κάνει το όνειρο του Μπέαρ (Μάικλ Τζόνστον) πραγματικότητα, όταν εκείνος αγοράζει ένα μαραφέτι που φέρνει εις πέρας τις ευχές όσων το κρατούν. Φυσικά, αυτός δεν πιστεύει πως υπάρχει οποιαδήποτε περίπτωση να ανταποκριθεί στα συναισθήματά του η Νίκι (Ίντε Ναβαρέτ), η γυναίκα με την οποία είναι αθεράπευτα ερωτευμένος, ώσπου ως δια μαγείας, αφού εκφράσει την επιθυμία του, τη βλέπει να υλοποιείται στον απόλυτο βαθμό. Βεβαίως, πολύ σύντομα εκδηλώνονται οι μακάβριες συνέπειες της εν λόγω μεταβολής, οι οποίες οδηγούν σε ένα νέο πολύπλοκο πρόβλημα: την αποδοχή ή μη μιας χιμαιρικής κατάστασης στην οποία επικρατεί το επαίσχυντο και η έννοια της συναίνεσης εκπαραθυρώνεται.
Από την ώρα που ενεργοποιούνται τα «μάγια», η «Εμμονή» παίρνει τις διαστάσεις μιας τρομακτικής, εφιαλτικά παραμορφωμένης rom com. Η Νίκι προσκολλάται σε ανυπόφορο βαθμό στον Μπέαρ, ο οποίος εγκλωβίζεται σε μια αντιφατική συνθήκη πόθου και απειλής. Και ο Μπάρκερ, έτσι, κατασκευάζει το ιδανικό αφηγηματικό πλαίσιο τόσο για να διακωμωδήσει τις προβληματικές των μοντέρνων σχέσεων, όσο και για να απογυμνώσει τη μιαρότητα που βρίσκεται καλά κρυμμένη στο ανδρικό ασυνείδητο. Παράλληλα, συμπτωματικά όπως και στο «Weapons», το όριο μεταξύ τρόμου και κωμωδίας ενίοτε είναι απολαυστικά δυσδιάκριτο, απόρροια μιας σκηνοθεσίας με πραγματική πυγμή και αυτοπεποίθηση, αλλά και απότοκο των ημερών του Αμερικανού ως YouTuber.

Και λούζερ και σχεσάκιας
Από πολύ νωρίς στην ταινία είναι χειροπιαστές οι νύξεις της προς τις επιπτώσεις της μοναξιάς και της ερωτικής απόρριψης στην ανδρική ψυχολογία. Πρόκειται για θεματική που κυριαρχεί στις δυτικές ψηφιακές συζητήσεις τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, δεν είναι αυτή που κάνει αιχμηρότατη την «Εμμονή». Περισσότερο, είναι ο αδιόρατος τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτονται οι άρρητες στρεβλώσεις που κινητοποιούν τη συμπεριφορά του Μπέαρ. Ενός κατεξοχήν αγαθού πλην δειλού χαρακτήρα που αποφεύγει να πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία, ακόμα και εάν είναι προς όφελός του, προτιμώντας τη ματαιοπονία πασπαλισμένη με ολίγη αυτολύπηση. Επομένως, υπό αυτήν την έννοια η πλασματική, πρόσκαιρη θαλπωρή που προσφέρει το μαραφέτι είναι σαφώς προτιμητέα από το ζόφο μιας ζωής χωρίς άγγιγμα άλλου. Παρά το αδιανόητο κόστος βολεύεται και αυτό ακριβώς είναι που τον κάνει αποτρόπαιο. Παρόλα αυτά, ο Μπάρκερ δεν αρκείται στην κατασκευή ενός τέρατος με γνώριμο πρόσωπο. Του εμφυσά μια βάσιμη τραγικότητα, αφού ο ίδιος δεν είναι απαραίτητα λιγότερο εγκλωβισμένος στον ελαττωματικό εαυτό του από την Νίκι. Εκείνη, βέβαια, δεν είχε το περιθώριο της επιλογής…
Θα με αγαπούσες αν ήμουν σκουλήκι;
Πέρα από οτιδήποτε, όμως, το μεγάλο «όπλο» της «Εμμονής» είναι η Ναβαρέτ. Σε μια ερμηνεία – αποκάλυψη, η ηθοποιός επιτελεί το ρόλο του «μπαμπούλα» τόσο στοιχειωτικά που προστίθεται εύκολα μεταξύ των πιο τρομακτικών γυναικών που έχουμε δει στο horror. Σαν άλλη Ιζαμπέλ Ατζανί, μεταμορφώνεται εν ριπή οφθαλμού από ακίνδυνη γοητευτική παρουσία σε υπερηχητική ερινύα, ικανοποιώντας αρχικά την αντικειμενοποίησή της από το στρέιτ βλέμμα προτού τη μετατρέψει σε παγίδα θανάτου. Εξάλλου, λίγα πράγματα πανικοβάλλουν τους άντρες δίχως θάρρος όσο μια απρόβλεπτη θηλυκότητα που διεκδικεί τα θέλω της. Στο κομμάτι της οπτικής δε, ο Μπάρκερ υπερθεματίζει. Στις σκηνές όπου το μόνο που ξεπροβάλλει μέσα από το σκοτάδι είναι τα σπινθηροβόλα μάτια της Νίκι, αυτό που συμβαίνει είναι ότι αντιστρέφονται οι ρόλοι. Τώρα ο Μπέαρ χάνει την ισότιμη υπόστασή του, τώρα εκείνος μετατρέπεται σε δυνάμει θήραμα.
Έχει ενδιαφέρον, έπειτα, πως ενώ το φιλμ τοποθετεί τις ερωτικές σχέσεις στο επίκεντρο, αυτά που λέει για το σεξ είναι ελάχιστα. Η λίμπιντο δε βρίσκεται στις προτεραιότητες των ηρώων, μάλιστα μία από τις μετρημένες σκηνές σεξ υποδηλώνει πως είναι κάτι άβολο. Αντιθέτως, εκείνο που επιζητούν περισσότερο είναι η οικειότητα χωρίς τη σεξουαλική προσδοκία ως προϋπόθεση. Και εδώ υπεισέρχεται μια μελαγχολία στο φόντο της «Εμμονής». Προτού πραγματοποιηθεί η καταδικαστική ευχή, όλα αυτά που έψαχνε ο ήρωας τα είχε ήδη.
Η ταινία «Εμμονή» κυκλοφορεί σε επανέκδοση από την Tanweer (18/6). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.