Λάσκαρη, Μιγκλέρ, Μπονάτσος, Συσσοβίτης, Τζάγκερ: Όσοι τα έσπασαν στη θρυλική «Βεγγέρα» της Μυκόνου
Ο Αλέκος Συσσοβίτης πριν γίνει ηθοποιός ήταν ο λαμπερός μπάρμαν της «Βεγγέρας»

Λάσκαρη, Μιγκλέρ, Μπονάτσος, Συσσοβίτης, Τζάγκερ: Όσοι τα έσπασαν στη θρυλική «Βεγγέρα» της Μυκόνου

31 χρόνια μετά το κλείσιμο της «Βεγγέρας», θυμόμαστε το μαγαζί που άλλαξε τη διασκέδαση στη Μύκονο. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Περίοδος 2η, Τεύχος 12, Αύγουστος 1999

ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ

Από το ’75 μέχρι το ’95 ήταν η αυλή των θαυμάτων της Μυκόνου. Η εγγονή του Μακιαβέλι, η Σίνμπεργκ, ο Μιγκλέρ, η Λάσκαρη έπιναν, χόρευαν, χάνονταν λίγο μετά τη δύση του ηλίου και λίγο πριν την ανατολή της νύχτας. Για 20 χρόνια καθόρισε το ύφος της διασκέδασης και της περιπέτειας. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά το οριστικό της κλείσιμο, η ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ αναζητά τα ίχνη αυτών που πέρασαν την πράσινη πόρτα της.

Μέχρι τη δεκαετία του ’60 η Μύκονος ήταν ένα νησί-φάρος, όπου συνέρρεαν άνθρωποι για να συναντήσουν μια αόρατη μοίρα. Δεν ήταν ιδιοκτήτες, μόνο περαστικοί. Άνθρωποι που ήθελαν να απολυθούν από την ατέρμονη θητεία της συνέπειας και να προδώσουν τις πίστεις τους. Έρχονταν εδώ χωρίς σχέδια, έρμαια των παρορμήσεών τους, σε έναν κόσμο άχρονο, στο περιθώριο των πάντων, αιωρούμενο ανάμεσα στον ασβέστη και στη θάλασσα. Υπήρχαν 365 εκκλησίες στο νησί, μερικές ψαρόβαρκες, τρία λεωφορεία, δύο ταβέρνες και τέσσερα ταξί. Ο Άγιος Στέφανος και η Ψαρού ήταν τα στέκια για μεσημεριανό μπάνιο. Οι ντόπιοι προτιμούσαν τον Πλατύ Γιαλό.

Βεγγέρα Μύκονος
Ο Δημήτρης Χορν προτιμούσε τη χαλαρή πλευρά της «Βεγγέρας», την ώρα του μεσημεριού

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετά, τρελές παρέες από Αθήνα, Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Αμερική άρχισαν την εισβολή. Στα σοκάκια της Μυκόνου άρχισαν να κάνουν παρέλαση όλες οι «αιρέσεις»: γκέι, χίπις, τζετ σέτερ, φευγάτοι, πλούσιοι κληρονόμοι και άκληροι καλλιτέχνες, σταρ και πολιτικοί. Στη δεκαετία ’65-75 άνθησαν όλα τα θρυλικά στέκια του νησιού, και μαζί μ’ αυτά οι άνθρωποι που τα άνοιξαν: ο Ιταλοαμερικανός ζωγράφος Πιέρο Αμβέρσα, που μαζί με τον ντόπιο Ανδρέα Κουτσούκο άνοιξε το «Pierro’s Bar» κι έφερε τρομερό κόσμο στο νησί, οι αδελφοί Ζουγανέλη, που έδωσαν το στίγμα της μυκονιάτικης νύχτας δημιουργώντας το «Remezzo» και τις «Εννέα Μούσες», και βέβαια ο περίφημος Τζόνι Ριντ, ένας Ελληνοεγγλέζος που άφησε εποχή από την ημέρα που πάτησε το πόδι του στο νησί.

Βεγγέρα Μύκονος
Ο Γιάννης Κλεισούρας, η Τζένη Πίκα και ο Βασίλης Θεοδωρόπουλος σε μασκέ πάρτι της «Βεγγέρας» το ’91.
Βεγγέρα Μύκονος
Μοιραίες ματιές από τη Μάρα Δεσύπρη, εδώ στην αγκαλιά του ηθοποιού Χρήστου Μάντακα, το ’92
Βεγγέρα Μύκονος
Το πέρασμα του Ριτζ (με το μπλε) από το μαγαζί άφησε μια γεύση από «Τόλμη και γοητεία» στο νησί

«Ο Ριντ», θυμάται ο Άγγελος Δρούλιας που περνούσε τα καλοκαίρια του στη Μύκονο από το 1965, «ήταν ένας πολύ δημιουργικός άνθρωπος, πολύ καλόγουστος, κούκλος, μιλούσε πέντε γλώσσες. Ήταν ο άνθρωπος που επηρέασε όλο το κύκλωμα rock & fashion της εποχής στη Μύκονο». Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Ριντ βρίσκει ένα μικρό, μόλις 40 τετραγωνικά, μαγαζάκι στα Ματογιάννια, το φτιάχνει μόνος του εκ βάθρων και το βαφτίζει «Vengera». «Το πρώτο καλοκαίρι», θυμάται πάλι ο Άγγελος Δρούλιας, «το λειτούργησε ως πριβέ κλαμπ για φίλους, πουλώντας εσπαντρίγ (σκοινένια ισπανικά παπούτσια με χρωματιστές κορδέλες που έδεναν στον αστράγαλο). Ακόμα και τα καλάμια στο ταβάνι τα τοποθέτησε ένα ένα ο ίδιος. Έπαιζε συνήθως ιταλικές μουσικές και νοτιοαμερικάνικα τραγούδια, η πόρτα ήταν σχεδόν κλειστή και έμπαιναν μόνο φίλοι όλων των εθνικοτήτων».

Ο Ριντ λειτουργεί το πριβέ στέκι του για κάποιο καιρό μαζί με τον Θεσσαλονικιό Δημήτρη Κουκουλέτο, έναν πολύ καλόγουστο και ταλαντούχο άνθρωπο, από τους καλύτερους δημιουργούς κοσμημάτων στον οίκο Cartier εκείνη την εποχή. Όμως, καθώς ο Ριντ δεν έχει χαρτιά, αναγκάζεται να πουλήσει την επιχείρηση στον Μπάμπη Πασάογλου, τον μετέπειτα ιδρυτή του ιστορικού κλαμπ «Ίμπιζα» και αργότερα των «Άστρων». Ένα χρόνο αργότερα, το ’76, η «Βεγγέρα» περνά στα χέρια των αδελφών Τάκη και Βασίλη Θεοδωρόπουλου και παραμένει σ’ αυτούς για δύο συνεχείς δεκαετίες. Η Μύκονος θα βρει στη «Βεγγέρα» το θερμό καύσιμο για να κινηθεί, και μαζί το τέλειο ταίρι της στην ασωτία!

Βεγγέρα Μύκονος
Ο Ερρίκος Πετιλόν δεν θα μπορούσε να λείπει από τις βραδιές της «Βεγγέρας»

Μαέστρος της νύχτας και των μπαρ, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος κατάγεται από την παλιά αθηναϊκή οικογένεια των Κωνσταντάρων, επίσημων προμηθευτών καπέλων στη βασιλική αυλή. «Είχαμε πέντε ιδιόκτητα μαγαζιά στην Ερμού κάποτε. Θυσιάστηκαν όλα στο τιμημένο ΚΚΕ!» μου λέει με νόημα και συνεχίζει: «Όταν απολύθηκα, έκανα το πρώτο μου μαγαζί στη Νιο, το “Marina Bar”· εκεί γνώρισα τον Τάκη Θεοδωρακόπουλο, τον Θοδωρή Ρουμπάνη. Στη συνέχεια έκανα ένα δεύτερο, το “Μεφίστο”, στη Χώρα της Ίου, μαγαζί καταπληκτικό, πολύ ’70s, ήταν η εποχή των χίππης· το παράτησα όμως και αυτοεξορίστηκα, λόγω δικτατορίας, στο Δυτικό Βερολίνο. Έμεινα πέντε χρόνια. Αρχικά ήμουνα σε μια γκρούπα καλλιτεχνών, μαζί με τον Αλέξη Ακριθάκη, τον Θανάση Βαλτινό, που είχε έρθει με υποτροφία, τον ζωγράφο Κώστα Ξενάκη, τον τεχνοκριτικό Κώστα Ιωακειμίδη, αλλά και τον μεγάλο γραφίστα Ντίτερ Ροτ, τον Γκίντερ Μπρους και τον συγγραφέα Όσβαλντ Βίνερ. Εκείνη την εποχή δημιουργήσαμε και το “Αχ Βαχ”, το ιστορικό restaurant-bar που άφησε εποχή στο Βερολίνο».

Οι δύο ιδιοκτήτες, Τάκης και Βασίλης Θεοδωρόπουλος, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μπροστά στο μαγαζί τους.
Βεγγέρα Μύκονος
Δεν μοιάζουν αλλά είναι αδέρφια. Ο Τάκης και ο Βασίλης Θεοδωρόπουλος αγόρασαν τη «Βεγγέρα» το 1975.

Το ’76, ο Θεοδωρόπουλος πουλάει το μερίδιό του και επιστρέφει στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στη Μύκονο, ύστερα από προτροπή του φίλου του Μπάμπη Πασάογλου. «Το πρώτο καλοκαίρι μετά την επιστροφή», θυμάται, «εργάστηκα στο “Marquees” της Λίτσας Διαμάντη και του Γιάννη Κλεισούρα. Ήταν το δεύτερο gay μπαρ μετά το “Pierro’s” που είχε ανοίξει στο νησί. Εργαζόμουν και φλέρταρα τη “Βεγγέρα”. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό το μαγαζί, από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου, ήταν τρίστρατο, έσμιγαν τρεις δρόμοι μπροστά του». Τον Σεπτέμβριο του ’76 πείθει τον Μπάμπη να του το πουλήσει. Η νέα «Βεγγέρα» ανοίγει επίσημα την άνοιξη του ’77 χωρίς να έχει αλλαχτεί ούτε καρφί στη διακόσμηση που της είχε κάνει ο Ριντ. Καθώς ο Τάκης ανήκε στη «γενιά του Αργοσαρωνικού», με τη «Βεγγέρα» είχε την ευκαιρία να ζήσει, όπως διηγείται, μια φοβερή δεκαετία, με πολύ φαν, έρωτα, ατμόσφαιρα, ποιότητα. Οι άνθρωποι που πήγαιναν στη Μύκονο, σε αντίθεση με εκείνους που προτιμούσαν τα νησιά του Αργοσαρωνικού, ψάχνανε για κάτι καινούργιο.

«Μέναμε στη Μύκονο 7-8 μήνες, από Απρίλιο μέχρι Νοέμβρη, τους χειμώνες οι περισσότεροι ταξιδεύαμε στην Ανατολή. Ινδίες, Ινδονησία, Μπαλί… Η Μύκονος ήταν τότε δέκα άνθρωποι, μεταξύ αυτών ο Πιέρο Αμβέρσα, ο Ζαχαρίας Χατζηφωτίου, πάντοτε εξαιρετικός φίλος, πάντα με τα καλά του λόγια, το ζεύγος Φιλίνη, ο Κώστας και ο Μάκης Ζουγανέλης, ο Μενουχίν, ο Τζορτζ Τσακίρης, ο Τάκης Κυριακίδης, ο Θοδωρής Φούσκης, από τους πρωτοπόρους Μυκονιάτες, φυσιογνωμία ιδιαίτερη, με τα καΐκια του, τα μαγαζιά του, καθώς και ο Βασίλης Κουσαθανάς, ο Θανάσης ο Λύκος, όπως τον λέγαμε. Αυτοί αποτέλεσαν τον σκληρό πυρήνα του νησιού.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, η «Βεγγέρα» αποτελούσε υποχρεωτική στάση στο μυκονιάτικο καθημερινό δρομολόγιο. Καθώς προϋπήρξε του «Caprice», ο κόσμος συγκεντρωνόταν εδώ νωρίς το βράδυ, όχι για να δει το ηλιοβασίλεμα (έτσι κι αλλιώς, η «Βεγγέρα» δεν είχε θέα ούτε προς τη θάλασσα ούτε προς την ξηρά), αλλά για το πρώτο ποτό της νύχτας και για να φιξάρει τα ραντεβού. Εξάλλου, όπως χαρακτηριστικά μου είπε ένας παλιός θαμώνας, «δεν ψάχναμε μαγαζί να δούμε ωραία ηλιοβασιλέματα, ο καθένας τότε έβλεπε το δικό του ηλιοβασίλεμα, και μάλιστα από το πρωί!». Ο Άγγελος Δρούλιας θυμάται πως «η γωνία έγινε τρομερό πέρασμα σιγά σιγά, και το ’75-’85, που ήταν γενικά και η χρυσή εποχή της Μυκόνου, καθένας που σεβόταν τον εαυτό του περνούσε για ποτό 8.00-11.00 πριν το φαγητό και μετά γύρω στη 1.00 ώς αργά το ξημέρωμα, πηγαινοερχόμενος στα κλαμπ και πάλι πίσω στη “Βεγγέρα” για τσεκάρισμα. Μιλάμε για ωραίους και hip Αθηναίους και αλλοδαπούς, κούκλους και κούκλες, με ωραία ρούχα και στυλ μέσα κι έξω. Φυσικά, εννοείται, η Μύκονος ακόμα τότε ήταν γνωστή σε λίγο κόσμο, πιο ψαγμένο, που ένιωθε την ομορφιά του νησιού, δεν σε ποδοπάταγαν στα Ματογιάννια, δεν σε έσπρωχναν στα μπαρ και όλοι γνωρίζονταν και ήταν μια παρέα. Ήταν άνθρωποι που ζούσαν καλά όλο τον χρόνο και δεν περίμεναν το καλοκαίρι να πάνε στη Μύκονο για να δουν και να τους δουν».

Βεγγέρα Μύκονος
Ο Μπάμπης Πασάογλου των «Άστρων» αγκαλιά με τον Βασίλη της «Βεγγέρας» σε έξαλλη εμφάνιση με μαύρη περούκα.
Βεγγέρα Μύκονος
Ο Τιερί Μιγκλέρ με τον εκδότη του περιοδικού «Select» και ιδιοκτήτη του «Century Hotel» στο Μαϊάμι, Willy Moser.

Από τις 11.00 μέχρι τη 1.00 ο κόσμος είτε έτρωγε στου Φιλιππή είτε πηγαινοερχόταν στα θρυλικά μπαρ της εποχής, την «Ίμπιζα» του Μπάμπη Πασάογλου, ένα στενό πιο δεξιά από τη «Βεγγέρα», την «Άγκυρα» του Θοδωρή Φούσκη λίγο πιο κάτω και το «Pierro’s» παρακάτω. Τον χορό είχαν αναλάβει οι αδελφοί Ζουγανέλη με το «Ρεμέτζο» και τις «Εννέα Μούσες». Για την παρέα εκείνης της εποχής, που δεν ξεπερνούσε τα 30-40 άτομα, «έπαιζαν» δύο παραλίες. Όπως θυμάται ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, «η μια ήταν η Παράγκα, που μάζευε τη χίπικη σκηνή της εποχής, αλλά η δική μας παραλία ήταν η Ελιά. Εκεί πηγαίναμε όλοι με τη βοήθεια του Φούσκη, που ανάμεσα στ’ άλλα ήταν και καπετάνιος, με το υπέροχο καΐκι του, τον “Γλάρο”. Φεύγαμε από το λιμάνι και μέσα στο καΐκι ταΐζαμε τον κόσμο, γλεντούσαμε και φτάναμε στην Ελιά για να κάνουμε το beach party. Στην Ελιά συγκεντρωνόταν η πιο φινετσάτη “gay” παρέα, ενώ στο Σούπερ πήγαιναν οι πιο σκληροπυρηνικοί. Την ίδια εποχή υπήρχε ακόμα μια τρομερή μπουτίκ, η “Λα Πάλμα”, που είχε ανοίξει δίπλα στη “Βεγγέρα” εκείνος ο καλόγουστος άνθρωπος, ο Τζόνι Ριντ. Δεν ήταν ακριβώς μπουτίκ, μάλλον για ένα general store επρόκειτο που ο Τζόνι είχε διακοσμήσει, όπως και τη “Βεγγέρα”, σε στυλ κολονιάλ, γι’ αυτό τον λέγαμε και Κολονέλο. Σαν χρυσοχέρης άνθρωπος που ήταν, έκανε πολύ ωραίες χειροτεχνίες, ωραίες δερμάτινες τσάντες, παρεό κ.λπ. Το μαγαζί αυτό δούλεψε για ένα διάστημα ο Άγγελος Δρούλιας και μετά πέρασε στα χέρια του Δημήτρη Σκαφίδα, που το συνέχισε ως “Ρετρό”».

Η «Βεγγέρα» εγκαινιάστηκε επίσημα το καλοκαίρι του 1977. Ένα μικρό μαγαζί, ούτε 40 τετραγωνικά, χωρίς καμιά θέα, με πέντε τραπέζια μέσα, ένα τσιμεντένιο παγκάκι και μερικά ακόμα τραπεζάκια έξω, με μια μεγάλη ακακία στη δεξιά πλευρά κι ένα ακόμη δέντρο στην αριστερή. Καθόσουν στην καρέκλα ή όρθιος τις περισσότερες φορές και έβλεπες όλο το νησί να περνάει μπροστά από τα μάτια σου. Η εσωτερική διακόσμηση που είχε επιμεληθεί ο Ριντ ήταν αποικιακού στυλ, με τραπέζια από ξύλο και μάρμαρο, παλιούς νησιώτικους καθρέφτες κι έναν ανεμιστήρα Μαρέλι που είχε φέρει ο Ριντ. Πίσω από το μπαρ υπήρχε ένα μικρό ξύλινο σκρίνιο, όπου ήταν τοποθετημένα τα ποτά και τα στερεοφωνικά. Καθώς η «Βεγγέρα» λειτουργούσε σαν «ανοιχτό σπίτι», πολλές φορές μπορούσε κανείς να δει τους θαμώνες της να βάζουν οι ίδιοι τη μουσική που γούσταραν. Συχνά ο σχεδιαστής Nikos, τακτικός επισκέπτης της, έπαιζε και τον ρόλο του DJ.

Η μουσική ήταν στην αρχή λάτιν αλλά και ροκ, στη συνέχεια οι τόνοι χαμήλωσαν, τζαζ και τζαζ ροκ, αλλά και ελληνικά στις ώρες του μεγάλου κεφιού από το ’86 και μετά. «Εγώ έμαθα τη Μύκονο», μου λέει ο ιδιοκτήτης της σήμερα, «να ακούει Νίκο Παπάζογλου. Το τι τσιφτετέλι χορεύτηκε όταν ακούστηκε η “Εκδίκηση της γυφτιάς” δεν περιγράφεται. Ανέβαιναν στα τραπέζια, εγώ τους κατέβαζα. Ήταν ένα τραπέζι-ραπτομηχανή, είχε από πάνω το μάρμαρο, στο τέλος έπαιρνα το μάρμαρο και το έβαζα στην κουζίνα για να σταματήσουν. Στο μαγαζί γινόταν άλλη φάση. Τα προσωπεία έπεφταν. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο άλλαζε η συμπεριφορά όλων. Όμως πρέπει να πω ότι όλα αυτά τα χρόνια, παρά τα γλέντια που έκαιγαν κάθε βράδυ το μαγαζί, δεν έγινε ένας καβγάς, δεν μάτωσε μύτη. Κι έρχονταν πολλές και όμορφες γυναίκες εκεί. Όμως, εγώ πρόσεχα τις γυναίκες των φίλων μου. Δεν είχαμε τότε μπράβους, εμείς ήμαστε οι μπράβοι! Έλεγε ο χ επώνυμος στη γυναίκα του “πήγαινε στον Τάκη”, την έστελνε κι αυτός, αφού ξυριζόταν, έφτανε μετά από τρία τέταρτα. Το ’91 πήραμε και τον πάνω όροφο, που ήταν το σπίτι της σπιτονοικοκυράς μας, της κυρα-Ρηνούλας, και κάναμε το πρώτο κινέζικο restaurant στη Μύκονο, το “Wok”, το οποίο λειτούργησε δύο χρόνια».

Βεγγέρα Μύκονος
Στα πάρτι της «Β» τακτικός θαμώνας και ο Παύλος Βαρδινογιάννης τζούνιορ (κέντρο)
Βεγγέρα Μύκονος
Η εγγονή του Μακιαβέλι, Νικολέτα, συντροφιά με τον ιδιοκτήτη, Τάκη.

Τον πρώτο καιρό, η «Βεγγέρα» πρόσφερε μόνο ποτά, γρήγορα όμως ο ιδιοκτήτης της εισήγαγε από το Βερολίνο, όπου είχε ζήσει, μια πρωτόγνωρη για την εποχή μόδα, τη μόδα του brunch. Αρχίζουν να ξεφορτώνονται στο νησί τα πρώτα τσουβάλια με κορν φλέικς, μούσλι και ολόφρεσκα πορτοκάλια. Κάθε πρωί ο Μιχάλης Χαιρέτης, ένας παλιός καλός φίλος του ιδιοκτήτη, ετοιμάζει το breakfast buffet, έναν μπουφέ με ελεύθερη πρόσβαση για τους θαμώνες, χωρίς παραγγελίες, όπου ο καθένας έπαιρνε αυτό που ζητούσε η όρεξή του και άφηνε στο τέλος ό,τι ήθελε. «Τα πρωινά της “Βεγγέρας”», μου λέει κάποιος που θέλει να παραμείνει άγνωστος, «ήταν ιστορικά. Θυμάμαι ένα μεσημεράκι να φτάνει στο μπαρ ο Τόμας Φριτς (ο Γερμανός παρτενέρ της Έλενας Ναθαναήλ στο “Επιχείρηση Απόλλων”) με μαλλί “όσα παίρνει ο άνεμος”, σκισμένο τζην και σαγιονάρες, ξενυχτισμένος, άρτι αφιχθείς από μια απίστευτη κραιπάλη, να βουτάει τέσσερα μπολ κορν φλέικς με πολλή ζάχαρη και να τα καταβροχθίζει το ένα πίσω από το άλλο».

Από τα brunch της «Βεγγέρας» μαθαίνουμε ότι η Τσάρλι Λάκμαν, η κόρη του ιδρυτή της αμερικανικής εταιρείας καλλυντικών Revlon, έπινε τον καφέ της με μισό κουταλάκι ζάχαρη. Ο γιος του Νιάρχου σκέτο και πάντα καυτό, όπως και το ζεύγος Μικ και Μπιάνκα Τζάγκερ, η εγγονή του Μακιαβέλι, Νικολέτα, προτιμούσε το τσάι, ενώ η Ξαβιέρα Χολάντερ και Μισέλ Πολναρέφ δεν μιλούσαν αν δεν έπιναν πριν δυο γεμάτα ποτήρια με φρέσκο χυμό πορτοκαλιού. Ο βαρόνος Κρουπ, ο νεαρός κληρονόμος της μεγάλης γερμανικής οικογένειας, προτιμούσε τα φρούτα, ενώ ο γιος του Μαρσέλ Μαρσό και ο Καρλίτο βον Φίρστενμπεργκ συμβιβάζονταν με ένα ποτήρι παγωμένο νερό και ένα εξωτικό φραπεδάκι!

Η αυλή της «Β» το καλοκαίρι του ’79.

Τα πάρτι που έγιναν στη «Βεγγέρα» είναι αμέτρητα και ιστορικά. Για πέντε μήνες το καλοκαίρι, οι θαμώνες της βρίσκονταν σε κατάσταση μόνιμης και άγριας τρέλας. «Το μαγαζί αυτό άλλαξε ουσιαστικά τον τρόπο διασκέδασης της Μυκόνου. Ήταν μια συνεχής Αποκριά εκεί μέσα», θυμάται ένας θαμώνας της, «κατεβαίναμε από την Αθήνα κανονικοί άνθρωποι και μεταμορφωνόμασταν σε μασκαράδες κάθε βράδυ».

Ήταν ακόμα η εποχή που η «Βεγγέρα» λειτουργούσε ως στέκι μιας παρέας και όχι ως σημείο συνάντησης κοσμικών, όπως εξελίχθηκε αναγκαστικά αργότερα. «Ήμουνα κομμάτι αυτής της παρέας λόγω του σερφ», μου λέει ο κοσμοπολίτης Παύλος Εμμανουήλ. «Ερχόμουν εδώ από το ’70 γιατί αγαπούσα τη Μύκονο, τους αέρηδές της και την τρέλα της. Πριν ξεκινήσουμε για οτιδήποτε, περνούσαμε πρώτα από τη “Βεγγέρα”. Ήταν ένα είδος κολλήματος εκεί, γινόταν μπούγιο, έπαιρνες ντιρεκτίβες. Το βράδυ αργά γίνονταν τρέλες, πριβέ τρέλες, μασκαρέματα, κεφάτα γλέντια, με φίλους ξένους που τους θεωρούσαμε μονιμάδες. Ο μικρός χώρος σε προκαλούσε να κάνεις κέφι. Ο κόσμος γνωστός, τον αισθανόσουν κοντά σου. Περνούσε ο Μπάμπης της “Ίμπιζας”, αυτός ο Ινδιάνος με τα μακριά μαλλιά και το απαράμιλλο στυλ, και γινόταν πανικός. Πολλοί θα τον θυμούνται ακόμα να βάζει την προβιά πάνω στην ωραία “Μοντέσα” του και να οργώνει το νησί».

Η Έλσα Μπαρόλο της Guess με τον Μάικλ Κολαρόιτερ, εκδότη του «Interview» Βραζιλίας.
Ο Καρλίτο (δεύτερος από αριστερά) και η παρέα του.

Από τα πάρτι της «Βεγγέρας» δεν λείπει καμιά πλευρά του ανθρώπινου ηδονισμού: η μουσική, ο χορός, το φαγητό, οι διασημότητες. Ο Ζάχος Χατζηφωτίου ήταν από τους πρώτους θαμώνες, όπως και ο Νίκι Φιλίνι, που είχε σπίτι στο νησί. Ο Τάκης Κυριακίδης, ο επιχειρηματίας Φοίβος Ραζής, ο Πέτρος Μαρίνος, ο δικηγόρος Δημήτρης Αδαμόπουλος, ο Κάρολος Φιξ, ο Κόκκαλης, ο Τέλης Ζέης με τα σκάφη «Λάμπρο», ο Άρης Τερζόπουλος απ’ τους παλιούς θαμώνες, η Ζωή Λάσκαρη, προσωπική φίλη του ιδιοκτήτη, η Λάουρα ντε Νίγκρις, η Μάρα Δεσύπρη, ο Αλέκος Συσσοβίτης, που εργάστηκε εκεί και ως μπάρμαν πριν τον ανακαλύψει ο κινηματογραφικός φακός, ο Βλάσσης Μπονάτσος την εποχή που γιόρταζε τα γενέθλια της Αλίκης, οι Βέλτσου, οι Βαρδινογιάννηδες, οι Νιάρχοι, όλο μα όλο το ελληνικό τζετ σετ παρέλασε από την αυλή της.

Αλλά η «Βεγγέρα» ήταν και μια διεθνής υπερπαραγωγή. «Είναι δύσκολο», μου λέει ο Άγγελος Δρούλιας, «να θυμηθώ όλα τα ονόματα του διεθνούς τζετ σετ που μαζεύονταν κάθε βράδυ εκεί. Από ηθοποιούς, όπως η Τζιν Σίνμπεργκ, μέχρι τραγουδιστές, όπως ο Τζάγκερ, και σχεδιαστές, όπως ο Γκοτιέ, ο Φερέ ή ο Μιγκλέρ, ο πιο ορκισμένος πελάτης της. Και φυσικά μοντέλα, κομμωτές, φωτογράφοι, καλλιτεχνικοί διευθυντές, εκδότες, όλος ο χώρος της showbiz ήταν παρών. Και πάντα, βέβαια, οι παλιοί, καλοί και αυθεντικοί Έλληνες γλεντζέδες, όπως ο Δημήτρης Καρέλας, ο Φιξ, ο Σπύρος Ροσόλυμος, αλλά και οι τότε νεολαίοι Μελετόπουλοι, ο Πετιλόν, η Τζένη Πίκα, η Ειρήνη Μομφεράτου».

Βεγγέρα Μύκονος
Πάνος Τσοπάνογλου, Λάκης Γαβαλάς και Τάκης στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Η «Βεγγέρα» άνοιγε τις πόρτες της και χώραγε ο κόσμος όλος. Και ο Τζόρτζιο ντι Σαντάντζελο, και η Λίτσα Διαμάντη, και ο Πιλάρ βαν Γκος, και η Δήμητρα Λιάνη, και ο Χορν, και η Ξαβιέρα Χολάντερ. Όμως τα χρόνια περνούσαν, κι αυτό το υπέροχο πολυφυλετικό ρεμίξ της Μυκόνου αρχίζει να χάνει στροφές. Οι ολοπρόσωπες θεές των ’70s, που φυσούσαν τον καπνό τους στα μούτρα της μόδας, αρχίζουν να υποχωρούν και να χάνονται, παραχωρώντας τη θέση τους στο στρετς και στο κολάν. Παράλληλα αρχίζουν να πληθαίνουν και τα μαγαζιά γύρω από τη «Βεγγέρα».  «Ξαφνικά», συμπεραίνει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, «βλέπω Häagen Dazs απέναντί μου, δίπλα μου ακριβώς μπουζούκια, στο τελευταίο τραπέζι άκουγες και λάτιν και Καζαντζίδη μαζί. Έγινε λαϊκό πανηγύρι, κι εγώ, προκειμένου ν’ αναγκαστώ ν’ ανοίξω τα δυο παράθυρα και να πουλάω γύρο με κοτόπουλο, προτίμησα να το πουλήσω. Όπως έφυγε η καλή εποχή της Μυκόνου, έφυγε και η “Βεγγέρα” απ’ την ψυχή μου. Τουλάχιστον προς το παρόν. Τη διακόσμηση, πάντως, του μαγαζιού την έχω φυλάξει σε ένα υπόγειο. Είκοσι χρόνια είναι πολλά. Εδώ σε είκοσι χρόνια πετάς απ’ το παράθυρο τη γυναίκα που έκοβες φλέβες κάποτε δίπλα της!»

Από το 1995, η «Βεγγέρα» ανήκει στον κοσμηματοπώλη κύριο Κώστα Καίσαρη. Μην κλαις για γάλα που έχει χυθεί. Δεν έχεις ακούσει πως τα διαμάντια είναι οι καλύτεροι φίλοι των κοριτσιών;

Σχετικά άρθρα