Inside the Manosphere: Μα τι το ωραίο βρίσκουν σε αυτό τα παιδιά μας;
Louis Theroux: Inside the Manophere, Netflix (2026)

Inside the Manosphere: Μα τι το ωραίο βρίσκουν σε αυτό τα παιδιά μας;

Το ντοκιμαντέρ του Λουί Θερού μας μπάζει στα ενδότερα της «ανδρόσφαιρας», η οποία δεν είναι κάπου εκεί έξω, αλλά παντού γύρω μας.

Δεν ξέρω αν θα είχα καταφέρει να δω όλο το Manosphere μόνη μου. Θρονιαστήκαμε με την κολλητή μου στον καναπέ με σκύλο, κουβερτάκι και όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ, και συμφωνήσαμε ότι «τουλάχιστον θα μπορούμε να το σχολιάζουμε μεταξύ μας». Και είχαμε μπόλικα να πούμε, ανάμεσα στα άβολα γέλια και τα κατά καιρούς ανοιχτά από το σοκ στόματά μας.

Ο Λουί Θερού είναι από τους πλέον αναγνωρισμένους ντοκιμαντερίστες, που έγινε γνωστός για τις σκληροπυρηνικές ακραίες κοινότητες τις οποίες καταγράφει με χαρακτηριστικό στιλ. Η μη απειλητική του εμφάνιση -το γεγονός ότι μοιάζει με φλώρος κοινώς- και η παρατηρητική του στάση είναι συχνά αφοπλιστική και κάνει τα υποκείμενα των ταινιών του να ανοίγονται με μεγαλύτερη ευκολία, αφού δεν νιώθουν πως χρειάζεται να τον ανταγωνιστούν. Αυτή είναι η υπερδύναμη του δημοσιογράφου που έχει καταφέρει να καλύψει από οίκους ανοχής και την Κου Κλουξ Κλαν στην Αμερική, μέχρι και την συνθήκη του απαρντχάιντ στη Δυτική Όχθη και την κατάληψη της Παλαιστίνης πριν τη γενοκτονία («The Settlers», BBC, 2024).

Γενικά, όταν καλύπτει κάτι ο Θερού, συνήθως είναι επειδή αυτό έχει κάποιον «κρυφό» αντίκτυπο στην κοινωνία και θέλει να το «ξεσκεπάσει», με το βρετανικό φλέγμα και τη διεισδυτική ματιά του.

Τι στο καλό είναι το manosphere;

Στα ελληνικά αναφερόμαστε στο περιβόητο φαινόμενο ως ανδρόσφαιρα. Πρόκειται για μια τοξική κοινότητα που γεννήθηκε στο διαδίκτυο και έχει παρεισφρήσει στην καθημερινότητα κυρίως νέων και ευκολόπιστων αγοριών. Για όσους δεν έχουν περάσει πολύ χρόνο με τον αλγόριθμο, μοιάζει τελείως εξωτικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι ήδη παντού γύρω μας.

Με απλά λόγια, πρόκειται για ένα δίκτυο από sites, φόρουμ και (κυρίως) influencers που πουλάνε μια εκδοχή «παραδοσιακής» αρρενωπότητας, με τον άντρα αρχηγό, τη γυναίκα από κάτω, όλα σε μια ιεραρχία που μοιάζει βγαλμένη από άλλη εποχή αλλά πλασάρεται σαν αποκάλυψη και ρηξικέλευθη αντίδραση σε έναν κόσμο που δεν θέλει τον άντρα …«άντρα».  Εκεί μέσα παίζουν συνέχεια κάτι όροι τύπου «red pill», «blue pill», «Matrix», μια αισθητική δανεισμένη από τη γνωστή ταινία επιστημονικής φαντασίας, που προβάλλει την ιδέα ότι οι άντρες είναι δήθεν τα μεγάλα θύματα ενός κόσμου που έχει γείρει υπέρ των γυναικών. Και κάπως έτσι βαφτίζουν «αφύπνιση» το να πιστεύεις ότι είσαι αδικημένος, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είμαστε απλά… «normies» (δηλ, νορμάλ, αλλά με υποτιμητική έννοια).

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι το πώς παρουσιάζονται οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές αυτού του σύμπαντος. Τύποι σαν τον Justin Waller, που εμφανίζεται και στο ντοκιμαντέρ, χτίζουν μια περσόνα υπερεπιτυχημένου άντρα, που έχει λεφτά, ακριβό lifestyle, νεαρές γυναίκες γύρω τους, μονόπλευρη μονογαμία (ναι, αυτό που φαντάζεστε), όλο το πακέτο. Είναι βασικά ένα φλεξάρισμα που επαναλαμβάνεται μέχρι να γίνει κανονικότητα. Και φυσικά, δεν μένουν εκεί, αλλά πουλάνε και «μαθήματα» για το πώς να γίνεις σαν αυτούς. Γιατί προφανώς ο ανδρισμός τους έρχεται με subscription.

Στην πρώτη του επαφή με τον 23χρονο Τikky Τokky (κατά κόσμον Harrison Sullivan), ο τελευταίος γυρνάει και μιλάει απευθείας στην κάμερα του ντοκιμαντέρ, με τον Θερού να τον ρωτάει με απορία, σε ποιον στο καλό μιλάει. Αργότερα αποκαλύπτεται ότι ο ίδιος άνθρωπος που έχει αγοράσει εταιρεία που μανατζάρει γυναίκες με λογαριασμούς OnlyFans και φυσικά βγάζει άπειρα λεφτά από αυτό, θα αποκλήρωνε την κόρη του αν ακολουθούσε αντίστοιχη καριέρα. Εντωμεταξύ στο σαλόνι του, σε μια βίλα της Ισπανίας, περιφέρεται και μια κοπέλα με πολύ αποκαλυπτικό ντύσιμο, που ασχολείται με το εν λόγω επάγγελμα, γελάει αμήχανα με τα «αστεία» του, ενώ άλλοι νεαροί άνδρες -πρακτικά οι αυλικοί του- την κοιτούν με ύφος θηρευτή και τους τρέχουν τα σάλια.

Και αν αναρωτιέστε πώς απέκτησαν τόση φήμη και λεφτά τέτοιοι τύποι, η απάντηση είναι το short-form content. Κλιπάκια και reels που γίνονται viral ακριβώς επειδή  λένε τα πιο προκλητικά πράγματα. Δεν υπάρχει φίλτρο, δεν υπάρχει κανενός είδους πνευματώδης συζήτηση, σημασία έχει μόνο η διάδραση με το περιεχόμενό τους. Ο Λουί παρουσιάζει το πρόβλημα κάνοντας τις ερωτήσεις με το γνωστό του μπλαζέ και ελαφρώς ερειστικό αλλά και ειλικρινές στιλ, με αποτέλεσμα τα υποκείμενα του να απαντούν ξεσκεπάζοντας μόνοι τους την «αλήθεια» τους. Δεν χρειάζεται να σχολιάσει αυτός κάτι, γιατί οι τυπάδες αποκαλύπτουν τόσο εύκολα τις αδυναμίες τους, που δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι είναι όντως στόκοι. Έρχονται και αντιπαρέρχονται στα ίδια τους τα επιχειρήματα και δεν ντρέπονται να παραδεχτούν, ότι δεν διαθέτουν καμιά ηθική πυξίδα, με μοναδικό σκοπό το ατομικό τους κέρδος.

Και μιλάμε για κέρδος. Παραδέχονται ανοιχτά πως το να υιοθετούν και να αναπαράγουν προκλητικό περιεχόμενο και ακραίες, αμφιλεγόμενες απόψεις τους φέρνουν αμέτρητες προβολές και clout (φήμη) που μεταφράζονται σε δολάρια στο λογαριασμό τους.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Netflix US (@netflix)

Κάπου εκεί αρχίζει και βαραίνει το πράγμα, γιατί δεν μένουμε μόνο στο «είμαι ακραιίλας για τα views». Πολλοί από αυτούς έχουν πιαστεί να λένε ξεκάθαρα ομοφοβικά, ρατσιστικά ή αντισημιτικά πράγματα. Χαίρω πολύ, ο πλέον πασίγνωστος Andrew Tate, που έχει κατηγορηθεί για μαστροπεία και οικονομικά εγκλήματα και έχει άμεσες σχέσεις με τους Τραμπ, είναι το είδωλο όλων αυτών των τύπων που ξεφύτρωσαν κάτω από τη σκιά του. Στο ντοκιμαντέρ υπάρχει και η στιγμή που ο Θερού στριμώχνει τον Sneako (κατά κόσμον Nicolas Kenn De Balinthazy) για όσα λέει για τους Εβραίους, και είναι από αυτές τις σκηνές που νιώθεις την αμηχανία και την ετεροντροπή να αναβλύζει από την οθόνη. Τέλος τους ρωτάει για τις οικογένειες που μεγάλωσαν. Οι περισσότεροι δεν είχαν υγιή πατρικά πρότυπα στην παιδική τους ηλικία. Τυχαίο;

Και κάπως εκεί κολλάει και αυτό που λέει ο ίδιος ο Θερού. Ότι δηλαδή δεν είναι κάτι στο οποίο «μπαίνουν κάποιοι άλλοι». Είμαστε ήδη μέσα. Όλοι. Ειδικά όταν βλέπεις πόσο εύκολα φτάνει αυτό το περιεχόμενο σε πιτσιρίκια, που το καταπίνουν αμάσητο σαν να είναι manual ζωής. Όταν φτάνουμε στο σημείο το ένα τρίτο των Gen Z ανδρών να θεωρεί λογικό μια γυναίκα να «υπακούει» στον άντρα της… ε, μάλλον δεν μιλάμε πια για περιθώριο (σύμφωνα με παγκόσμια μελέτη του King’s College London).

Βοήθεια…

Μια από τις πιο επιδραστικές κριτικές για το ντοκιμαντέρ ήταν αυτή του Guardian που αναρωτήθηκε γιατί ο Θερού δεν επικεντρώνεται περισσότερο στον αντίκτυπο που έχει η ανδρόσφαιρα στις γυναίκες. Συγκεκριμένα, υπάρχουν μερικά ολιγόλεπτα κλιπς από ειδήσεις και μαρτυρίες γυναικών που έχουν βιώσει τα αποτελέσματα της ανδρόσφαιρας στη συμπεριφορά αγοριών/ανδρών στην καθημερινότητα. Το πιο χαρακτηριστικό είναι εκείνο μιας δασκάλας όπου ο μικρός μαθητής της δεν της απηύθυνε το λόγο ούτε της απαντούσε. Το αγοράκι ήταν πεπεισμένο πως οι γυναίκες δεν αξίζουν το σεβασμό ή έστω την προσοχή του.

Τεχνικά, το ντοκιμαντέρ είναι άψογα γυρισμένο. Η ομάδα πίσω από τις κάμερες, είτε είναι βιντεολήπτες είτε είναι μοντέρ, είναι εμφανές πως έχουν τρομερή εμπειρία στο να καλύπτουν απρόβλεπτες συνθήκες. Ωστόσο το μοντάζ αποκαλύπτει κάτι πιο συγκεκριμένο για την ταινία. Επιχειρεί να κάνει σχόλιο σε αυτά που καταγράφει, αλλά είναι και αποστασιοποιημένο. Σαν να σου δείχνει τα πράγματα και να σου λέει «βγάλε άκρη μόνος σου».

Και ίσως εκεί είναι και η βασική του επιλογή. Ο Θερού δεν καταπιάνεται τόσο με το “πρόβλημα” ως έννοια, αλλά με τους ανθρώπους που το ενσαρκώνουν. Τους δίνει χρόνο, χώρο και αρκετό σχοινί για να κρεμαστούν μόνοι τους. Αν ήθελε να το αναλύσει σε βάθος, θα έπρεπε το ντοκιμαντέρ να κρατήσει ώρες. Αντί γι’ αυτό, επιλέγει κάτι πιο απλό και -μάλλον- πιο αποτελεσματικό. Πού και πού παρεμβαίνει ήρεμα αλλά ξεκάθαρα για να επισημάνει ότι κάτι είναι άδικο, παραπλανητικό ή απλά ανήθικο. Εδώ υπάρχει και μια ειρωνεία που δεν σχολιάζεται αρκετά, ότι αυτή η «σκληρή», κυρίαρχη αρρενωπότητα είναι στην πράξη βαθιά ιεραρχική. Άντρες που δηλώνουν alpha, αλλά ταυτόχρονα είναι πλήρως υποταγμένοι σε άλλους άντρες που θεωρούν πιο «άντρες» από τους ίδιους. Το έχουμε δει ξανά αυτό το έργο. Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που τους κρατάει δεν είναι μόνο τα λεφτά ή το clout. Είναι η αίσθηση ότι ανήκουν κάπου. Ότι κάποιος τους βλέπει. Και, όσο προβληματικό κι αν είναι, το μίσος λειτουργεί σαν κόλλα.

Αν αυτό το ντοκιμαντέρ καταφέρει έστω να κάνει μερικούς γονείς να ανησυχήσουν λίγο παραπάνω, να ρωτήσουν τι βλέπουν τα παιδιά τους και γιατί, τότε ίσως αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό που έχει να προσφέρει.

Σχετικά άρθρα