Τι συνέβη στον βασιλιά; 15 χρόνια μετά τον θάνατο του Έλβις, το ΚΛΙΚ έψαξε για απαντήσεις
© Photo by FilmPublicityArchive/United Archives via Getty Images

Τι συνέβη στον βασιλιά; 15 χρόνια μετά τον θάνατο του Έλβις, το ΚΛΙΚ έψαξε για απαντήσεις

Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Έλβις «εμφανίζεται» παντού, έγραφε το ΚΛΙΚ το 1989 και 37 χρόνια μετά δεν έχουν αλλάξει πολλά. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Οκτώβριος 1989, περίοδος 2η, τ.02

Κείμενο: Γιώργος Πανόπουλος

«ΕΛΒΙΣ» — περισσότερο trade mark, ή Esperanto, παρά πραγματικό όνομα. Απ’ την αρχή της καριέρας του σαν επαναστάτης, μέχρι το τέλος της, σαν εστεμμένος, ο Έλβις προκαλεί αντισυμβατικότητα στην αντιμετώπισή του. Αν, όμως, κάνετε ένα γκρο-πλάν στο πρόσωπό του, τότε που εμφανιζόταν στο Λας Βέγκας μέσα των ’70ς, τότε που εμφανιζόταν στο Λας Βέγκας σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο απ’ τα στρας, θα πρέπει να νιώσετε τη μοναδική αλήθεια: ο Έλβις τώρα πια ξέρει. Έχει μάθει ότι το αδιάκοπο κυνήγι της ευτυχίας είναι ο νόμος της αμερικανικής ζωής, το φάντασμα της ευτυχίας, είναι ο άγραφος νόμος του Αμερικάνικου Ονείρου. Ο Έλβις ήταν κάτι πιο συμπαθητικό από έναν επιβάτη του Αμερικάνικου Ονείρου. Ήταν ένας άντρας που ζούσε για τη μεγάλη αγάπη και χρησιμοποιούσε τη μαζική λατρεία σαν σπίτι του. Ξύπνησε με ένα τρομακτικό hangover.

HE’S GOT THE LOOK

Δεκαπέντε χρόνια μετά την ανάληψή του, η Βιομηχανία Έλβις έχει μεταμορφωθεί σε Ιατροδικαστική Εταιρία Έρευνας των αιτίων του θανάτου του. Στις 16 Αυγούστου 1977 ο βασιλεύς του ροκ-εν-ρολ πέθανε από συγκοπή καρδιάς. Ή μήπως από o.d.; Ή μήπως αυτοκτόνησε; Όπως με τον Κένεντυ και την Μαίριλυν, η ιατρική γνωμάτευση ήταν τόσο σαφής και απόλυτη, που μοιάζει απίστευτη. Η εμφάνισή του το ’54 στην Αμερική ήταν ένα πολιτιστικό Big Bang. Η προσωποποίηση της καλής και της κακής πλευράς της Χώρας των Ευκαιριών. Το ντροπαλό αγόρι των δεκαεννέα χρόνων, με αρκετή ευφυΐα ώστε να αφήσει τις ορμόνες του να εκρήγνυνται στη σκηνή, κουνώντας τους γοφούς του, πυροδότησε μια απ’ τις μεγαλύτερες πολιτιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, ανάλογη της δημιουργίας του Χόλλυγουντ και των διαφημιστικών της Coca-Cola ή του μίνι.

Κλείστε τα μάτια και σκεφθείτε τον Έλβις. Ποιος Έλβις σας έρχεται στο μυαλό; Ο νεαρός επαναστάτης με τα τεράστια μάτια, τα ίσια μαλλιά που φορούσε ροζ σπορ καμπαρντίνα και τεράστια παπούτσια; Ο Έλβις απ’ του Λας Βέγκας, με τα καυτά ένστικτα παγωμένα, τεράστιες φαρδιές ζώνες, τα κοσμήματα, με τα οποία έχουν γίνει το καβούκι ενός Μύθου σε αποθέωση.

Ο πρώτος Έλβις και το Ω του ροκ: εξέγερση και στυλ, ο δεύτερος είχε ταλέντο θεάματος. Ο ενήλικας Βασιλιάς έκανε one man show. Ο έφηβος Έλβις είχε τσαγανό και ζούσε την amour, ανήκοντας και τριγυρίζοντας πουθενά. Ό,τι έκανε, ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του, χωρίς να μουρ, ανήκει στο περιθώριο του κατεστημένου σαν αδιαφορία και απόρριψη. Από τα δύο αυτά πρόσωπα, τα δύο ακραία πρόσωπα του, οι δύο εικόνες έφτασαν του ροκ στα όριά του. Δεν είναι εύκολο να κλείσεις την πόρτα μιας απ’ τις δύο γκαρνταρόμπες του, γιατί και οι δύο περιέχουν ένστικτο και φαντασμαγορία.

Ο Έλβις στο ξεκίνημά του. Δεν αντιστέκεται στους λευκούς νόμους. Τραγουδάει και μαύρο και ντύσιμο στο Μέμφις σαν ένας απ’ τους μαύρους dandies που θαυμάζει στους δρόμους, με καλοραμμένα κοστούμια το Σαββατόβραδο. Το να ντύνεσαι elegant και ακριβώς αρωματισμένος για μουσική απ’ την εποχή του Ντιουκ Έλινγκτον. Παρ’ όλη την κομψότητά του, ο Έλβις διαπίστωσε και κάτι παρόμοιο: ποτέ δεν κάνεις σεξουαλικά υπονοούμενα μιας εμφάνισης. Ο νεαρός Έλβις έβγαλε το αξίωμα: τραγουδάς βρόμικα, αλλά πρέπει να μπορείς να χορεύεις και να ντύνεσαι clean.

Δεν είναι τυχαίο που γύρω στα ’70s ο Έλβις και ο Τζέιμς Μπράουν παρήγγελναν τα ρούχα που φορούσαν επί σκηνής στον Τόνι Ρόμπερτς, σχεδιαστή του Λος Άντζελες σταρ των showbiz. Περπάτησαν σ’ ένα χιλιοπατημένο μονοπάτι, που περνούσαν απ’ τη Μόδα στο show, κατ’ ανάγκην μονής κατευθύνσεως. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, οι «διάδοχοι» του Έλβις και του Τζέιμς Μπράουν αλλάζουν από τα δερμάτινα στο λαμέ και απ’ τα τζηνς στο βινύλ. Η Μαντόνα επιβιώνει επί δέκα και πλέον χρόνια, γιατί έχει την ευφυΐα να μη δηλώνει ποτέ αντιστάρ και γιατί πάντα ακολουθείται από έναν μακιγιέρ, που έχει doctorat στις μεταμορφώσεις, και είναι ο καλύτερος.

Ο Έλβις, δεκαπέντε χρόνια μετά, είναι ο πρώτος και ο τελευταίος τραγουδιστής που άλλαξε τον κόσμο. Μετά το θάνατό του το ’77, η καριέρα του έγινε σύμβολο μιας εποχής της Μεγάλης Σύγχυσης, δηλαδή κοκαΐνη στη θέση της διασκέδασης, cards στη θέση των ανθρώπων, καριέρες στη θέση των ανθρώπων, που τα media ονομάζουν διαδόχους οποιουδήποτε Σταρ, αγόρι και κορίτσια χωρίς κανένας τους να στεφθεί από τον κόσμο, που απλώς αφηνιάζει απ’ τη νοσταλγία.

Έτσι το σώμα, η φωνή, η ζωή του Έλβις ταριχεύτηκαν σε βιβλία, σε τηλεοπτικές βιογραφίες, σε ταινίες όπως το The Commitments και το Mystery Train του Τζιμ Τζάρμους. Το φάντασμα του Έλβις επανέρχεται σαν επίχρυσο πτώμα, που δίνει άφεση αμαρτιών. Ένα πτώμα που πρέπει να συληθεί.

Ένα αμερικανικό περιοδικό έβαλε στο εξώφυλλό του, σε τεράστιους τίτλους: «Ο Έλβις ήταν λεσβία». Η σκανδαλώδης ιστορία συνοδευόταν από μια τηλεφωνική κασέτα που κυκλοφορούσε και στην οποία μια γυναίκα υποκρινόταν ότι έκανε έρωτα με τον Βασιλιά.

Και, τέλος, η ιδιοφυής ιδέα της Βιομηχανίας Πρίσλεϊ, τα «Presley-burgers»: η Βιομηχανία, ως νεκρόφιλος/κανίβαλος, έτρωγε το σώμα του Βασιλιά.

Με το θάνατό του, οι θαυμαστές των φαντασιώσεών του μπόρεσαν να απελευθερώσουν όσα δεν τολμούσαν όσο ήταν ζωντανός. Ένα όργιο αντιφάσεων, ερμηνειών, μεταφορών, παραδόξων, μια ολόκληρη αμερικάνικη κουλτούρα, μια μεταφορά ολόκληρης της Αμερικής.

Ο Έλβις, που από το ’55 άρχισε να προσφωνείται king, αντιμετωπιζόταν με θρησκευτική αναλογία. Η αναλογία του με τον Χριστό ήταν πολύ κοντά και το τέλος του ήταν αφορμή τέτοιου είδους παραλληλισμοί να γίνουν περισσότερο σαφείς — οι θαυμαστές του έφτασαν να μιλάνε για Δευτέρα Παρουσία.

Ήρθε στη Γη με κάποια αποστολή; Ίσως να είναι μια ιδέα που καλλιεργήθηκε γιατί, αν ο Έλβις δεν είχε γεννηθεί ποτέ, ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός. Ασφαλώς το rhythm and blues θα είχε επηρεάσει έτσι κι αλλιώς τη λευκή κουλτούρα των ’50s, αλλά αν είχε εκπροσωπηθεί από κάποιους σαν τον Τζέρι Λι Λιούις κι όχι από τον Έλβις, που διέθετε φυσικά / αισθηματικά / πολιτιστικά προσόντα, που του επέτρεψαν να γίνει σύμβολο εκατομμυρίων ανθρώπων, τότε τα πράγματα θα ήταν πάρα πολύ διαφορετικά.

Αν δεν υπήρχε Έλβις, θα ‘πρεπε να εφευρεθεί, αλλά θα μπορούσε να υπάρξει άλλος Έλβις; Μα φυσικά υπήρξαν κι άλλοι Έλβις, όπως ο Λόρδος Μπάιρον. Όσο για τον επόμενο Έλβις της ποπ κουλτούρας, δεν έχει καμιά σημασία να τον ψάξουμε. Ο κόσμος θέλει, χρειάζεται, αλλά κυρίως ξέρει να αναγνωρίζει αυτούς που θα του δημιουργήσουν δέος για να αρχίσει το παιχνίδι.

Αν το κοινό, μαζί με την αποθέωση, ετοιμάζει την αρένα που θα τον εξοντώσει, είναι η άλλη πλευρά του θριάμβου. Ο Έλβις κάηκε, γιατί ήξερε τους κανόνες. Η σκηνή δεν υπήρχε πριν ανέβει αυτός πάνω της και η έξοδός του απ’ αυτή έπρεπε να είναι μοναδική.

Το μοιραίο o.d., που έγινε το one way εισιτήριό του για τον Παράδεισο, το αποτελούσαν οι εξής ουσίες — σκεφθείτε, επιπλέον, ότι τις πήρε μόνο σ’ αυτό το τελευταίο εικοσιτετράωρο:

κωδεΐνη (δέκα φορές πάνω από τη θανατηφόρα δόση) metaqualone (Qualude — πάνω από τα τοξικά επίπεδα) διαζεπίνες (Valium) ethinamate (Valmid) etchlorvynol (Placidyl) αμοβαρβιτουρικό (Amytal) πεντοβαρβιτάλη (Nembutal) πεντοβαρβιτάλη (Carbrital) meperidine (Demerol) Sinutab (για την πέψη) και μορφίνη.

Μια ποσότητα ικανή να τινάξει στον αέρα ολόκληρο το Μέμφις.

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ-ΝΤΕΚΟΡ

Στο διάστημα ’56 με ’69, ο Έλβις, ο μεγαλύτερος ροκ εντ ρολ σταρ όλων των εποχών, στον ελεύθερο χρόνο του έπαιξε σε 31 απ’ τις χειρότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου (έξαίρεση), χωρίς να υπολογίσουμε δύο εξαιρετικά πληκτικά σέρια, που γύρισε σε φιλμ. Σ’ αυτές ερχόμαστε tête à tête με έργα το λιγότερο φρικτά. Ο Έλβις σαν οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων, ο Έλβις σαν δάσκαλος θαλάσσιου σκι, ο Έλβις σαν αισθηματίας γιατρός, σε μια κλινική του γκέτο, ο Έλβις στο διπλό ρόλο του αξιωματικού και του επαρχιώτη εξαδέλφου του.

Εκείνο όμως που είναι εντυπωσιακό σ’ αυτές τις απαράδεκτες ταινίες είναι το γεγονός ότι έβγαλαν πολλά, πάρα πολλά χρήματα. Κανείς απ’ τους σημερινούς «σταρ», όπως η Μαντόνα, ο Στινγκ, ο Μπόουι, ο Τζάγκερ, ο Πρινς, δεν θα δει ποτέ στη ζωή του τις κακές ταινίες που πρωταγωνιστούν να έχουν επιτυχία. Ούτε καν τα εγγόνια τους δεν θα τις κάνουν επιτυχημένες ονομάζοντάς τες καλτ. Συνεχίζουν, επειδή είναι αρκετά νέοι, αρκετά πλούσιοι, πολύ διάσημοι και θεωρούν καθήκον τους να γυρίζουν κακές ταινίες, μέχρι κάποιος να τους ουρλιάξει «STOP!».

Κανείς τους δεν έχει τη δύναμη του Βασιλιά να επιβάλλει στους φαν του τις κακές ταινίες του. Όλοι μπορούν να γυρίσουν 31 ταινίες που φέρνουν λεφτά, αλλά κανείς δεν μπορεί να γυρίσει 31 φρικτές ταινίες που έσπασαν τα ταμεία. Στην περίπτωση του Έλβις τα παραισθησιογόνα και οι κριτικοί, που κατηγορούσαν τον στρατηγό Πάρκερ για κακές συμβουλές, του έδιναν το θράσος να συνεχίσει.

Να συγκρίνουμε τον βασιλιά μ’ έναν άλλο ευγενή; Μ’ έναν Πρίγκιπα; Οι ταινίες του Πρινς είναι τόσο καλλιτεχνικά ηλίθιες, που κάνουν τις ταινίες του Πρίσλεϊ να φαίνονται σαν Παζολίνι. Η σύγκριση γίνεται γιατί υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ τους: και οι δύο υπέφεραν απ’ την πρώιμη μουσική τους έκρηξη, παράγοντας τις καλύτερες δουλειές τους όταν ήταν πολύ νέοι. Και οι δύο φόρεσαν θεόστενα παντελόνια. Και των δύο οι αγαπημένες πόλεις αρχίζουν από Μ (Μέμφις-Μινεάπολις).

Παρ’ όλο που ο Πρινς θα είναι γύρω μας για πολύ καιρό ακόμα, τόσο ώστε να κάνει τον αριθμό των κακών φιλμ του Έλβις, ανήκει ήδη στη «συνομοταξία» του Έλβις, έχοντας παίξει και σκηνοθετήσει τρεις απ’ τις πιο αδιάλλακτα ανόητες ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ, φιλμ που ακόμα και ο Βασιλιάς θα αισθανόταν αμηχανία βλέποντάς τες. Όπως και ο Έλβις, ο Πρίγκιπας τις έκανε υπερφιλόδοξες και, σαν τον Έλβις, τις έκανε να μη βλέπονται. Η μοναδική ερώτηση είναι: «Μπορεί να τις κάνει μεγαλοπρεπώς ανύπαρκτες και χρυσωρυχεία;».

Πέρα απ’ τις πρώιμες, «δραματικές» του ταινίες, τα φιλμ του Έλβις Πρίσλεϊ ήταν γεμάτα από κορίτσια-κορίτσια-κορίτσια. Σαν σπίτι, που έχει μοκέτα από τοίχο σε τοίχο, οι ταινίες του Έλβις ήταν γεμάτες, σε κάθε ίντσα τους, με γκλάμουρ. Ολόκληρο το ντεκόρ αποτελείται από κορίτσια που φορούν μπικίνι, σορτς, στενά μίνι φούστες, οτιδήποτε μπορούσε να τονίσει τις καμπύλες τους. Δακτυλιδένιες μέσες, σφριγηλοί πισινοί, πλούσια στήθη, προκλητικό βάδισμα και σώματα στην αποθέωση της νεότητάς τους, ήταν τα στοιχειώδη προσόντα που έπρεπε να έχουν τα κορίτσια για να πάρουν το ρόλο και να αναγορευτούν αυτόματα σε Βασίλισσες Της Ομορφιάς, στην παρέλαση των στάρλετ.

Πολλές απ’ τις γοητευτικές τήνέιτζερ της εποχής έκαναν το ντεμπούτο τους στις ταινίες του Έλβις για να γίνουν μετά το τέλος των γυρισμάτων οι Τήνέιτζερ που Ξεχάστηκαν. Ήταν τόσα πολλά τα κορίτσια που κυκλοφορούσαν στις ταινίες του, ώστε στην πλειοψηφία τους δεν είχαν καν ονόματα στα credits του φιλμ, αλλά αναφέρονταν με γενικούς τίτλους, όπως «Showgirls» ή «Σύλλογος Φοιτητριών».

Μην ξεχνάμε ότι στο Χόλλυγουντ είχε δημιουργήσει η Μέθοδος με τον Μάρλον Μπράντο, κατά την οποία οι σταρ μεταβλήθηκαν σε «αντιστάρ ηθοποιούς» και οι γυναίκες από Λαμπερά Θηλυκά, σε ανώνυμα σεξ αντικείμενα. Δεν είναι τυχαία η άρνηση της σούπερ σταρ του Χόλλυγουντ, Μέι Γουέστ, να παίξει σε ταινία του Πρίσλεϊ, όταν της αρνήθηκαν να γράψει μόνη της τις αιχμηρές, δεύτερης ανάγνωσης, ατάκες της.

Η Ράκελ Γουέλς, όμως, ξεκίνησε απ’ τις ταινίες του King σαν ένα απ’ τα τέσσερα κορίτσια, που ονομάζονταν στους τίτλους σαν «Κολλεγιοκόριτσο», «2η Γκαρσόνα», «Το Κορίτσι του 1ου Κιθαρίστα», «Μοντέλο Αρώματος», «3η Γυναίκα», «5η Γραμματέας» ή «Μασέζ». Ή να υποδυθεί μια γοητευτική «ώριμη» γυναίκα, (μερικές απ’ αυτές έναν χρόνο μεγαλύτερές του), που θα φλέρταρε τον Έλβις, ο οποίος στο τέλος κατέληγε στην αγκαλιά μιας πολύ νεότερής του.

Βεβαίως στις ταινίες του υπήρχε και το κλασικό ερωτικό τρίο, με ένα απ’ τα κορίτσια να είναι «εύκολο» στο σεξ και το άλλο να είναι το καλό κορίτσι από σπίτι. Μαντέψτε ποιο διάλεγαν στο τέλος. Φυσικά και υπήρχαν σχετικά ειδύλλια και εκτός πλατό.

Όπως με την Τζούλιετ Πρόουζ — Λίλι στο G.I. Blues, με την οποία έβγαινε μέχρι η Τζούλιετ να προτιμήσει κάποιον που εκτός από φωνή και λουκ διέθετε και πιστόλι — τον Φρανκ Σινάτρα.

Στο Fun in Acapulco ο Έλβις είχε την τύχη να έχει ένα σούπερ κορίτσι για συμπρωταγωνίστρια, μια ξανθιά σούπερ γυναίκα, που μόλις είχε κόψει την ανάσα του αρσενικού κοινού, βγαίνοντας με μπικίνι απ’ τη θάλασσα κι έτοιμη να σκοτώσει στο Δόκτωρ Νο. Η Ούρσουλα Άντρες εμφανίστηκε στην πρώτη της αμερικάνικη ταινία και φυσικά δημιουργήθηκε στην πρώτη της με τον Έλβις το τέλειο ζευγάρι: The Beauty And The Beast. Τον παράτησε, όταν ανακάλυψε κάποιον άλλο, που χρειαζόταν επίσης μαμά: τον Τζίμι Ντην.

Στο Viva Las Vegas εμφανίστηκε η πιο δημοφιλής συμπρωταγωνίστρια του Έλβις, η θηλυκή γκάφα — Ανν Μάργκαρετ. Αν δεν έκανε τη σχέση της με τον Έλβις στις εφημερίδες, θα είχαν ασφαλώς παντρευτεί. Καλύτερα όχι! Η Ανν Μάργκαρετ δεν ήταν Πρισίλα κι εξάλλου είχε δικό της επώνυμο.

Girls-Girls-Girls. Όλα τα κορίτσια παρέλασαν με σαχλούς ρόλους, απαιτητική γκαρνταρόμπα, σε εξωτικά μέρη, μόνο και μόνο για μια ευκαιρία να εμφανιστούν δίπλα στο Βασιλιά, που γύριζε τεράστια βίντεο κλιπ για τα νέα του τραγούδια. Ταινίες που έγιναν ξετσίπωτα για την προβολή του και ήταν ανοιχτές ερωτικές επιστολές στους φαν του.

ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ;

Τον Αύγουστο του ’89, το άρθρο ενός βρετανικού ταμπλόιντ ανακοινώνει ότι ο Έλβις αυτοκτόνησε. Πηγή της εκδοχής αυτής ήταν ο νεαρότερος απ’ τα τρία ετεροθαλή αδέλφια του, που όλοι τους δούλευαν γι’ αυτόν απ’ το ’71, teenagers ακόμα. Ο Ντέιβιντ και ο αδελφός του Ρικ, μαζί μ’ έναν ακόμα τέως σωματοφύλακά του, ήταν αυτοί κυρίως που βοηθούσαν το Βασιλιά την εποχή της Μεγάλης Πτώσης του, αποκαλώντας μάλιστα εμφατικά τους εαυτούς τους LIFERS. Όχι μόνο οπλοφορούσαν για την προστασία του, αλλά κυριολεκτικά φύλακες-άγγελοί του, προσέχοντάς τον την ώρα του ύπνου του, αλλάζοντας βάρδιες στο υπνοδωμάτιό του, χωρίς να τον αφήνουν στιγμή μόνο και βλέποντας το αφεντικό κάθε μέρα όλο και να καταρρέει.

Όταν πήρε όλα αυτά τα «φάρμακα», τη μοιραία 16η Αυγούστου, ο Έλβις ήξερε τι έκανε. Ήταν απ’ τους λίγους ανθρώπους που ήξεραν τι σημαίνει η ανάμιξη βαρβιτουρικών και ηρεμιστικών, τι σημαίνει κοδείνη σε δόση δέκα φορές περισσότερη της θανατηφόρας. Το αγαπημένο του βιβλίο, εκτός απ’ τη Βίβλο, ήταν το Physicians Desk Reference – ένα επιστημονικό εγχειρίδιο εμπλουτισμένο με έγχρωμες φωτογραφίες με χάπια, κάψουλες και ταμπλέτες και ακριβείς πληροφορίες για τη δράση τους, τη χρήση τους, τις παρενέργειές τους. Ο Έλβις τα είχε αποστηθίσει, παρ’ όλο που οι δόσεις που έπαιρνε ξεπερνούσαν τα όρια κινδύνου. Η πιθανότητα να αυτοκτονήσει τη στιγμή του θανάτου του. Ο Έλβις ίσως και από τη χρόνια κατάχρηση πήρε την υπερβολική δόση ελάχιστες ώρες πριν απ’ την προγραμματισμένη του περιοδεία σε δέκα πόλεις, που ξεκινούσε λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου «Έλβις Συνέβη» και βασιζόταν στις συνεντεύξεις τριών πρώην σωματοφυλάκων του, που τον περιέγραφαν σαν ναρκομανή, sex freak και εξαιρετικά εκκεντρικό, αφού ο αγαπημένος τόπος για περισυλλογή ήταν πάνω απ’ τα πτώματα ενός νεκροτομείου, το οποίο επισκεπτόταν συχνά.

Πώς θα αντιδρούσαν οι φαν του σ’ αυτές τις αποκαλύψεις; Μήπως, βλέποντάς τον πάνω στη σκηνή, σκέφτονταν: «Τώρα είναι υπό την επήρεια;», «Γι’ αυτό έχει παχύνει τόσο πολύ;». Ο Έλβις αισθανόταν την εικόνα του να θρυμματίζεται. Παρ’ όλα αυτά, τα o.d. ήταν συχνά και το τελευταίο βρίσκεται έγινε χωρίς πρόθεση, μόνο που είχε την ατυχία να μην έχει κανείς δίπλα του. Όμως ο Άλμπερτ Γκούντμαν, στο βιβλίο του «Έλβις: Οι τελευταίες 24 ώρες του», βρίσκει μια τέτοια υπόθεση λανθασμένη. Τα κυριότερα o.d. δεν ήταν παρά αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας και οι τελευταίοι μήνες της ζωής του υπήρξαν ένας εφιάλτης, που η μόνη έξοδος απ’ αυτόν ήταν ο θάνατος.

Η μηχανή που οδηγούσε τον Έλβις στην καταστροφή ήταν η αδυναμία του στα ναρκωτικά με συνταγή γιατρού. Αλλά πριν ο προσωπικός του γιατρός, Τζωρτζ Νικολόπουλος, περάσει από δίκη, το ’81, κατηγορούμενος για κατάχρηση συνταγών, με φάρμακα-ναρκωτικά στον Έλβις, κανείς δεν είχε ιδέα για το πόσο πολλά κατανάλωνε ο πελάτης του. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2½ χρόνων, ο Έλβις απέκτησε απ’ τον προσωπικό του γιατρό περισσότερες από 19 χιλιάδες δόσεις ναρκωτικών, αντικαταθλιπτικών, διεγερτικών, ένας αριθμός σχετικός, αφού ο Βασιλιάς είχε στη διάθεσή του κι άλλους γιατρούς, οδοντιάτρους και φαρμακοποιούς, που γνώριζε από άκρη σε άκρη της Αμερικής και ειδικότερα στο Μέμφις, το Λας Βέγκας και τη Χαβάη. Όποτε μια πηγή στέρευε, έπαιρνε το αεροπλάνο του και πετούσε σ’ άλλη πόλη, όπου τον προμήθευαν με νέες ποσότητες.

Η μέρα του Έλβις ήταν νύχτα. Στις 4 το απόγευμα ήταν διαυγής, με διαλείμματα. Τώρα, φορώντας τις νάιλον πιτζάμες του, γερμένος στο τεράστιο κρεβάτι, ζητούσε από κάποιον που είχε βάρδια του να κάνει το καθήκον: «Δώσε μου την πρώτη δόση». Αυτός που ήταν κοντά του άνοιγε τον πρώτο κίτρινο φάκελο, που περιείχε 11 διαφορετικά είδη χαπιών, και τρεις σύριγγες γεμάτες demerol. Ο Έλβις άπλωνε την παλάμη του, περιμένοντας να του τη γεμίσει με τα πολύχρωμα χάπια. Τα έπαιρνε ένα ένα, μ’ ένα ποτήρι νερό. Ύστερα σηκωνόταν όρθιος, έβγαζε την πιτζάμα του και δεχόταν την ένεση στα «μαλακά», που ο κύκλος του ονόμαζε «καρφίτσες». Μερικές φορές ο Έλβις ονόμαζε «μαξιλαράκια γεμάτα καρφίτσες» τις ενέσεις. Είχε ο βοηθός, αφού του έδιωχνε, αφήσει ως διασκέδαση τα χάπια και τις σύριγγες, για να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος.

Τα χάπια ήταν βαρβιτουρικά, που είναι, ευθέως, χαλαρωτικά, τα οποία έπαιρνε μαζί με βαρβιτουρικά, σημειωτέον, εθιστικά και η δραστικότητά τους αυξάνει στη συχνή χρήση, αναγκάζοντας αυτόν που τα παίρνει να αυξάνει τη δόση τους. Η αύξησή τους είναι επικίνδυνη, γιατί σημαίνει ότι ο Έλβις συσσωρεύει τα φάρμακα στον οργανισμό. Αυτό σημαίνει ότι η ανεκτικότητά του σ’ αυτά αυξάνει. Είχε γίνει ζωντανή φαρμακαποθήκη. Ο δρ. Γουέισμαν, ο παθολόγος που συνέταξε την έκθεση μετά τη νεκροψία, κατέθεσε ότι ποτέ δεν είδε περισσότερα ναρκωτικά συγκεντρωμένα σ’ ένα σώμα.

Αφού ο Έλβις έπαιρνε την πρώτη του δόση, ήταν έτοιμος, στις τέσσερις και μισή, να γευματίσει. Στην κουζίνα, που λειτουργούσε επί έξι με επτά εικοσιτετράωρα, έτρωγε τρία τεράστια cheeseburgers και banana splits. Με όλα αυτά τα χάπια να ενεργούν, ο Έλβις προλάβαινε να φάει, ή με γεμάτο το στόμα κινδύνευε να πνιγεί; Πολλές φορές οι άνθρωποί του τον έσωσαν από πνιγμό.

Όταν ο Βασιλιάς αισθανόταν ότι έπεφτε σε λήθαργο, κάποιος τον πήγαινε πίσω στο υπνοδωμάτιό του, για να δει τηλεόραση. Ύστερα από τέσσερις ώρες ο Έλβις άρχιζε να ξυπνάει. Παρ’ όλο που δεν μπορούσε να μιλήσει, βρισκόμενος υπό την επήρεια των ναρκωτικών, μπορούσε ο Έλβις να καταλάβει ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα. Με τεράστια δυσκολία, ο φύλακάς του σήκωνε τον Έλβις των 190 κιλών, για να τον μεταφέρει στην τουαλέτα. Ξαπλωμένος ανάσκελα, ο Έλβις τραβούσε το πουκάμισό του. Ήταν η ένδειξη για τη δεύτερη δόση. Άλλος κίτρινος φάκελος (με το σήμα «second attack») εμφανιζόταν, αλλά αυτή τη φορά η προσπάθεια του βοηθού του να κατευθύνει τα χάπια στο στόμα του Έλβις ήταν δύσκολη. Έπρεπε να βάλει ένα-ένα τα χάπια στο στόμα του και να τον βοηθήσει να καταπιεί το νερό χωρίς να πνιγεί. Αυτή κοιμόταν πάλι αμέσως.

Στις 10 το βράδυ έπαιρνε την τρίτη δόση. Έτσι, η τελευταία δόση θα τον κρατούσε μέχρι το επόμενο απόγευμα, οπότε θα χρειαζόταν άλλο είδος «φαρμάκων». Ο Έλβις έπαιρνε απ’ το κομοδίνο μια χούφτα Dexedrines, για να πάρει μπρος η καρδιά του, και αμέσως μετά, αφού βούταγε μπαμπάκια σε υγροποιημένη κοκαΐνη, τα έφερνε στα ρουθούνια του.

Όταν ρωτήθηκε ο Ντέιβιντ Στάνλεϊ, ο νεαρότερος ετεροθαλής αδελφός του, τι θα μπορούσε να δικαιολογεί μια τέτοια τερατώδη καθημερινή ρουτίνα, απάντησε με μια φράση που είχε πει ο ίδιος ο Έλβις: «Καλύτερα να είμαι φυτό, παρά μίζερος».

Μετά το θρίαμβο των πρώτων χρόνων, όλη η υπόλοιπη ζωή του από αποτυχίες, κακές περιόδους, διαψεύσεις, που τον οδήγησαν σιγά-σιγά στην απελπισία. Η μεγαλύτερη φιλοδοξία του ήταν να γίνει σοβαρός ηθοποιός, όπως ο Μπιγκ Κρόσμπι και ο Φρανκ Σινάτρα. Κάτω όμως απ’ την τυραννική, ιδιοτελή υπηρεσία του μάνατζέρ του, του στρατηγού Τομ Πάρκερ, ενός ανήθικου, άπληστου ανθρώπου, που επιβάρυνε τον Έλβις με τεράστια ποσά, τζογάριζε στα πιο απίθανα παιχνίδια – τα όνειρά του έγιναν στάχτη. Ο Πάρκερ έπαιρνε το μεγαλύτερο κομμάτι απ’ την πίτα του Έλβις, που εξοφλούσε τις ψευδαισθήσεις του με τεράστια ποσά για άθλια φιλμς.

Η φήμη του σαν ροκ σταρ είχε πάρει την κατιούσα και κατακτητική του ορμή σε άλλες σκηνές εκτός ΗΠΑ είχε μειωθεί απελπιστικά. Ο Έλβις μετρούσε τις προγραμματισμένες παραστάσεις σε κλαμπ και κονσέρτα – έφταναν τις 150 εμφανίσεις το χρόνο – και τις αισθανόταν σαν μαρτύριο. Στο μεταξύ, ο Νικολόπουλος, που είχε αναλάβει και μεγαλύτερο κομμάτι απ’ την πίτα του Έλβις, καθώς και ο Πάρκερ, κρατούσαν για τον εαυτό τους τα οικονομικά προβλήματα των τελευταίων ημερών του, που οφείλονταν στις επενδύσεις. Εάν ο Έλβις ζούσε έναν ακόμα χρόνο, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τη χρεοκοπία.

Αυτό που έσπασε το ηθικό του ήταν η κατάρρευση της ιδιωτικής του ζωής. Ο Βασιλιάς χρησιμοποιούσε τις γυναίκες με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιούσε τα ναρκωτικά για να απαλύνει τις αγωνίες του, όπως τα τριαντάχρονα όμορφα, νέα κορίτσια, που άφηναν στα χέρια του, στο Λος Άντζελες, το Λας Βέγκας και το Μέμφις, θέλοντας να τον ευχαριστήσουν. Αλλά, στα τελευταία χρόνια, ο θρυλικός εραστής κατάντησε ανίκανος. Ο Έλβις βρέθηκε στην πιο ταπεινωτική θέση για έναν μάτσο άντρα: ο μαρασμός του ήταν εμφανής στη σχέση του με την εικοσάχρονη Τζίντζερ Άλντεν, την αισθησιακή γυναίκα που σχεδίαζε να παντρευτεί.

Ο Έλβις έπεσε με τα μούτρα σ’ αυτή τη σχέση και της έκανε πρόταση γάμου, πέφτοντας στα γόνατα, μ’ ένα δαχτυλίδι 11 καρατίων. Η Τζίντζερ, σαν συνεπές material girl, κράτησε το δαχτυλίδι και αρνήθηκε να τον ακολουθεί, όπου πήγαινε. Συχνά ο Έλβις, σ’ άσχημη κατάσταση απ’ τα ναρκωτικά, πήγαινε να περάσει το βράδυ του στο σπίτι της. Δεν μπορούσε να ξεπεράσει το ρομαντικό του όνειρο να παντρευτεί το «τέλειο κορίτσι» και να διώξει το φάντασμα της Πρισίλα.

Παρ’ όλα αυτά, στην προσπάθεια να παρηγορηθεί, ξέθαβε παλιές γνωριμίες, για να του κάνουν συντροφιά τα απογεύματα, ή οι βοηθοί του του έφερναν μια όμορφη Μέμφις, συνήθως μελαχρινή και με εξωτικό λουκ – ένας συνδυασμός που άρεσε στο Βασιλιά. Η τελευταία μελαχρινή καλλονή στη ζωή του, Αλίσια Γκέρσουιν, τον παράτησε τρομοκρατημένη απ’ την κατάχρηση των ναρκωτικών, σε μια πτήση που τον είδε να κάνει λόγο συνοδεύοντάς το Λας Βέγκας.

Η πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας, ή αθέλητη υπερβολική δόση (ανάλογα με την οπτική), είχε γίνει το ’67, λίγο πριν το γάμο του με την Πρισίλα, τον οποίο είχε σοβαρές αντιρρήσεις και προσπαθούσε να αναβάλει. Ήταν ο στρατηγός Πάρκερ που τον προειδοποίησε δημοσίως πως, αν παρατούσε την Πρισίλα, κινδύνευε να εκτεθεί αν κάποιος τον κατήγγειλε ότι συζούσε με μια ανήλικη (η Πρισίλα ήταν μόλις 14 όταν πρωτοσυναντήθηκαν). Ο Έλβις, πιεσμένος, κατάπιε μια ντουζίνα βαρβιτουρικά και βρέθηκε αναίσθητος στο δωμάτιό του – μια σκηνή που θα επαναληφθεί και που προαναγγέλλει την αυλαία, δέκα χρόνια αργότερα.

Ο γάμος του με την Πρισίλα αποτελεί μια πορεία αποσύνθεσης, γράφει το Suspicious Minds, ένα υπέροχο τραγούδι με παρανοϊκή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Γίνεται το πιο επιτυχημένο σινγκλ του ’62. Ταυτόχρονα, ενώ το φεστιβάλ του Γούντστοκ συγκεντρώνει 500 χιλιάδες χίπις, ο Βασιλιάς ξεκινάει θριαμβευτικά την πρώτη του σαιζόν στο Λας Βέγκας, με δύο σόου κάθε βράδυ.

Μετά το διαζύγιό του, το Φεβρουάριο ’72, τραγουδά δυο τραγούδια ανοιχτές ερωτικές επιστολές στην Πρισίλα, Separate Ways και Always On My Mind. Δείχνουν έναν άντρα μετανιωμένο πριν απ’ την ολοκληρωτική κάθοδο στη χημική κόλαση. Είναι η τελευταία δημιουργική έκλαμψη του Έλβις, αφιερωμένη στις ραγισμένες καρδιές.

ΕΛΒΙΣ: ΑΠΟ ΔΩ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του, ο Έλβις σκεπτόταν με τρόμο τον θάνατο. Ακόμα και οι επισκέψεις της επτάχρονης κόρης του, Λίζα Μαρί, στην Graceland του δημιουργούσαν άγχος – «Λυπάμαι που δεν υπήρξα καλός πατέρας» – που προσπαθούσε να ξεπεράσει κατακλύζοντάς την με πανάκριβα παιχνίδια. Η κυκλοφορία του βιβλίου των τριών πρώην σωματοφυλάκων του και η αντίδραση του κοινού στην περιοδεία του τον έκαναν πολλές φορές να πει «Η ζωή μου τέλειωσε» και δήλωνε ότι ποτέ δεν επρόκειτο να εμφανιστεί ξανά ζωντανός. Ο στρατηγός Πάρκερ τον περίμενε στον πρώτο σταθμό της περιοδείας του, στο Πόρτλαντ, όταν έμαθε τον θάνατό του.

Την τελευταία βραδιά, ο Βασιλιάς άφησε το σπίτι του Graceland για να επισκεφθεί τον οδοντογιατρό του («Ο Έλβις είχε περισσότερους πονόδοντους απ’ όσους ολόκληρο το ανθρώπινο γένος», του είπε ο ετεροθαλής αδελφός του, Ντέιβιντ). Ίσως, λένε, αυτός να ήταν ο λόγος που, όταν ξημέρωνε 16 Αυγούστου ’77, ο Έλβις αποτραβήχτηκε με την Τζίντζερ στο δωμάτιό του. Λίγο αργότερα παράγγειλε στον Ρικ μερικά χάπια Dilaudid απ’ το φαρμακείο (2 1/2 φορές ισχυρότερα από την ηρωίνη), που του είχε γράψει ο Δόκτωρ Νικολόπουλος την προηγούμενη νύχτα.

Όταν γύρισε, έδωσε στον Έλβις την πρώτη δόση του («the first attack»). Ο Ρικ είπε αργότερα ότι βρήκε μόνο τον Έλβις στο δωμάτιό του να διαβάζει το βιβλίο των τέως σωματοφυλάκων του σε υστερική κατάσταση. Ο Έλβις δεν ήταν σε κατάσταση να πάρει την πρώτη του δόση. Έτσι, άφησε τον φάκελο κι έφυγε. Όταν γύρισε στις οκτώ το πρωί, φέρνοντας τη δεύτερη δόση («the second attack»), τον βρήκε μαζί με την Τζίντζερ ακόμα ξύπνιο. Άφησε μια χούφτα Demerol στο δωμάτιο και έφυγε. Όταν κατέβηκε, πήρε κι έτσι, όταν ήταν να του ανεβάσει την τρίτη δόση, δεν ήταν σε θέση να κάνει το καθήκον του. Τον τρίτο φάκελο ανέβασε η υπηρέτρια του σπιτιού στις 9 το πρωί. Έτσι εξηγείται το ότι ο Έλβις ήταν ακόμα ξύπνιος. Δεν είχε ανοίξει κανέναν φάκελο.

Ο Έλβις είχε τρεις φακέλους που περιείχαν 11 χάπια, μαζί με τρεις σύριγγες κι επιπλέον την κοδεΐνη. Στις 9:30 η Τζίντζερ ξύπνησε, την ώρα που ο Έλβις διάβαζε ένα βιβλίο για την Ιερά Σινδόνη, το σάβανο που τύλιξε το νεκρό σώμα του Χριστού. «Γλυκιά μου, θα διαβάσω για λίγο ακόμα», της είπε. «Ναι, αλλά μην ξαγρυπνήσεις».

Στις 2:30 το απόγευμα, ώρα που ξύπνησε η Τζίντζερ και πήγε να δει τον Έλβις, τον βρήκε πεσμένο στο μπάνιο του. Αδύνατον να τον συνεφέρει. Οι βοηθοί και τα μέλη της οικογένειάς του έτρεξαν αμέσως, μόλις άκουσαν τις φωνές της. Ο Ντέιβιντ έφτασε πρώτος και παρατήρησε τους τρεις άδειους φακέλους στο πάτωμα, τρεις άδειες σύριγγες και έξι πεταμένα χάπια. Ο Έλβις, αντί για τις προγραμματισμένες δόσεις, είχε πάρει όλες μαζί με μια επιπλέον δόση κοδεΐνης. Ο Έλβις είχε αυτοκτονήσει.

Ο Βασιλιάς διέθετε πολύ στυλ για να πεθάνει σε μια τουαλέτα. Η παραμονή του μύθου του, το λιγότερο, και, πολύ περισσότερο, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να εκτυλιχθεί η τελευταία σκηνή του δράματος δίπλα σ’ ένα βεσέ. Άλλωστε, την προηγούμενη νύχτα είχε επισκεφθεί έναν οδοντίατρο, μια ύστατη προσφορά στον ναρκισσισμό του. Όπως το γεγονός ότι η μητέρα του Γκλάντις είχε πεθάνει στην ίδια σχεδόν ηλικία από καρδιά – κληρονομικότητα που πέρασε στον Έλβις.

Εν πάση περιπτώσει, ο Βασιλιάς ήταν νεκρός στο απόγειο της φήμης του. Μόλις ανακοινώθηκε απ’ την τηλεόραση ο θάνατός του – «Υπέκυψε από καρδιακή αρρυθμία στο Trauma Room 1 του Baptist Memorial Hospital» – το τηλεφωνικό δίκτυο του Μέμφις μπλοκαρίστηκε απ’ την υπερφόρτωση των γραμμών. Η αλήθεια παρουσιάστηκε, όταν μετά από δύο χρόνια, στη δίκη του Δόκτορα Νικολόπουλου, που μεταδόθηκε ζωντανά απ’ το ABC, αποκαλύφθηκε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε υπερβολική δόση.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Έλβις «εμφανίζεται» παντού, όχι μόνο με τα παράγωγά του σε τηλεόραση, τραγούδι, οθόνη, σκηνή, αλλά σε σουπερμάρκετ, πίσω απ’ τις κουρτίνες της Graceland, στον Άρη. Αξίζει περισσότερο νεκρός, παρά ζωντανός. Το ’89 οι κληρονόμοι του έγιναν κατά 15 εκατ. δολάρια πλουσιότεροι απ’ τις πωλήσεις των δίσκων του, τα αναμνηστικά και τους αγαπημένους του 500 χιλιάδες φαν που επισκέφθηκαν την Graceland.

Ένα άλλο ιδιοφυές ταλέντο του Έλβις ήταν η απίστευτη εφαρμογή της trash αισθητικής του. Η Graceland (που αγόρασε τον Μάρτιο του ’57, όταν οι γείτονές του στο Audubon Drive τον παρακάλεσαν να μετακομίσει, γιατί είχαν βαρεθεί τις επιδρομές του) μόνο με το κάστρο του μεγιστάνα του Τύπου Χήρστ μπορεί να συγκριθεί στο αποτρόπαιο γούστο. Η Graceland, με τα 18 δωμάτια, τις πορφυρές κουρτίνες με τα χρυσά σιρίτια, με τα τοτέμ και τους πριμιτίφ τεράστιους θρόνους, τις πύλες στην είσοδο με ανάγλυφες τις νότες και τις ροκ σιλουέτες, ήταν περισσότερο ένας εφιάλτης παρά ένα σπίτι ονείρων. Ένα σπίτι γεμάτο μοναξιά στις τελευταίες μέρες του, που ήταν η πρώτη και έγινε η Τελευταία του κατοικία.

Ο νεαρός, που γεννήθηκε το ’35 στο Tupelo του Μισισιπή και ξεκίνησε σαν φορτηγατζής στο Μέμφις, μπόρεσε να γίνει κάτι παραπάνω από άνθρωπος. Να γίνει ήρωας της εποχής της ζωής των άλλων. Πριν ποζάρει ακόμα μπροστά σε κάμερα, η 20th Century Fox, η Paramount τον διεκδικούσαν σαν την πιο καυτή περιουσία της Αμερικής. Όσο για τη δισκογραφική εταιρία RCA, χρειαζόταν απεγνωσμένα το φιλί της ζωής που της έδωσε. Ο ίδιος χρειαζόταν απεγνωσμένα μια μαμά για να τον αγαπάει (σαν δώρο στη μητέρα του Γκλάντις, έκοψε τον πρώτο του δίσκο στην Sun Records, με τίτλο My Happiness) κι όχι λολίτες που πάθαιναν overdose στις σουίτες που διανυκτέρευε ή φρικαρισμένες ξανθιές που τον αντιμετώπιζαν σαν ναρκομανή που την έβρισκε με πορνοπεριοδικά.

Ο Σπάικ Λη, σε συνέντευξη απ’ τον Έντι Μέρφι (έναν ψυχωτικό φαν του Έλβις), είπε μια μεγάλη-μικρόψυχη ατάκα: «Θα ευχόμουν να ζούσε ο Έλβις, για να μην ακούω να μιλάνε κάθε μέρα γι’ αυτόν». Δεν υπάρχει τίποτα πιο νεκρό από έναν σταρ που οι φανς του βουτάνε στα σεντόνια του, θεωρώντας το πτώμα του σέξυ. Το σίγουρο είναι ότι η εποχή μετά-Πρίσλεϊ άρχισε πριν 15 χρόνια και κανένα Αστέρι δεν έπεσε ακόμα από τον ουρανό.

Σχετικά άρθρα