Είναι αδύνατο να υπάρξει ξανά ταινία σαν την «Αμελί»

Είναι αδύνατο να υπάρξει ξανά ταινία σαν την «Αμελί»

Η επανέκδοση του αθεράπευτα ρομαντικού φιλμ είναι απόδειξη πως ο κόσμος που την ενέπνευσε έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Μοιάζει πολύ τεμπέλικο και δημοσιογραφικά εύκολο να το πούμε, αλλά ισχύει στον απόλυτο βαθμό. Πριν από είκοσι πέντε χρόνια, όταν κυκλοφορούσε στους κινηματογράφους η «Αμελί» του Ζαν-Πιέρ Ζενέ, ο κόσμος δεν είχε καμία απολύτως σχέση με αυτόν στον οποίο βρισκόμαστε τώρα. Για να μην κουράσουμε με συγκρίσεις ή προφανή παραδείγματα, μια από τις πιο οφθαλμοφανείς μεταβολές εντοπίζεται στη σχέση μας με το ρομαντισμό. Οι αρχές των ‘00s, καλώς ή κακώς, είχαν ακόμη χώρο για ονειροπόλους, υπερβολικά αφελείς και αγαθούς ήρωες που ζουν απενοχοποιημένα στην αφτιασίδωτη φαντασία τους. Σήμερα, από την άλλη, οτιδήποτε ανεπιτήδευτα προσωπικό κινδυνεύει να κριθεί ως «cringe» άμα τη εμφανίσει του, μια λογική απόρροια της πλήρους επικράτησης του κυνισμού στον τρόπο πρόσληψης πολιτιστικών αγαθών. Φυσικά, η αυγή του 21ου αιώνα δεν ήταν κανένα ειδυλλιακό μέρος, ούτε το 2026 ένα εξ ολοκλήρου συναισθηματικά στυγνό πεδίο όσον αφορά τα παντός είδους έργα τέχνης. Απλώς πλέον έχουν εξαλειφθεί οι συνθήκες που θα επέτρεπαν στο να δημιουργηθεί μια ταινία όπως αυτή του Ζενέ.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Αμελί 2

Η πριγκίπισσα Νταϊάνα και το τέλος της αθωότητας

Στο φιλμ του ανορθόδοξου Γάλλου σκηνοθέτη, η πρωταγωνίστρια Αμελί Πουλέν (Οντρέι Τοτού) στο άκουσμα του τραγικού θανάτου της πριγκίπισσας Νταϊάνα σοκάρεται, χάνει μέσα από τα χέρια της το μπουκαλάκι με το άρωμά της και απροσδόκητα ανακαλύπτει ένα μικρό θησαυρό κρυμμένο στα πλακάκια του μπάνιου. Τότε ξεκινά μια αστική περιπέτεια για τον εντοπισμό του κατόχου, η οποία μετατρέπεται σε υπαρξιακή αναζήτηση για τη νεαρή ηρωίδα. Βέβαια, παρότι βρίσκεται σχεδόν σε κάθε πλάνο, η προσοχή δε δίνεται μόνο σε εκείνη. Η γραφική γειτονιά της Μονμάρτρης στην οποία ζει μετατρέπεται σε ένα πληθωρικό σύμπαν αμέτρητων δυνατοτήτων όπου οι «μικροί», αδιάφοροι, καθημερινοί ένοικοί του απεικονίζονται σαν τα πιο αξιοθαύμαστα όντα. Ή τουλάχιστον, έτσι τους αντικρίζει το αφοπλιστικά τρυφερό βλέμμα της Αμελί που επιδρά σα φίλτρο το οποίο καμπυλώνει τα πάντα, αναδεικνύοντας την ομορφιά και μουντζουρώνοντας την ασχήμια.

Κάθε συναναστροφή μετατρέπεται σε εσωτερική μάχη για το χαρακτήρα της Τοτού, αφού από τη μια στιγμή στην άλλη η στείρα, άχρωμη κανονικότητα προσπαθεί να της επιβληθεί. Στην ουσία, η ίδια μοιάζει να ψάχνει τον τρόπο που μπορεί να επιβιώσει σε μια ενηλικιότητα όπου δεν έχει χαθεί η ικανότητά της να μεγεθύνει την αφανή μαγεία της ρουτίνας. Αυτή η αύρα είναι εύλογο να ξενίσει διότι αποδίδεται στον υπέρτατο βαθμό από τον Ζενέ, φλερτάροντας με το να γίνεται γλυκερή ενίοτε. Είναι ένα δίκαιο ρίσκο παρόλα αυτά και αναμενόμενο, όταν αφηγηματικά διατυπώνονται ερωτήματα όπως, γιατί να μην είμαστε καλοί με τον άλλο αφού μπορούμε; Πώς γίνεται να χαρείς την παραμικρή στιγμή αυτού του δώρου που είναι η ζωή; Έπειτα, η μελαγχολία που διαπνέει την «Αμελί» δεν προκύπτει μόνο από τη συγκινητική μουσική του Γιαν Τίερσεν, αλλά επίσης από τη συνειδητοποίηση της ηρωίδας πως ακόμα κι αν κατορθώσεις να απαντήσεις θετικά σε αυτά τα ερωτήματα, τίποτα δε θα λυθεί εάν δεν επουλώσεις τη μοναξιά σου.

Αμελί 3

It’s french, c’est chic

Εν τω μεταξύ, η εμφάνιση του «Αμελί» συντονίστηκε με την τελευταία φορά που η γαλλόφωνη κουλτούρα ήταν πραγματικά ποπ. Η αισθητική του Ζενέ συμπύκνωσε όλα όσα, με εξωτικό τρόπο, ο κόσμος θεωρούσε «γαλλικά». Από την αρχιτεκτονική του Παρισιού, το στιλ της Τοτού, το θλιμμένο ακορντεόν του Τίερσεν, τα επιμελώς ατημέλητα συνοικιακά καφέ, το μετρό. Για ένα μεγάλο διάστημα η εναλλακτική μόδα επέβαλλε τα πράσινα φορέματα, το καρέ, και να ακούς Beirut καθώς περιπλανιέσαι στην πόλη σκεπτικά σα να είσαι flâneur. Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτό. Εκείνη την περίοδο εμφανίστηκε, παράλληλα, το λεγόμενο ρεύμα του New French Extermity, το οποίο περιελάμβανε ακραίες παραγωγές, συχνά ωμής βίας και πάντα τολμηρών σεναριακών επιλογών («Μη Αναστρέψιμος», «Trouble Every Day», «Baise-moi»). Χωρίς να ξεχνάμε, επιπλέον, ότι ήταν φρέσκια η κατάκτηση του Μουντιάλ από τους Γάλλους το 1998. Με άλλα λόγια, εάν δεν είχε υπάρξει το «Αμελί» θα έπρεπε να εφευρεθεί.

Κλείνοντας, για να επιστρέψουμε στο επιχείρημα της εισαγωγής, βλέποντας κανείς το φιλμ του Ζενέ μετά από ένα τέταρτο του αιώνα, δε νοσταλγεί την εποχή που εκπροσωπεί. Αυτό που λείπει εκκωφαντικά σήμερα είναι η διάθεση της ανθρωπότητας να εκθέτει τα πιο άφθαρτα αποκυήματα της φαντασίας της, αδιαφορώντας για το κόστος αυτής της δημοσιότητας. Κι ας προκαλείται έτσι, πού και πού, ετεροντροπή. Η σοβαρότητα δεν έσωσε ποτέ κανένα.

Η ταινία «Αμελί» κυκλοφορεί σε επανέκδοση από το Cinobo (18/6). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.

Σχετικά άρθρα