Η σειρά «The Bear» αν μπορούσε θα συνέχιζε για πάντα (θέλουμε δε θέλουμε)
Το φινάλε της αγωνιώδους γαστρονομικής τηλεοπτικής παραγωγής μοιάζει με ένα καλοδεχούμενο αλλά χλιαρό πιάτο.
Θυμάστε πριν από δύο χρόνια που το «The Bear» (Disney+) κέρδισε βραβείο Emmy καλύτερης κωμωδίας; Εάν ναι, θυμάστε επίσης πως δεν έχει καμία σχέση με την κωμωδία; Ο ταλαντούχος δημιουργός της σειράς Κρίστοφερ Στόρερ μπορεί να έχει διανύσει μια καριέρα βασισμένη στο χιούμορ («Ramy», «Bo Burnham: Make Happy»), ωστόσο, το «Bear» δεν κέρδισε τους τηλεθεατές με τα σπαρταριστά gags του, όσο με τη διαπεραστικά μεθυστική αγωνία που «σέρβιρε» σε κάθε επεισόδιο – των δύο πρώτων σεζόν τουλάχιστον. Επιπλέον, το σενάριο διέθετε μια καλοδεχούμενη φρεσκάδα και νευρώδη σκηνοθεσία στο hardcore τέμπο του «New Noise» των Refused, τη στιγμή που σύστηνε ένα γοητευτικά ελαττωματικό αντι-ήρωα στο πρόσωπο του σεφ Κάρμι (Τζέρεμι Άλεν Γουάιτ). Τα πράγματα ήταν απλά, πωρωτικά και τα διακυβεύματα ενός συνοικιακού εστιατορίου εφάμιλλα ενός υπαρξιακού αδιεξόδου ολκής. Στο μεταξύ, τώρα πια που έπεσε η αυλαία της πέμπτης και τελευταίας σεζόν, έφτασε η ώρα του λογαριασμού και η τελική τιμή μοιάζει περισσότερο τσιμπημένη, παρά δίκαιη.
Αγάπα ό,τι σε σκοτώνει
Όσα έκαναν άμεσα επιτυχημένο το «Bear» συμπυκνώνονται στην εξής συνταγή (pun intended). Σύντομη φόρμα, τα επεισόδια δε ξεπερνούν τα 30-40’, ένταση που σφυροκοπά, κοντράστ υψηλής γαστρονομίας – λαϊκότητας, καλογραμμένοι χαρακτήρες. Το κυριότερο, όμως, ήταν η με σπασμένα τα φρένα εμβάθυνση στο κόστος της ψυχολογικής κόπωσης όταν κάνεις αυτό που αγαπάς. Δηλαδή, στο πώς μπορεί να δείχνει η συναισθηματική αποξένωση όταν η εσωτερική πλήρωση ταυτίζεται με την επαγγελματική αναγνώριση και καταξίωση. Ο Γουάιτ ενσάρκωσε άψογα αυτή τη φθορά, ενώ ο Στόρερ φρόντισε να αναπτύσσει, παράλληλα, ένα διακριτικό σχολιασμό για τις κραυγαλέες αντιφάσεις του μοντέρνου καπιταλισμού. Μπορείς να φτιάξεις το σπουδαιότερο εστιατόριο του κόσμου, να πάρεις όλα τα αστέρια Μισελέν και να είσαι πάντα γεμάτος, αλλά και πάλι δε θα βγάζεις κέρδος. Το λέει και η Τσιζ (Έλσι Φίσερ) ξεκάθαρα: «Restaurants are a horrible business».
Βεβαίως, δεν είναι μόνο ο σεφ που διώκεται από τα αλύτρωτα βάσανά του. Βασικό καύσιμο του «Bear» αποτέλεσε ο θίασος των τραυματισμένων χαρακτήρων του, με έμφαση στα μέλη της οικογένειας Μπερζάτο, οι οποίοι έτσι διατηρούσαν σταθερά σημεία ταύτισης με το κοινό, όπως επίσης το δράμα προσγειωμένο σε ένα ανθρώπινο επίπεδο. Προοδευτικά, η αφήγηση στράφηκε εξ ολοκλήρου στα αδιέξοδα και τα απωθημένα των ηρώων, ροπή σαφώς δικαιολογημένη και ως ένα βαθμό υποβλητική, αφού συν τοις άλλοις με αυτόν τον τρόπο διογκωνόταν η κρισιμότητα των επιλογών τους στην κουζίνα. Βέβαια, η εν λόγω προσέγγιση αποδείχθηκε τροχοπέδη για τη σειρά, καθώς τα όποια τέλματα αφορούσαν τους πρωταγωνιστές ούτε εμπλουτίζονταν ούτε οδηγούνταν προς στοιχειωδώς ουσιαστικές δραματουργικές καταστάσεις.
Don’t get high on your own supply
Με άλλα λόγια, το «Bear» και πήρε εντελώς σοβαρά τον εαυτό του και ενστερνίστηκε μια αταίριαστη εσωστρέφεια, σε σημείο που να γίνεται σαφές πως ο Στόρερ και οι συνεργάτες του από ένα σημείο και μετά ενδιαφέρονταν να μείνουν όσο περισσότερο γίνεται στο σύμπαν της σειράς, παρά να σκαρφιστούν κάτι τηλεοπτικά θελκτικό. Ως προς αυτό είναι ενδεικτικό το πρώτο επεισόδιο της τρίτης σεζόν που δεν είχε καθόλου διαλόγους και έμοιαζε με αιθέριο βίντεο κλιπ, αφού το μοντάζ αποτελούταν αποκλειστικά από αναμνήσεις, φλασμπάκ και συνειρμούς του Κάρμι.
Παρομοίως εφετζίδικα, ο πέμπτος κύκλος υιοθετεί τη λογική του «The Pitt» και διαδραματίζεται ολόκληρος κατά τη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, του πρώτου που το μαγαζί ανοίγει ξανά μετά από το πλήρες ρετουσάρισμά του. Κατά την προσφιλή τακτική της σειράς, οι έτσι κι αλλιώς δυσθεώρητες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ομάδα των σεφ και υπαλλήλων πολλαπλασιάζονται, ενίοτε σε εκνευριστικό βαθμό (βλ. άφιξη μάνας – Τζέιμι Λι Κέρτις), πάντως σίγουρα με στιλ που θυμίζει το παλιό καλό «Bear». Είναι αρκετό; Όχι, διότι εννοείται πως πρέπει να δοθεί ένα τέλος στις σεναριακές εκκρεμότητες που αφορούν κάθε ήρωα ξεχωριστά, με αποτέλεσμα η φλυαρία να εκμηδενίζει την επίδραση του σασπένς. Το παράδοξο εδώ είναι άλλο, πως την παρτίδα σώζουν οι ερμηνείες της διανομής. Οι Άγιο Εντεμπίρι και Έμπον Μος-Μπάκρακ είναι σχεδόν συγκινητικοί κι ας μην κάνουν κάτι εξόφθαλμα εντυπωσιακό, φορτίζοντας διακριτικά τις σκηνές με την παρουσία τους και προδίδοντας έμμεσα εκείνο που, τελικά, θα κάνει αξιομνημόνευτο το «Bear». Είναι η μελαγχολική επίγνωση πως για το διάστημα που είμαστε εδώ, για να χορτάσουμε υπαρξιάκα πρέπει κιόλας να τα σκατώσουμε πανηγυρικά.
Διαβάστε περισσότερες κριτικές σειρών εδώ.
Διαβάστε επίσης