«Δεν είναι γυναικείο φόρεμα… Είναι ανδρικό»: Ντέιβιντ Μπόουι, Λου Ριντ & οι ανδρόγυνοι σταρς των 90s
Μπράιαν Ίνο, Μπράιαν Μόλκο, Μπόνο, Κομπέιν και πολλοί άλλοι... Το κείμενο αναδημισιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Τεύχος 12, Περίοδος 2η, Αύγουστος 1999 Κείμενο: Μάκης Μιλάτος
«Δεν είναι γυναικείο φόρεμα… Είναι ανδρικό»
Αυτή ήταν η απάντηση του Ντέιβιντ Μπόουι, όταν ρωτήθηκε γιατί εμφανίστηκε με γυναικείο φόρεμα στο εξώφυλλο του δίσκου του «The Man Who Sold the World», που κυκλοφόρησε το 1972. Οι πωλήσεις του δίσκου πήγαν πολύ άσχημα και γι’ αυτό αποσύρθηκε, για να ξανακυκλοφορήσει με διαφορετικό εξώφυλλο, αρχικά στις ΗΠΑ κι αργότερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Τώρα εκείνη η πρώτη έκδοση είναι συλλεκτική.

Την ίδια εποχή ξεκινούσαν οι Roxy Music, που εμφανίστηκαν από την αρχή με φανταχτερές στολές και με τον Μπράιαν Ίνο, που έπαιζε πλήκτρα στα δύο πρώτα άλμπουμ του συγκροτήματος, να υιοθετεί ένα ακραίο ανδρόγυνο ντύσιμο. «Δεν είμαι ομοφυλόφιλος», εξηγούσε ο ίδιος, «Απλώς θέλω να δείχνω σπουδαία κι ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να ντύνομαι γυναικεία». Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η γυναικεία φύση των ανδρών έβρισκε διέξοδο συντονισμένη με τον ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας, καθώς το glam rock έδινε υπόσταση στην περσόνα της rock’n’roll βασίλισσας.
Πριν από τις μονοθεϊστικές θρησκείες οι άνθρωποι δεν είχαν πρόβλημα με το ανδρόγυνο παιχνίδι της φύσης, λάτρευαν τους ερμαφρόδιτους κι αντιμετώπιζαν σαν κάτι φυσικό αυτό που έγινε κατάρα και αμαρτία στα νεότερα χρόνια, κυνηγημένο άγρια από το θρησκευτικό, πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο. Τώρα όλοι παραδέχονται την ύπαρξη γυναικείας φύσης στους άνδρες, αλλά το 1970 ήταν ακόμη μια ακραία πρόκληση.
Τη χρονιά εκείνη ο Μαρκ Μπόλαν εμφανίστηκε στην εκπομπή «Top of the Pops» για να παρουσιάσει τη Νο1 επιτυχία του, «Hot Love». Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο αστρόσκονη, το σοκ για τους τηλεθεατές ήταν μεγάλο κι ο ίδιος εξήγησε: «Αν έχεις ένα ωραίο πρόσωπο, είναι καλά να παίζεις μ’ αυτό. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να εκφράζονται όπως θέλουν. Η ελευθερία της έκφρασης είναι τέχνη».
Η αμφισβητούμενη ακόμη από πολλούς κουλτούρα του rock’n’roll (χωρίς όμως να αντιπαραθέτουν κάτι καλύτερο, που συνέβη από τη δεκαετία του ’60 και εντεύθεν) έδωσε εικόνα σε μια πραγματικότητα που ως τότε δεν είχε πρόσωπο.
Ο ανδρόγυνος Ντέιβιντ Μπόουι, τα βαμμένα νύχια και μαλλιά του Λου Ριντ, το μακιγιάζ του Μαρκ Μπόλαν, η εικόνα της rock’n’roll βασίλισσας που καλλιέργησε το glam rock, η αλλαγή των ρόλων στους Cramps, οι φούστες που έγιναν το σήμα κατατεθέν για μουσικούς και ακροατές του grunge στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τα μπικίνι του Άφεξ Τουίν και η ερμαφρόδιτη περσόνα του Μόλκο από τους Placebo, δίνουν διαχρονική διάσταση στην προσπάθεια του ροκ να διευρύνει τους ορίζοντες και να αποενοχοποιήσει τους ανθρώπους –και όχι μόνο σ’ αυτόν τον τομέα.

Μπορεί να είχαν προηγηθεί οι νύξεις που έκανε ο σκηνοθέτης Σεσίλ ντε Μιλ φορώντας συχνά γυναικεία ρούχα ή το γερμανικό καμπαρέ του Μεσοπολέμου, αλλά στην ουσία το θέμα ετέθη από το ροκ πριν από τριάντα χρόνια.
Το 1972 ο Ντέιβιντ Μπόουι φωνάζει στη σκηνή του Royal Festival Hall: «Είμαι ο Ziggy Stardust». Λίγους μήνες αργότερα ο Λου Ριντ παρουσιάζει τη νέα του περσόνα, Phantom of Rock, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο ξενοδοχείο Dorchester. Στο τέλος της σκανδαλίζει τους πάντες φιλώντας τον Μπόουι στο στόμα.
Την ίδια χρονιά οι New York Dolls προκαλούν την Αμερική με τη γυναικεία τους εμφάνιση και το έντονο μακιγιάζ. «Πολύ χαριτωμένο», σχολιάζει ο Λου Ριντ και το περιοδικό «Rolling Stone» γράφει γι’ αυτούς: «Όπως άλλα γκρουπ πίνουν ένα τσιγαριλίκι πριν ανέβουν στη σκηνή, οι N.Y.D. ανοίγουν την κασετίνα της Max Factor». Τρία χρόνια αργότερα το συγκρότημα θα εμπιστευθεί την εμφάνισή του στον Μάλκολμ ΜακΛάρεν, που θα αλλάξει τα μακιγιάζ τους και θα τους ντύσει με κατακόκκινα δερμάτινα.
Το ανδρόγυνο στοιχείο του ροκ παίρνει πραγματική διάσταση στην περίπτωση του Γουέιν Κάουντι, που εμφανίστηκε στη μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του ’70, ανοίγοντας τις συναυλίες των New York Dolls ντυμένος γυναικεία. Επειδή ακόμη και η Νέα Υόρκη είναι ανέτοιμη για τέτοιους εξτρεμισμούς, μετακομίζει στην Αγγλία και γίνεται μέλος της πανκ σκηνής, γνωρίζοντας σχετική επιτυχία. Παθαίνει νευρική κατάπτωση, κάνει εγχείρηση αλλαγής φύλου και συνεχίζει ως Τζέιν Κάουντι χωρίς να καταφέρει κάτι ιδιαίτερο. Το 1995 εξέδωσε την αυτοβιογραφία της.
Η εμπορική αποτυχία του «The Man Who Sold the World» καθόλου δεν πτόησε τον Ντέιβιντ Μπόουι. Στον επόμενο δίσκο του, «Hunky Dory», επιμένει. Στο εξώφυλλο υπάρχει μια υπέροχη φωτογραφία του από τον Μπράιαν Γουόρντ, επιχρωματισμένη ώστε να τονίζεται το ανδρόγυνο στοιχείο. Κίτρινα μαλλιά, έντονα μπλε μάτια, μακιγιάζ και κραγιόν στα χείλη. Στον δίσκο περιλαμβάνεται και το τραγούδι «Queen Bitch», αφιερωμένο στον Λου Ριντ, με στίχους εξαιρετικά προκλητικούς για την εποχή, οι οποίοι καταλήγουν ως εξής: «Και να τώρα η πούστρα η Φλο, τον φτιάχνει για να την πηδήξει, αλλά θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση της, γιατί να μην το πω; ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΠΩ!»

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 μια ακόμη ροκ «επανάσταση» ξεκινούσε, αυτή τη φορά από το Σιάτλ. Η ιδεολογία και ο τρόπος ζωής που πρωτοεμφανίστηκε στα ’60ς ερχόταν πάλι στο προσκήνιο και μαζί τους η επιθυμία για αυτοδιάθεση ακόμη και στην καθημερινότητα. Μουσικοί και ακροατές του grunge άρχισαν να χρησιμοποιούν συστηματικά τη φούστα σαν μέρος της ανδρικής αμφίεσης, ενώ το ανδρόγυνο στοιχείο στην εμφάνιση χρησιμοποιήθηκε από συγκροτήματα όπως οι U2 (και ειδικά από τον Μπόνο) αλλά και από τον Μάικλ Στάιπ των R.E.M., που μαγεμένος από το glam rock έγινε παραγωγός της ταινίας «Goldmine», υιοθέτησε ανάλογη εμφάνιση και πρόσφατα δήλωσε: «Ασφαλώς και είμαι διαφορετικός. Σε όλη μου τη ζωή απόλαυσα το σεξ και με άνδρες και με γυναίκες». Οι μουσικοί που προέρχονται από τη σύγχρονη ηλεκτρονική σκηνή συνεχίζουν την «παράδοση» και μάλιστα σε τέτοια έκταση που η μουσική εφημερίδα «N.M.E.», για να σχολιάσει το γεγονός των συνεχών δηλώσεων του τύπου «Φυσικά και υπάρχει και η γυναικεία πλευρά στον χαρακτήρα μου και στη μουσική μου», εμφάνισε με φωτομοντάζ πολλούς μουσικούς της ηλεκτρονικής μουσικής με γυναικεία σώματα. Ο Άφεξ Τουίν δεν περίμενε το φωτομοντάζ. Εδώ και καιρό φωτογραφίζεται συστηματικά φορώντας μπικίνι, ενώ ο τραγουδιστής των Placebo θυμίζει έντονα την εποχή του glam rock και κοιτάζοντάς τον στις φωτογραφίες των εξωφύλλων είναι δύσκολο να πεις αν είναι άνδρας ή γυναίκα.
Όλους όμως τους είχε προλάβει ο Μπομπ Ντίλαν, όταν το 1966 δήλωνε στο «Playboy»: «Πάντα ήθελα να είμαι η Μπριζίτ Μπαρντό. Αλλά δεν θέλω στ’ αλήθεια να το σκέφτομαι και τόσο».