Όταν Μπονάτσος, Βουγιουκλάκη, Μικρούτσικος, Λάσκαρη και άλλοι θρύλοι έκαναν ατελείωτο κλάμπινγκ στην Αθήνα των ’70s-’80s
Άντε, γεια μας και να σκάσουν οι οχτροί! Οι μοντέρνοι των '70ς γλεντοκοπούν στην «Αθηναία». Κώστας Καράλης, Ρένα Παγκράτη, Ελπίδα, Πωλίνα και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις σε μια έκρηξη χαράς.

Όταν Μπονάτσος, Βουγιουκλάκη, Μικρούτσικος, Λάσκαρη και άλλοι θρύλοι έκαναν ατελείωτο κλάμπινγκ στην Αθήνα των ’70s-’80s

Μιλάμε για πολύ χανγκόβερ... Το κείμενο αναδημοσιεύται αυτούσιο από το αρχείο.

Τεύχος 136, Αύγουστος 1998
Κείμενο: Μυρτώ Κοντοβά

Τρελά πάρτι, ατελείωτα ξενύχτια, κιτς αισθητική, ροκάδες και καρεκλάδες μπερδεμένοι σε μια Αθήνα που ήξερε να ζήσει. Οι πρωταγωνιστές των ’70s και ’80s προσπαθούν να ακόμα να συνέλθουν από το ατελείωτο hangover δύο δεκαετιών nightlife.

Στην ντισκοτέκ «9+9», περίοδος ’78-’79 . Ο Βλάσσης Μπονάτσος ετών τεσσάρων, παρέα με τον Δημήτρη Βορίλα. Παντελόνι πιέτα με ζωνίτσα, πουκάμισο ανοιχτό και χρυσή αλυσίδα που χαρίζει στο δασύτριχο στέρνο. Μπράβο, καλωσήρθατε!

Εκείνο το Σάββατο φάνηκε καθαρά ότι ο πυρετός του Τόνι Μανέρο είχε χτυπήσει κατακέφαλα τον πλανήτη Γη. Η Ματούλα σουλατσάριζε στην Πλατεία Κολωνακίου ολόγυμνη πάνω σ’ ένα άλογο και, όπως θα έλεγε ο Γουόρχολ, το πρωινό φως του ήλιου καψάλιζε τους αμφιβληστροειδείς όλων των party animals μιας εποχής που έμελλε να χαρακτηριστεί από το smart kitsch πνεύμα της ντίσκο. Γλυκά, βρομιάρικα ’70s. Μια τεράστια mirror ball στριφογυρνάει ανάλαφρα πάνω από το πτώμα της προηγούμενης δεκαετίας, απειλώντας εν ψυχρώ τα πολιτικά συνθήματα των ’60s. Ah, ah, ah, ah, staying alive! Πώς είπατε; Είπαμε πως τα κορίτσια των ’70ς ακονίζουν την όσφρησή τους με το νέκταρ των θεών, έχουν σφιχτά κωλαράκια, φοράνε λαμέ σορτς αλλά όχι προφυλακτικό. Η απειλή του AIDS δεν έχει θέση ούτε καν στο μυαλό του πιο διεστραμμένου σεναριογράφου του Χόλιγουντ, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί το φινάλε ενός τέτοιου πάρτι –τι να λέμε τώρα, ο κόσμος γυαλίζει απ’ τον ιδρώτα, τα σώματα είναι για ν’ αγγίζονται, οι γοφοί για να κουνιούνται, τα κρεβάτια χωράνε περισσότερους από δύο, κι όλα μπερδεύονται γλυκά. Γλυκά, ξετσίπωτα ’70ς…

Ο Τάσος Μελετόπουλος, κούκλος, γνέφει «κου-πεπέ» στον φωτογράφο που τον απαθανατίζει, παρέα με τη δίδα Ρακκά, σε ένα από τα περίφημα πάρτι που ξεσήκωναν κάθε τόσο τη γειτονιά.

Ωστόσο, την ώρα που η τραβεστί Ποτάσα πέφτει στα γόνατα μέσα στο «Studio 54», πέρα στην εξωτική Ελλάδα κρέμεται ακόμη η Επταετία σαν ξεχειλωμένο ρούχο πάνω απ’ τα κεφάλια των ανθρώπων. Τούτη η μπουγάδα έχει απ’ όλα. Ευαίσθητα χρωματιστά, μονόχρωμα μάλλινα, κουλτουριάρες με ινδικά, καμπάνες, τρίφυλλα, γιόγκα, τον Φλωρινιώτη με τα χρυσαφικά του και τους Poll με το ταγάρι τους, τον Σιδηρόπουλο και τον Σαββόπουλο αντάμα με τον Τέρη Χρυσό, τη Ραφαέλα και την Γκλόρια Γκέινορ, τον Πανούση, τον Τραβόλτα και τη Ρένα Παγκράτη, λατρεμένη, με τσόκαρο λουστρίνι και πλατινέ αφέλειες να πληροφορεί όσους δεν το γνωρίζουν ότι «αγαπάει ένα αγόρι, ένα αγόρι δυνατό που την αγαπάει κι αυτό». Στο πλυντήριο μπερδεύονται επίσης η Μαριάννα Τόλη – «τιτιριτιτί Αιγαίο» (δις)-, οι Abba και ο Δάκης, η Νόρα Βαλσάμη με ζωγραφιστή μαργαρίτα στο μάγουλο, η ΥΕΝΕΔ, τα «Τραγούδια του αγώνα» με την «Αλκυονίδα» και το «Στούντιο», βάλε και μια ιδέα Λένιν πλάι στις αδελφές Μπρόγερ, που καλωσορίζουν την Αλίκη τη σοσιαλίστρια την ώρα που ο Παπαμιχαήλ σκάει στο πλάνο με μαύρο see-through για να ερμηνεύσει ντουέτο με την Τζόαν Μπαέζ το «να μου ζήσεις, ζεμπεκιά μου», ενώ τα καμένα σουτιέν ανεμίζουν στη «Γειτονιά μας», στο Γούντστοκ, στο «Λούνα Παρκ» και στο μπαλκόνι της Σιμόν ντε Μποβουάρ. Το πουλί στις φλόγες. Ο Τζέιμς Πάρις, η Πάολα, ο Μίκης, ο Χατζιδάκις, ο Λοΐζος. Και φυσικά, η Έλενα Ναθαναήλ με βλεφαρίδα-κάγκελο. Γλυκά, χαυνωτικά ’70ς. Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει. Και στην παραλιακή, εκεί να δεις…

Ο Ιούλιος του ’70 βρίσκει τους φωτορεπόρτερ ν’ αλωνίζουν πάνω κάτω την Ποσειδώνος και από κει, καρφωτοί για Κολωνάκι –τι έγινε, ρε παιδί μου, πού θα πρωτοπάμε; Ο Βαρδινογιάννης με τον Χατζηπάνο και τον Δρακούλη γλεντάνε στη «Νεράιδα» πρώτο τραπέζι, τους βλέπει ο Χρηστάκης απ’ το πάλκο, κατεβαίνει με το μικρόφωνο στο χέρι, πλησιάζει, αστράφτει το φλας και, να τος, χαμογελαστός για πάντα, δίπλα στη Λία Χατζηπάνου να τραγουδάνε παρέα «μπρος στο παραθύρι σου λιώνω για χατίρι σου, καλέ…»

Η «Νεράιδα-Pamela’s», το μαγαζί που άνοιξε κατά τη διάρκεια της χούντας η Παμέλα Καπετανάκη, υπήρξε πάντα το παραλιακό hot point για την καθεστηκυία τάξη των κοσμικών. Η πανέξυπνη Παμέλα έστησε αυτή τη χλιδάτη υπερπαραγωγή εκμεταλλευόμενη, αφενός, τα σημεία των καιρών και, αφετέρου, τη σταδιακή μετακίνηση του αθηναϊκού nightlife από το κέντρο στην παραλία. Μέχρι τότε όλο το πανηγύρι ξετυλιγόταν κάθε βράδυ στις πλακιώτικες ταβέρνες, με πρώτα ονόματα τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Σαπουντζάκη, τον Βογιατζή, τον Βαγγέλη Σειληνό και άλλους ηθοποιούς-τραγουδιστές της εποχής στο λεγόμενο «ρεβί πίστας». Όταν, όμως, το πουλί του Παπαδόπουλου άνοιξε τις φλεγόμενες φτερούγες του, οι νύχτες των θαυμάτων στην ταλαίπωρη Αθήνα άρχισαν να κατηφορίζουν προς τη θάλασσα, ελεύθερες και ωραίες. Τι ωράριο και πράσινα άλογα –όταν λέμε ότι το μπουζούκι εργάζεται, εννοούμε ότι εργάζεται ώς το πρωί. Τα παραλιακά κέντρα διασκέδασης είναι στην πλειοψηφία τους χώροι μεγάλοι με ύφος που ξεφεύγει απ’ αυτό της κοσμικής ταβέρνας, απευθύνονται σε μεγάλα πορτοφόλια, προσφέρουν αεράκι ευρωπαϊκό και χρυσοποίκιλτη, glamorous ψευδαίσθηση. Όσο πιο κουλό τόσο πιο καλό. Κάθε βράδυ, τα τραπέζια πήχτρα, στο σπίτι ψυχή –βλέπεις, ο κόσμος διψούσε για λίγη ατόφια, λυτρωτική και κακογουστιά και η παραλιακή την πρόσφερε απλόχερα.

Ξεκινώντας με το δίδυμο Μαρούδας-Μπελίντα και με παριζιάνικα μπαλέτα, η «Νεράιδα» γνώρισε νύχτες ολόλαμπρες και κερδοφόρες, όταν το λαϊκό άρχισε να εισβάλλει σιγά σιγά, μετατρέποντας την παραλία σ’ ένα ατέλειωτο μπουζουξίδικο με μικρές ανάσες ξένου ρεπερτορίου. Πολύ σύντομα, η Παμέλα έστειλε τις τσαχπίνες Γαλλιδούλες της από εκεί που ήρθαν, ενώ, σε απόλυτο συγχρονισμό με τη «Φαντασία» και τα «Δειλινά», άρχισαν να παρουσιάζουν μικρά happenings με ηθοποιούς. Ο Σταύρος Παράβας, από τη μια, σατιρίζοντας την κουλαμάρα της χούντας και την αγραμματοσύνη του Παπαδόπουλου (αστειάκι που το ακριβοπλήρωσε στη συνέχεια), ο Βασίλης Τσιβιλίκας, απ’ την άλλη, με ένα εξαιρετικό καμπαρέ-σόου που έκανε τα «Δειλινά» να συζητιούνται όλη τη σεζόν. Καθώς τα χρυσά ονόματα της εποχής είναι μετρημένα στα δάχτυλα, η «Νεράιδα» μοιράζεται την πίτα με τα υπόλοιπα πέντε μαγαζιά που αρχίζουν να μπαίνουν στο νόημα και ν’ αλλάζουν τη δομή του προγράμματος, εγκαταλείποντας το easy listening style της προηγούμενης δεκαετίας.

Ε, ρε γλέντια. Ο Τέρης Χρυσός, η Πόλυ Πάνου και ο μαέστρος Μάκης Πετρίδης λύνουν το Κυπριακό στην «Αθηναία», τον χειμώνα του ’75-’76. Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;

Τα «Αστέρια», που λειτουργούσαν με ορχήστρα και ξένα συγκροτήματα, έβαλαν στο πρόγραμμα, ως κεντρικό πυρήνα, το λαϊκό, ενώ για το ελαφρύ μέρος έφεραν τις αδερφές Μπρόγερ, και βέβαια, έκαναν χρυσές δουλειές. Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο μαγαζί ήταν ότι ανήκε στην Εθνική Τράπεζα, είχε πρόεδρο και αντιπρόεδρο και τρέχα γύρευε –οι τραγουδιστές δεν πήγαιναν εύκολα, προτιμούσαν τα άλλα, όπου το deal γινόταν χέρι με χέρι με τον ιδιοκτήτη.

Όσο για την περίφημη «Αθηναία», από τη στιγμή που ξεπέρασε την εμμονή των τριών τετάρτων, τα βαλσάκια και τα φουρό, κάθε καλοκαίρι έκανε τον Ιππόδρομο ανάστα ο Κύριος, αρχίζοντας από το 1970 με τον Γιάννη Πουλόπουλο και στη συνέχεια με τον Πάριο. Καρό τραπεζομάντιλα σε κόκκινο-λευκό και σφήνα τα λευκά μποά της Ειρήνης Παππά, που φωτογραφίζεται χαμογελαστή πλάι στον Μπάμπη Μουτσάτσο, τον πασίγνωστο πολίστα του Ολυμπιακού, ιδιοκτήτη της «Quinta».

Κάθε χρονιά τα μαγαζιά κάνουν ανταλλαγές. Το προσωπικό της «Παμέλας» μετακομίζει στα «Δειλινά», των «Δειλινών» στο «Στορκ», ανάλογα με τον τραγουδιστή. Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Μοσχολιού, Δούκισσα, Μενιδιάτης, Διονυσίου, Μυτιληναίος, Γερολυμάτος, αλλά και Νταλάρας και Χάρρυ Κλυνν. Πάντως, για να λέμε τα σύκα σύκα, οι κοσμικοί –δηλαδή, τα «μεγάλα τζάκια»– πάνε ανάλογα με το πού πάει η Μαρινέλλα –δε βαριέσαι, όμως, του χρόνου πάλι εδώ θα ‘μαστε και πάει λέγοντας. Σταθερή φυσιογνωμία της «Νεράιδας», ποιος άλλος, ο μαέστρος Γιώργος Κατσαρός. Το «Ακρωτήρι», μετά τη φοβερή ήττα που υπέστη όταν άνοιξε το «Στορκ», έδιωξε τις ορχήστρες, απέκτησε δισκοθήκη και άρχισε αργά αλλά σταθερά να βαδίζει εκεί όπου βάδιζαν οι «Μούσες» στη Βουλιαγμένη και το «On the Rocks», που διατήρησε τον ευρωπαϊκό-ξενερουά χαρακτήρα του μέχρι τούδε.

«Αθηναία». Ο Μανώλης Μητσιάς με τη γυναίκα του, ο Ανδρέας Μπάρκουλης, ο Αργύρης Παπαργυρόπουλος και ένας άλλος που, αν δεν κοιμηθείς αμέσως, θα τον φέρω να σε κάνει μια χαψιά!

Την εποχή που ο Καραμανλής επέστρεψε στην Ελλάδα, ο Χάρρυ Κλυνν έκανε την παραλία να σείεται από τα τρανταχτά γέλια. Ο Καραμανλής πήγε να δει το πρόγραμμα και τα «Δειλινά» άνοιξαν από τις οχτώ –άδειο το μαγαζί, ο εθνάρχης στο πρώτο τραπέζι και οι μετρ να μαζεύουν κόσμο για να του δείξουν πόσο το γλεντάνε στην Ελλάδα. Μόνο που ο Καραμανλής κατέβηκε από το αεροπλάνο φέρνοντας μαζί με το παρισινό αεράκι και το ωράριο. Τι τα θες, έτσι που έγινε το πράγμα προλαβαίνεις δεν προλαβαίνεις να κάνεις μια βόλτα από το «Σεραφίνο» για να πετάξεις μια αγκαλιά λουλούδια σ’ αυτή την καταπληκτική ψηλή –πώς την είπαμε, α, ναι, Άντζελα Δημητρίου!

Το καλοκαίρι του ’76 οι εμφανίσεις του Αντώνη Καλογιάννη στον «Νέο Ρήγα» στην Πλάκα μετατρέπονται σε πολιτικό γεγονός. Εκείνο το βράδυ στην αυλή της Κυρρήστου καρφίτσα δεν πέφτει, κάτω από τις νερατζιές και τις λεμονιές τα τραπεζάκια φιλοξενούν πρόσωπα συνδεδεμένα με την πιο ξεγελασμένη περίοδο της χώρας. Ο Αλέκος Παναγούλης με τη Μελίνα, τον Ζυλ Ντασέν και την Οριάννα Φαλάτσι χειροκροτούν και τσουγκρίζουν τα ποτήρια, ο κόσμος συγκινημένος, η χούντα έπεσε, τώρα τραγουδάνε φωναχτά, όχι όπως το ’72 παράνομα, στο «Περιβόλι του Ουρανού», που μετά τις 2.00 πιάνανε τα «απαγορευμένα», με τον πιανίστα του Θεοδωράκη να κλειδώνει τις πόρτες, να κάθεται στο πιάνο και, σσσστ, σιγά, μην πάρουνε χαμπάρι απ’ έξω, ψιθυριστά, «ροδιά μου, εσύ τετράκλωνη» πώς τα καταφέρνεις κι ανθίζεις χειμώνα του ’72;

Disco fever

Στην απέναντι γειτονιά, ο πυρετός της ντίσκο έχει από νωρίς πατήσει δυνατά γκάζια και οργώνει. Μπορεί τα ροκ εν ρολάκια του ’60 να ξεσηκώνουν ακόμη τον Κάρολο Φιξ και τον Σωκράτη Κόκκαλη στο «Dolly’s», όμως η αντεπίθεση οργανώνεται. Το σύνθημα, πολύ πριν από τον Τραβόλτα, το δίνουν με τα χέρια ψηλά οι γκέι της Ν.Υ. Εξάλλου, ποιος μπορεί ν’ αρνηθεί ότι η ντίσκο είναι η αγαπημένη μουσική της γκέι κοινότητας και το «I will survive» ο ύμνος της κάθε «αγγελοκρουσμένης βασίλισσας»; Από το νεοϋρκέζικο «Le Jardin», ο ιός απλώνει τους μυτερούς γιακάδες του και πετάει παντού. Είναι η πρώτη γκέι ντίσκο που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των αρσενικών και θηλυκών celebrities. Στην Ελλάδα, ο Δάκης, η Ελπίδα, η Μπέσυ, ο Ρόμπερτ Ουίλλιαμς, και φυσικά ο Τέρης Χρυσός καταλαμβάνουν τις θέσεις των ηθοποιών στα μαγαζιά, τραγουδώντας τις «μοντέρνες ποπ» επιτυχίες τους. Βγαίνουν νωρίς ντυμένοι σαν τσιρκολάνοι, με θεσπέσιες φρικτές καμπάνες που στραφταλίζουν σε κάθε κίνηση, και κερδίζουν το χειροκρότημα εξαπολύοντας ουράνιες, ανεπανάληπτες μπούρδες προς κάθε κατεύθυνση: «Έξι οχτώ, έξι οχτώ, τρία πέντε εφτά», «Τάκα τάκα τάκα τάκα τάκα τα, η καρδιά μου πώς χτυπά». Ώς και η Μαρινέλλα την ψωνίζει με την ντίσκο κι εγκαταλείπει για μια στιγμή το αριστοκρατίζον λαϊκό για να τραγουδήσει μες στην καλή χαρά «Σήηηημερα, άσε με να ‘μαι δική σου σήηηηηημερα». Ο κόμπος φτάνει στο χτένι, όταν το χρυσό αγόρι που ονομάζεται Γιάννης Φλωρινιώτης κάνει την εμφάνισή του και όλοι μένουν άλαλοι. Το ταλέντο της χρονιάς, δηλώνει ο Μάνος Χατζιδάκις. Θα μας τρελάνει; αναρωτιούνται οι διανοούμενοι καθαρίζοντας τα στρογγυλά γυαλάκια τους. Στο μεταξύ, το «ταλέντο» σαρώνει στο «Στοπ» της Συγγρού, ένα μαγαζί δίπλα στον σημερινό «Διογένη», παρέα με τις αδερφές Γαρμπή, και ο δίσκος του «Γιορτή αγάπης» ξεπουλάει σαν ζεστό ψωμάκι. Όποιος έχει δει το εξώφυλλο του εν λόγω LP, τα ‘χει δει όλα. Τι μου λες τώρα, ηλιοβασιλέματα στην Οία και αρλεκίνοι στη Βενετία –κοίτα εδώ και σώπαινε: ο Φλωρινιώτης ντυμένος σαν λαμέ μπλε παπαγάλος του Αμαζονίου, με το ένα χέρι ψηλά να γνέφει «κούκου» στη μαμά του, στη θεία του, στον κομμωτή του κι ένας Θεός ξέρει πού αλλού.

Τα λεφτά ή την κουρτίνα; Α, την κουρτίνα δεν γίνεται, σκέφτεται ο Ανδρέας Μικρούτσικος, γιατί τη φοράω στα πάρτι της «Αυτοκίνησης». Μήπως να παίρνατε τα γάντια της Σοφίας (Βόσσου); One size, αδιάβροχα -αντέχουν και στη χλωρίνη. Αριστερά, ο Μάκης Σαλιάρης που ήρθε από κάτι βαφτίσια.

Στο μεταξύ, το «Studio 54» στέλνει περήφανο χαιρετισμό και χαρμόσυνα μηνύματα προς κάθε κατεύθυνση. Ο Στιβ Ρούμπελ και ο συνέταιρός του, Ίαν Σρέιγκερ ξεσαλώνουν και γίνονται η προσωποποίηση της φράσης «ζω σαν να πρόκειται αύριο να εκραγεί ο ήλιος». Sex, drugs and drugs again. Στο «Studio» τα ρουθούνια των πελατών γίνονται οι πιο ακριβοπληρωμένες πόρτες του πλανήτη. Η ντίσκο σκάει σαν χαστούκι στο μάγουλο του κόσμου.

Μασκε-μάνια

…Ή άλλως, η μανία της ξεπατικωσούρας! Τα απερίγραπτα πάρτι-θέματα του «Studio 54» μεταφέρονται αυτούσια στις ντίσκο της Αθήνας. Οι «Εννέα Μούσες» κάθε βράδυ τυφλώνουν με δυνατούς προβολείς το ήδη ζαλισμένο σύμπαν και ο Γιάννης Μάνσον, από τη γενιά της «Quinta», στέλνει disco vibes από τα πλατό, ξεσηκώνοντας τον Ντίνο Διαμαντόπουλο, την Ερσίλια Μπαχάουερ, τον Δημήτρη Ζουρντό, τον Μπίλι Μπο, τη hair stylist Appolonia B.

Οι «Εννέα Μούσες» είναι το μεγάλο φαβορί, καμία νύχτα δεν μπορεί να είναι σαν τη σημερινή, κανένα μαγαζί δεν φτιάχτηκε, αγάπη μου, με τέτοια φαντασία και τέτοια υστερία, ένας ματαιόδοξος μικρόκοσμος πασπαλισμένος με χρυσόσκονη που βαραίνει στα βλέφαρα ώς το ξημέρωμα, που ο Μιχάλης Ασλάνης αποχωρεί ντυμένος Τουίγκι. Όμως, αύριο, μη με ξεχάσεις, έχουμε πάρτι Μάγκες και Κούκλες, ε, βέβαια, ο Ντίμης, ποιος άλλος θα ‘το ‘κανε; Εσύ τι θα ντυθείς; Ο Ντίμης Κρίτσας, λίγο προτού ανοίξει το δικό του «κολαστήριο», στέλνει τις «Μούσες» με μια δυνατή σπρωξιά στον πλανήτη Χόλιγουντ. Εκείνο το πάρτι δεν το ξέχασε κανείς. Φτερά και πούλιες σε πάλλευκα φορέματα, διαμάντια σε περιποιημένα χέρια –γυναίκες κι άντρες των περιοδικών και των ονείρων μας–, ψάρια κι αστέρια κεντημένα με χρυσή κλωστή πάνω σε ακριβά γιλέκα. Ο Φοίβος και η Ντανιέλ Ραζή, το πιο flashy ζευγάρι της κοσμικής Αθήνας, περνούν την πόρτα της ντίσκο τραβώντας τα βλέμματα του κόσμου –κάποιος με σκουντάει, αν είναι δυνατόν, η Μέι Ουέστ στις «Μούσες»; Όχι, είναι η Ντόλυ Γουλανδρή και πίσω της ο Μαστοράκης με τη Λιβανού και η Μάγια Καλλιγά.

Η δεκαετία του ’80 έφερε το «Εργοστάσιο». Που πάει να πει ότι, αν θέλεις, βγαίνεις και με το τζηνάκι σου. Δρακοπούλου, Διαμαντόπουλος, Μάρβα Βελιανίτη και Εύα Σαχίνογλου, αραχτοί στους λεοπάρ καναπέδες.

Είναι 1975 και ξαφνικά μια γοητευτική Βουλγάρα παρεμβάλλεται ανάμεσα στον ήχο της disco και των μπουζουκιών για να γίνει ήρεμη δύναμη του Κολωνακίου. Δίνοντας μαθήματα στυλ και άρτιων δημόσιων σχέσεων, η Ράτκα, ξυπόλυτη, σερβίρει βότκα σε παγωμένο ποτήρι, κερνάει τεκίλα και σαμπούκα και τραβάει τους μποέμ διανοούμενους της Αθήνας όπως τα λουλούδια τις μέλισσες. Η μπαρότσαρκα στο κέντρο περιλαμβάνει οπωσδήποτε τον «Βρούτο» του Κούνδουρου, για να καταλήξει στα σκαλάκια του ιστορικού «La minuit» –ένα σπουδαίο ξενυχτάδικο εστιατόριο με υπέροχο σνίτσελ και κρέπα κουβερτούρα-αμύγδαλο. Η μεταπολιτευτική Αθήνα βρίσκει την άκρη αναλύοντας θεωρίες περί υπαρξισμού στο «DaDa» και βολτάρει στους δρόμους της Πλάκας, μπαινοβγαίνει στο «Trip» –μετέπειτα «Mad»–, ακούει «Εξαδάκτυλο» και Σαββόπουλο στο «Rodeo», ροκάρει στην «Αρχιτεκτονική» με Σιδηρόπουλο και βγάζει γλώσσα στις «Καρυάτιδες» που παίζουν Bee Gees. Πίσω στο Κολωνάκι, οι «κυριλέ» συσπειρώνονται και οργανώνονται.

Μπορεί το παλιό Dolly’s να έχει κλείσει από καιρό για να μετατραπεί σε «Ανναμπέλα», όμως τώρα είναι κατάλληλη στιγμή για τον Ντίμη Κρίτσα να φτιάξει το privé club των ονείρων του. Παίρνει στα χέρια του το μαγαζί από τον Καραντάνη και παρουσιάζει στα έκπληκτα μάτια των φίλων του το περίφημο «Dimmy’s». Πραγματικό σκηνικό χολιγουντιανής ταινίας, με καναπέδες τιγρέ και ατμόσφαιρα party time all the time! Περήφανος και αστραφτερός, ο Ντίμης υποδέχεται τον Τεντ, DJ του «Studio 54», τη Μονίκ Βανβόν, τον Ντέμη Ρούσσο. Το concept του «Dimmy’s» είναι «πες μου το θέμα σου για να ντυθώ». Κάθε βράδυ, ο χώρος μεταμορφώνεται και οι πελάτες, υπάκουο ποίμνιο, ανοιγοκλείνουν τις ντουλάπες τους κάνοντας συνδυασμούς που σκοτώνουν. Η μανία με τις μεταμφιέσεις παίρνει διαστάσεις επιδημίας. Στο «Studio 54» τα γενέθλια του Βαλεντίνο μετατρέπουν το μαγαζί σε ένα σουρεάλ σκηνικό με ζογκλέρ, τίγρεις, ελέφαντες, τον Άντι Γουόρχολ λιώμα, τη Λίζα Μινέλι τύφλα. Οι δικοί μας εδώ κάνουν τα ίδια και χειρότερα –ας μην ξεχνάμε πόση αποενοχοποιητική υστερία κρύβουν οι απομιμήσεις– και επιτέλους, το 1977 ο Ζουγανέλης επανακάμπτει στο πεδίο της μάχης με τα «Εννιάρια». Στα εγκαίνια, η περιοχή γύρω από το Στάδιο γεμίζει ασπρόμαυρο κόσμο –μα τι είναι αυτή η παράδοξη κουστωδία που περιφέρεται νυχτιάτικα σε black and white; Ο Τζούμας με τον Μανιάτη ήδη βρίσκονται μέσα και ξεσαλώνουν, σήμερα και για πολλά ακόμη βράδια. Μια λαμπρή στιγμή του μαγαζιού ήταν τα γενέθλια της Ζωής Λάσκαρη. Τριώροφη τούρτα, παραγγελία μέρες πριν, και κόσμος που στριμώχνεται για να πει «χρόνια πολλά». Μεταξύ άλλων, η Ντενίση, η Νόνικα Γαληνέα, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, και φυσικά, η Αλίκη με κοντό μαλλί, θεά με λευκό στράπλες φόρεμα, χαμογελάει στον φακό και, γαμώτο, όλα μοιάζουν σαν να κρατάνε για πάντα. Το «9+9» ήταν ένα μαγαζί προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τις επιθυμίες των πελατών του. Με δυο λόγια, μπορεί τα πάρτι του να ξεσηκώνουν τη γειτονιά, όμως υπάρχει πάντα το ρεστοράν ανοιχτό και πρόθυμο να στρώσει πούπουλα στα «κουρασμένα παλικάρια» της αθηναϊκής νύχτας.

Ένα χρόνο αργότερα, στο Κολωνάκι, το dance floor της «Paramount» έρχεται να στραγγίξει ό,τι απέμεινε από την αδρεναλίνη των celebrities. Πίσω από τη μαρκίζα του κλαμπ, κρύβονται –για φαντάσου– η Λίτσα Διαμάντη, ο Γιάννης Κλεισούρας ως μάνατζερ, ο Άγγελος Δρούλιας και ο Τάκης Τσαντίλης. Η «Paramount» (μετέπειτα «Bora Bora») στεγάστηκε σ’ ένα μικρό υπογειάκι γεμάτο καθρέφτες, με εμπριμέ υφάσματα στους καναπέδες, όλο σε μαύρη λάκα, που συγκέντρωνε κάθε νύχτα το νυν κατεστημένο της μόδας. Μόλις το ρολόι σήμαινε δώδεκα, η Αλεξάνδρου Σούτσου ανατρίχιαζε σύγκορμη, γιατί πίσω από τα τζάμια του μαγαζιού στεκόταν ο δράκος Κλεισούρας και έκανε face control. Τους καλούς τους άφηνε να μπουν. Τους άλλους τους γάβγιζε κι έφευγαν. Ποιοι είναι οι καλοί; Όποιοι του καπνίζει. Και για να καταλάβεις, χρυσό μου, το μαγαζί είναι σχεδόν πριβέ, τι μου ‘ρχεσαι σαββατιάτικα και κάθεσαι στο σκαλοπάτι με αυτό το φρικτό εβαζέ; Θα μπω; Όχι! Θα κάτσεις έξω να σε φάει τ’ αγιάζι για να μάθεις άλλη φορά να μην είσαι βλάχα και να προσέχεις το μαλλί, το ντύσιμο, το στυλ σου. Μέσα στην μικροσκοπική χώρα των θαυμάτων, ο Μπίλι Μπο, ο Ασλάνης, ο Νίκος, ο Τάκης, αλλά και ο Καρλίτο και η Ήρα φον Φίνστενμπεργκ, γνωστές παρέες που κινούνται μεταξύ Αθήνας, Μυκόνου, Νέας Υόρκης και Λονδίνου, χορεύουν ώς το πρωί, παρέα με τον πασίγνωστο Ζορζ, ενώ ο Τσαντίλης κι αργότερα ο Νικήτας Καραγιάννης πυρπολούν τα decks. Burn, baby, burn!

Το καλοκαίρι του ’79, το μαγαζί τα μαζεύει και μεταφέρεται στα Ματογιάννια της Μυκόνου ως «Μαρκίζ». Μαζί με το «Pierro’s» και τις «Εννέα Μούσες», το «Μαρκίζ» γίνεται ο ναός της υπερβολής, με απερίγραπτα πάρτι κάθε τρεις και λίγο, πότε για αποχαιρετισμούς, πότε για υποδοχές, πότε για γενέθλια, επετείους, γιορτές, υποσχέσεις, γάμους –Γιωργάκη, αυτό τον παλιοκομμουνιστή θα παντρευτείς; Τα δύο τρίτα του χώρου καταλαμβάνει η αίθουσα, ενώ πίσω υπάρχει μια ανοιχτή αυλή με τραπεζάκια όπου λαμβάνει χώρα το κοσμικό κουτσομπολιό. Εκεί διάφοροι Γερμανοί γαλαζοαίματοι, δούκες και βαρόνοι φλερτάρουν τα ηλιοκαμένα πανέμορφα αγόρια και δίνουν το παρών μόνο για μια βραδιά, ενώ την επομένη μπαίνουν στο ελικόπτερο και γίνονται καπνός, αφήνοντας τον φλογερό εραστή τους με το γυάλινο γοβάκι αμανάτι.

Χειμώνας του 1975. 01 μαλλιάδες των seventies φωτογραφίζονται στην «Αθηναία» αεράτοι και χαμογελαστοί. Ποιος είναι ο πιτσιρικάς με το και σκόλ και το άσπρο πουκάμισο; Ο Σταύρος Λογαρίδης στις μεγάλες δοξες των Poll.

’80s Η Δαλιανίδειος Γαρδελιάδα…

«Για ποιον λόγο θέλεις ν’ ανοίξεις ένα κλαμπ;» ρώτησε ο Ρούμπελ τον Σαλιάρη σηκώνοντας το ποτήρι του. «Ε; Για να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω». «Τότε μην το ανοίξεις καθόλου!» Ευτυχώς που εκείνη την ώρα ο Σαλιάρης ήταν κάπου αφηρημένος και δεν τον άκουσε –βλέπεις, είχε αλλού την προσοχή του: Από μακριά έβλεπε να καταφθάνει ψηλή και ξανθιά, με χαίτη λιονταρίσια, η απόλυτη θεά, η δεκαετία του ’80, το απόλυτο καρακατσουλιό. Και αν το ’70 λατρεύτηκε για το smart kitsch image που πρόβαλε, το ’80 (τουλάχιστον στις αρχές) ήταν ο ναός που στέγασε την αυθόρμητη, ανεπιτήδευτη κακογουστιά του αιώνα. Χαίτες τύπου Φάρα Φόσετ πάνω σε κεφάλια άξιων τέκνων του «Ντάλας» και της «Δυναστείας», συνοικιακοί γκόμενοι που δηλώνουν «καρεκλάδες» και κουρεύονται σαν τον Τζορτζ Μάικλ κάνουν κόντρες με τις μηχανές και μετά γίνονται νούμερα κάτω από τα περιστρεφόμενα φώτα της «San Lorenzo», της «Video», της «Prison», της «Athens Athens» και… –μα πώς το ξέχασα;– της «Barbarella»! Είναι η περίοδος που ο DJ ονομάζεται ακόμη ντισκ τζόκεϊ και τα σχολεία κάνουν χοροεσπερίδες στις «ντισκοτέκ». Οι γονείς αφρίζουν, «δεν είσαι στα καλά σου που θα σε αφήσω να μου γυρίζεις νυχτιάτικα στη Συγγρού», κλάματα και οιμωγές, στο τέλος, όμως, νικάνε οι καλοί, τα παιδιά σε κύκλο χορεύουν «Enola Gay» και «Electrecity». Την άλλη μέρα στο προαύλιο οι προχωρημένοι δοκιμάζουν τα πρώτα στριφογυρίσματα του breakdance, ενώ ο πράσινος ήλιος ανατέλλει ξαφνικά, όλη νύχτα η Πλατεία Συντάγματος αλαλιάζει, ΠΑΣΟΚοι και ΚΚΕδες αγκαζέ κι ένα παιδάκι καβάλα στους ώμους του μπαμπά του κοιτάζει γύρω και το πιάνει μια χαρά, γιατί, για να το λένε όλοι αυτοί, κάτι πολύ καλό πρέπει να συμβαίνει, ο αγώνας τώρα δικαιώνεται και, ζήτω, ζήτω, ένα βήμα μπρος-πού πας, καημένε Καραμήτρο;

Ο Στηβ Γιατζόγλου (σκυθρωπός) και η Κατερίνα (υπνωτισμένη) στην «Αυτο- κίνηση». Συγγνώμη κιόλας που επεμβαίνω, αλλά αυτό το δαχτυλίδι στον παράμεσο δεν βαραίνει κάπως το look;

Ένα καινούργιο πρόσωπο δημιουργεί ξαφνικά μεγάλη αντάρα στα πολιτισμικά δρώμενα, μονοπωλώντας κάθε βδομάδα το εξώφυλλο της «Μανίνας», αλλά και της «Σούπερ Κατερίνας». Υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Γιάννη Δαλιανίδη, η κινηματογραφική παραγωγή «Τα τσακάλια» κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες, ενώ το είδωλο Σταμάτης Γαρδέλης καπνίζει αβέρτα τσιγαριλίκια, μετά πεθαίνει και όλες οι μαθήτριες ρίχνουν την καρδιά τους στο πηγάδι. Η βιντεοταινία κάνει την εμφάνισή της, σκορπίζοντας παντού μικρά γκρέμλινς-Δαλιανιδάκια που διαπρέπουν στο «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» Νο 50, ο Πάνος Μιχαλόπουλος –τι άντρας, βρε Πόπη, νόστιμη, όμως, και η Αλιμπέρτη– και ο Στηβ Ντούζος, παχουλός αλλά επικίνδυνα ελκυστικός, τον είδα που διασκέδαζε χθες παρέα με την αδερφή της Βίκυς Λέανδρος στην «Αυτοκίνηση». Γιατί τη λέγανε «Αυτοκίνηση»; Διότι, προτού ανοίξει τις πόρτες της, παρουσιάζοντας το πρώτο μεγάλο χειμωνιάτικο μαγαζί της Αθήνας, ήταν μια απλή μάντρα αυτοκινήτων. «Ε, όχι και μάντρα! Έκθεση αυτοκινήτων ήταν», λέει ο Μάκης Σαλιάρης.

Η Ζωή Λάσκαρη ντυμένη σύντεκνος, παρέα με τέσσερις φερέλπιδες νέους σε πάρτι της «Αυτοκίνησης». Ο έξω δεξιά με τη φράντζα δεν είναι άλλος από τον Ερρίκο Πετιλόν.

Η «ξύλινη» έκανε εγκαίνια τον Μάρτη του 1981, τίγκα στη βάτα και στο σκουλαρίκι-σταφύλι. Με τον Σαλιάρη αποφασισμένο να προβεί σε όσες ακρότητες του κατέβαιναν στο μυαλό και όλη την κοσμική Αθήνα, ακούραστη, να πιλαλάει κάθε νύχτα. Ο Μπονάτσος, πιτσιρικάς και κούκλος, η Ναθαναήλ, η Λάσκαρη, ο Ανδρέας Μικρούτσικος με τη Βόσσου, η Μαίρη Δρακοπούλου, η Τσολσεμίνα, η Ντέμπι Λι του «Fame», ο Νίκι Λάουντα, ο Μπίλι Μπο, ο Κώστας Κουβάτσος, ο Τουρνάς, η Μιμή Δενίση, ο Δρούλιας, ο Δημήτρης Μάο, ο Ρομπέρτο ΜακΝτόναλντ, αλλά και ο Captain Sensible στο πρώτο live κρατούσαν με όλη τους τη δύναμη το τιμόνι, στέλνοντας το όχημα του nightlife κάθε βράδυ στην κορυφή του Ολύμπου! Ο Σαλιάρης με κόκκινες κάλτσες και μπαγκέτες ξεσαλώνει παίζοντας κρουστά δίπλα στον DJ Μάσιμο και στον Πιέρο. Στη δεδομένη στιγμή κάνει νόημα και το ταβάνι βρέχει άσπρα πούπουλα, μπαλάκια του πινγκ πονγκ και χιονένιο φελιζόλ. Κάνει μαγιό πάρτι, μπουγέλο πάρτι, ντόμινο πάρτι. Το καλοκαίρι του ’82 η «Αυτοκίνηση» κατεβαίνει περήφανα στο «Στορκ», αναγκάζοντας 7.000 άτομα να μποτιλιάρουν την παραλιακή. Σ’ αυτό το μαγαζί ξετυλίχτηκαν σκηνές απείρου κάλλους. Με τον ίδιο τσαμπουκά που ο Ρούμπελ έριχνε πόρτα στον Γουόρεν Μπίτι και στην Κέιτ Τζάκσον, ο Σαλιάρης «κόβει» τη Λάσκαρη που ήρθε στις «Ρωμαϊκές νύχτες» αμασκάρευτη. «Λυπάμαι, Ζωίτσα, δεν θα μπεις παρά μόνο μεταμφιεσμένη». Η Ζωίτσα φεύγει θυμωμένη, για να επιστρέψει λίγο αργότερα ντυμένη Ρωμαία, να γδυθεί αποκαλύπτοντας το μπλουζάκι «Bora Bora» που φοράει από μέσα και να τη σπάσει στον Σαλιάρη.

Το καλοκαίρι του ’83 η «Αυτοκίνηση» μετακομίζει στα «Δειλινά», ο Ιταλός Νικόλα Λαβάκα παίρνει τη σκυτάλη στα πλατό και κάνει κόντρες με τον Πιέρο, ενώ η «Make up» του Ρομπέρτο Μακ Ντόναλντ και του Μίλτο Βάγγερ ανοίγει στο «Στορκ». Το «Ακρωτήρι» συνεχίζει δυναμικά κι όλα υπόσχονται πολλές πολλές happy funny nights. Με τη διαφορά ότι τώρα πια οι περισσότερες πεταλούδες έχουν ήδη κολλήσει με φόρα πάνω στις λάμπες των κλαμπ και έχουν τσουρουφλιστεί. Το AIDS έχει στείλει τους καλύτερούς του χωριού να βράζουν για πάντα στα καζάνια, και η Μύκονος ζει την παρακμή της, κάνοντας αγχωμένο κλάμπινγκ. Μάταια ο Λεν αλλάζει κάθε βράδυ το νούμερό του και ξεσηκώνει τον κόσμο μέσα στο «City». Τα χρόνια της μεγάλης τρέλας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και το μόνο που ασημίζει είναι οι κρόταφοι των πρώην αστραφτερών ’70s drag queens. Ο Στιβ Ρούμπελ και (πολύ αργότερα) ο Νουρέγεφ μετακομίζουν στον ουρανό για να κάνουν παρέα στον Κλάους Νόμι, ενώ ακολουθεί μια πένθιμη πομπή: αυτή που κάποτε περιφερόταν στις κοσμικές σελίδες με μάτια ξενυχτισμένα. Το «Studio 54» έχει κλείσει από καιρό, ένας κακός αέρας φυσάει στην παραλία της Μυκόνου, σηκώνοντας ομπρέλες, καρέκλες, ανθρώπους και τα μικρά ψεύδη για τα οποία αξίζει να ζεις.

Αρχές της δεκαετίας του ’80 ήταν όλοι τους εκεί. Κυριακού, Μπονάτσος, Ντέμης Ρούσσος, Κώστας Καρράς και φυσικά η Αλίκη, χαμογελαστή και απαστράπτουσα –όπως της πρέπει– στην «Αθηναία».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, είναι καιρός για ένα διαφορετικό concept στην πρόταση του nightlife –βλέπεις, η ντίσκο πάει, τώρα το να λες «πάω στη ντισκοτέκ» αρχίζει να δείχνει ξενέρωτο και ντεμοντέ. Πάνω στην ώρα, ο Τάσος Μελετόπουλος κάνει τη σωστή κίνηση με το «Εργοστάσιο». Ένα μαγαζί με καινούργια αισθητική, καινούργιο ήχο, καινούργια άποψη. Το βιομηχανικό στυλ κάνει την εμφάνισή του και οι κουρασμένοι παίρνουν δύναμη σαν τον Ποπάι. Τίποτα δεν χάθηκε. Ο Έλλην ξεσπαθώνει-ξεσαλώνει. Εκ νέου. Στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης ο Άρης Δαβαράκης υποδέχεται τους πελάτες κρατώντας αξιοθαύμαστη ισορροπία στο face control του μαγαζιού. Αυτή τη φορά δεν χρειάζεται να ντυθείς Σοράγια για να πιεις το σαββατιάτικο ουισκάκι σου. Καθαρές, trendy φάτσες, πιτσιρικάδες και τριαντάρηδες, ροκάδες και… οι άλλοι, λαός και Κολωνάκι, ανταμώνουν κάτω από τα πικάπ του «Εργοστάσιου», όπου συχνά βάζει δίσκους ο ίδιος ο Μελετόπουλος, χλευάζοντας τις εφόδους της αστυνομίας με τσάμικα. Εκρήξεις με φαντασία γίνονται κι εδώ –αραιά και πού– με κορυφαία στιγμή το πάρτι Σαλβαντόρ Νταλί του Άγγελου Δρούλια, όπου όλοι οι καλεσμένοι έμοιαζαν με ζωντανεμένους πίνακες –όπως η διαφήμιση του Perrier. Στο καλοκαιρινό «Αεροδρόμιο» της Γλυφάδας, πόρτα κάθεται και πάλι ο Δαβαράκης. Είναι ένα alternative μαγαζί διακοσμημένο με καθίσματα και φτερά αεροπλάνου, μπλε προβολείς που θυμίζουν διάδρομο προσγείωσης και δυνατά χορευτικά μπιτ.

Στο μεταξύ, η «Αυτοκίνηση» κλείνει, για να παραχωρήσει τις δάφνες της στον «Ειρηνικό», που της πήρε όλη τη δουλειά προβάλλοντας ένα λιγότερο extreme concept. Στο δεύτερο μισό των ’80s τα μαγαζιά ξεφυτρώνουν σαν σαλιγκαράκια μετά τη βροχή. Όμως, λέγονται κλαμπ και όχι ντισκοτέκ, το «Mercedes» παίζει ελληνικά, βγαίνουν τα ντέφια, όπα, «ανέβα στο τραπέζι μου, κούκλα μου γλυκιά», τι ωραίο που είναι το τσιτάκι σου, τι αριστούργημα μόδιστρος αυτός ο Πανταζώνας! Τα κορίτσια των ’80s μπορεί να τα δεις άλλοτε ντυμένα σαν πωλήτριες και άλλοτε σφαλιαρωμένα από τον gothic νεορομαντισμό των Cure, σίγουρα, όμως, η πρώτη σκέψη σου δεν είναι το πώς θα τις ρίξεις στο ορθοπεδικό σου στρώμα. Γι’ αυτό καλά θα κάνεις να πας μια βόλτα από το «Graffiti» της Ξούθου –κάτι άλλο παίζεται εκεί μέσα. Η gay κουλτούρα φέρνει τον άνεμο των ’90s να φυσήξει στην κουρασμένη πόλη, με το ένα πόδι εδώ και τ’ άλλο στο Λονδίνο. Ή μήπως στη Νέα Υόρκη; Από το «Graffiti» ξεπήδησε μια νέα γενιά, αυτή που «σίτισαν» εν συνεχεία κλαμπ όπως το «Factory» του Βαλλιανάτου, το «Faz», το «Dom», το «Geto» –σκοτεινά κι εσωστρεφή μαγαζιά, αίθουσες αναμονής για την επόμενη δεκαετία που έρχεται με τη βραδινή πτήση. Να τη, φοράει walkman, ζώνη ασφαλείας και προφυλακτικό και ξορκίζει τη μεγάλη παρτούζα του ’70 με δυνατή house και προφίλ a-sexual. Όμως, αυτό, Γιωργάκη, είναι ένα άλλο παραμύθι. Κοιμήσου τώρα κι άσε τη γιαγιά να ξεκουραστεί κι εκείνη. Σβήσε και το φως…

Γεια χαρά σας, παλικάρια, γυαλό-γυαλό. Τα party animals του το βάζουν όλη τους τη δύναμη για να συγκρατήσουν τον Γιάννη Πάριο, ο οποίος έχει ήδη απλώσει τους γιακάδες του κι ετοιμάζεται να πετάξει μακριά.

Σχετικά άρθρα