Λάσκαρη, Μιγκλέρ, Μπονάτσος, Συσσοβίτης, Τζάγκερ: Όσοι τα έσπασαν στη θρυλική «Βεγγέρα» της Μυκόνου
31 χρόνια μετά το κλείσιμο της «Βεγγέρας», θυμόμαστε το μαγαζί που άλλαξε τη διασκέδαση στη Μύκονο. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Περίοδος 2η, Τεύχος 12, Αύγουστος 1999 ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ
Από το ’75 μέχρι το ’95 ήταν η αυλή των θαυμάτων της Μυκόνου. Η εγγονή του Μακιαβέλι, η Σίνμπεργκ, ο Μιγκλέρ, η Λάσκαρη έπιναν, χόρευαν, χάνονταν λίγο μετά τη δύση του ηλίου και λίγο πριν την ανατολή της νύχτας. Για 20 χρόνια καθόρισε το ύφος της διασκέδασης και της περιπέτειας. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά το οριστικό της κλείσιμο, η ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ αναζητά τα ίχνη αυτών που πέρασαν την πράσινη πόρτα της.
Μέχρι τη δεκαετία του ’60 η Μύκονος ήταν ένα νησί-φάρος, όπου συνέρρεαν άνθρωποι για να συναντήσουν μια αόρατη μοίρα. Δεν ήταν ιδιοκτήτες, μόνο περαστικοί. Άνθρωποι που ήθελαν να απολυθούν από την ατέρμονη θητεία της συνέπειας και να προδώσουν τις πίστεις τους. Έρχονταν εδώ χωρίς σχέδια, έρμαια των παρορμήσεών τους, σε έναν κόσμο άχρονο, στο περιθώριο των πάντων, αιωρούμενο ανάμεσα στον ασβέστη και στη θάλασσα. Υπήρχαν 365 εκκλησίες στο νησί, μερικές ψαρόβαρκες, τρία λεωφορεία, δύο ταβέρνες και τέσσερα ταξί. Ο Άγιος Στέφανος και η Ψαρού ήταν τα στέκια για μεσημεριανό μπάνιο. Οι ντόπιοι προτιμούσαν τον Πλατύ Γιαλό.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετά, τρελές παρέες από Αθήνα, Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Αμερική άρχισαν την εισβολή. Στα σοκάκια της Μυκόνου άρχισαν να κάνουν παρέλαση όλες οι «αιρέσεις»: γκέι, χίπις, τζετ σέτερ, φευγάτοι, πλούσιοι κληρονόμοι και άκληροι καλλιτέχνες, σταρ και πολιτικοί. Στη δεκαετία ’65-75 άνθησαν όλα τα θρυλικά στέκια του νησιού, και μαζί μ’ αυτά οι άνθρωποι που τα άνοιξαν: ο Ιταλοαμερικανός ζωγράφος Πιέρο Αμβέρσα, που μαζί με τον ντόπιο Ανδρέα Κουτσούκο άνοιξε το «Pierro’s Bar» κι έφερε τρομερό κόσμο στο νησί, οι αδελφοί Ζουγανέλη, που έδωσαν το στίγμα της μυκονιάτικης νύχτας δημιουργώντας το «Remezzo» και τις «Εννέα Μούσες», και βέβαια ο περίφημος Τζόνι Ριντ, ένας Ελληνοεγγλέζος που άφησε εποχή από την ημέρα που πάτησε το πόδι του στο νησί.
Διαβάστε επίσης



«Ο Ριντ», θυμάται ο Άγγελος Δρούλιας που περνούσε τα καλοκαίρια του στη Μύκονο από το 1965, «ήταν ένας πολύ δημιουργικός άνθρωπος, πολύ καλόγουστος, κούκλος, μιλούσε πέντε γλώσσες. Ήταν ο άνθρωπος που επηρέασε όλο το κύκλωμα rock & fashion της εποχής στη Μύκονο». Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Ριντ βρίσκει ένα μικρό, μόλις 40 τετραγωνικά, μαγαζάκι στα Ματογιάννια, το φτιάχνει μόνος του εκ βάθρων και το βαφτίζει «Vengera». «Το πρώτο καλοκαίρι», θυμάται πάλι ο Άγγελος Δρούλιας, «το λειτούργησε ως πριβέ κλαμπ για φίλους, πουλώντας εσπαντρίγ (σκοινένια ισπανικά παπούτσια με χρωματιστές κορδέλες που έδεναν στον αστράγαλο). Ακόμα και τα καλάμια στο ταβάνι τα τοποθέτησε ένα ένα ο ίδιος. Έπαιζε συνήθως ιταλικές μουσικές και νοτιοαμερικάνικα τραγούδια, η πόρτα ήταν σχεδόν κλειστή και έμπαιναν μόνο φίλοι όλων των εθνικοτήτων».
Ο Ριντ λειτουργεί το πριβέ στέκι του για κάποιο καιρό μαζί με τον Θεσσαλονικιό Δημήτρη Κουκουλέτο, έναν πολύ καλόγουστο και ταλαντούχο άνθρωπο, από τους καλύτερους δημιουργούς κοσμημάτων στον οίκο Cartier εκείνη την εποχή. Όμως, καθώς ο Ριντ δεν έχει χαρτιά, αναγκάζεται να πουλήσει την επιχείρηση στον Μπάμπη Πασάογλου, τον μετέπειτα ιδρυτή του ιστορικού κλαμπ «Ίμπιζα» και αργότερα των «Άστρων». Ένα χρόνο αργότερα, το ’76, η «Βεγγέρα» περνά στα χέρια των αδελφών Τάκη και Βασίλη Θεοδωρόπουλου και παραμένει σ’ αυτούς για δύο συνεχείς δεκαετίες. Η Μύκονος θα βρει στη «Βεγγέρα» το θερμό καύσιμο για να κινηθεί, και μαζί το τέλειο ταίρι της στην ασωτία!

Μαέστρος της νύχτας και των μπαρ, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος κατάγεται από την παλιά αθηναϊκή οικογένεια των Κωνσταντάρων, επίσημων προμηθευτών καπέλων στη βασιλική αυλή. «Είχαμε πέντε ιδιόκτητα μαγαζιά στην Ερμού κάποτε. Θυσιάστηκαν όλα στο τιμημένο ΚΚΕ!» μου λέει με νόημα και συνεχίζει: «Όταν απολύθηκα, έκανα το πρώτο μου μαγαζί στη Νιο, το “Marina Bar”· εκεί γνώρισα τον Τάκη Θεοδωρακόπουλο, τον Θοδωρή Ρουμπάνη. Στη συνέχεια έκανα ένα δεύτερο, το “Μεφίστο”, στη Χώρα της Ίου, μαγαζί καταπληκτικό, πολύ ’70s, ήταν η εποχή των χίππης· το παράτησα όμως και αυτοεξορίστηκα, λόγω δικτατορίας, στο Δυτικό Βερολίνο. Έμεινα πέντε χρόνια. Αρχικά ήμουνα σε μια γκρούπα καλλιτεχνών, μαζί με τον Αλέξη Ακριθάκη, τον Θανάση Βαλτινό, που είχε έρθει με υποτροφία, τον ζωγράφο Κώστα Ξενάκη, τον τεχνοκριτικό Κώστα Ιωακειμίδη, αλλά και τον μεγάλο γραφίστα Ντίτερ Ροτ, τον Γκίντερ Μπρους και τον συγγραφέα Όσβαλντ Βίνερ. Εκείνη την εποχή δημιουργήσαμε και το “Αχ Βαχ”, το ιστορικό restaurant-bar που άφησε εποχή στο Βερολίνο».


Το ’76, ο Θεοδωρόπουλος πουλάει το μερίδιό του και επιστρέφει στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στη Μύκονο, ύστερα από προτροπή του φίλου του Μπάμπη Πασάογλου. «Το πρώτο καλοκαίρι μετά την επιστροφή», θυμάται, «εργάστηκα στο “Marquees” της Λίτσας Διαμάντη και του Γιάννη Κλεισούρα. Ήταν το δεύτερο gay μπαρ μετά το “Pierro’s” που είχε ανοίξει στο νησί. Εργαζόμουν και φλέρταρα τη “Βεγγέρα”. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό το μαγαζί, από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου, ήταν τρίστρατο, έσμιγαν τρεις δρόμοι μπροστά του». Τον Σεπτέμβριο του ’76 πείθει τον Μπάμπη να του το πουλήσει. Η νέα «Βεγγέρα» ανοίγει επίσημα την άνοιξη του ’77 χωρίς να έχει αλλαχτεί ούτε καρφί στη διακόσμηση που της είχε κάνει ο Ριντ. Καθώς ο Τάκης ανήκε στη «γενιά του Αργοσαρωνικού», με τη «Βεγγέρα» είχε την ευκαιρία να ζήσει, όπως διηγείται, μια φοβερή δεκαετία, με πολύ φαν, έρωτα, ατμόσφαιρα, ποιότητα. Οι άνθρωποι που πήγαιναν στη Μύκονο, σε αντίθεση με εκείνους που προτιμούσαν τα νησιά του Αργοσαρωνικού, ψάχνανε για κάτι καινούργιο.
«Μέναμε στη Μύκονο 7-8 μήνες, από Απρίλιο μέχρι Νοέμβρη, τους χειμώνες οι περισσότεροι ταξιδεύαμε στην Ανατολή. Ινδίες, Ινδονησία, Μπαλί… Η Μύκονος ήταν τότε δέκα άνθρωποι, μεταξύ αυτών ο Πιέρο Αμβέρσα, ο Ζαχαρίας Χατζηφωτίου, πάντοτε εξαιρετικός φίλος, πάντα με τα καλά του λόγια, το ζεύγος Φιλίνη, ο Κώστας και ο Μάκης Ζουγανέλης, ο Μενουχίν, ο Τζορτζ Τσακίρης, ο Τάκης Κυριακίδης, ο Θοδωρής Φούσκης, από τους πρωτοπόρους Μυκονιάτες, φυσιογνωμία ιδιαίτερη, με τα καΐκια του, τα μαγαζιά του, καθώς και ο Βασίλης Κουσαθανάς, ο Θανάσης ο Λύκος, όπως τον λέγαμε. Αυτοί αποτέλεσαν τον σκληρό πυρήνα του νησιού.







