Οδοιπορικό στην Πάτρα του 1987, από την «Tortuga» και τη «Monopoly» μέχρι το «Πατινάζ – Αναψυκτήριο Albatros»
Όταν η Πάτρα αγαπούσε τους τουρίστες και δεν ήθελε τους φοιτητές. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο απ' το αρχείο.
Περιεχόμενα
Τεύχος 6, Σεπτέμβριος 1987 ΑΠΟ ΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΝΕΝΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Στην Πάτρα δεν είχα πάει ποτέ μου. Μια μακρινή αίσθηση καρναβαλιού στριφογύριζε στο μυαλό μου, μια γλυκιά εικόνα παχύρρευστης ηδονής, άψογης ρυμοτομίας, χρωματιστών νέον και επανάστασης του 1821. Είχα ξεχάσει τους τουρίστες…
Πάτρα – Καλάβρυτα, Παλαιών Πατρών Γερμανός… Όπως κάθε γνήσιο φαντασιόπληκτο, ο τόπος και οι ιστορικοί συνειρμοί άρχισαν να με επηρεάζουν. Κάτι το αγωνιστικόν έπαλλε μέσα μου, που επιβεβαιώθηκε από το γκράφιτι στην είσοδο της πόλης: «Οι απολύσεις δεν περνάνε στη Μίσκο». Τι σας έλεγα;
Στα καφενεία κάθονται βλοσυροί κύριοι με μεγάλα μουστάκια και κατάμαυρα, ίσια μαλλιά. Αρματολοί ή κλέφτες; Κοιτάζουν τους ξανθούς βαρβάρους να ξεμπουκάρουν από τα καράβια, πατώντας τον τόπο τους. Τουλάχιστον να έμεναν κιόλας… Χιλιάδες οι ξένοι τουρίστες που έρχονται καθημερινά μέσω Ιταλίας. Κάτι αφόρητες λετσαρίες που μετά βίας μένουν για λίγες ώρες στην πόλη, πριν φύγουν για τα «άιλαντς».
Η Πάτρα μένει ανυπεράσπιστη στα χέρια τους, φιλόξενη και εξυπηρετική, σκίζεται να τους βοηθήσει να περάσουν καλά αυτές τις λίγες ώρες που μένουν εκεί, ελπίζοντας να εκτιμήσουν τη διάθεση και να αφήσουν το συνάλλαγμά τους εκεί. Οι βάρβαροι το μόνο που ζητάνε είναι κανένα χάμπουργκερ και «ινφορμέισιον». Όλοι όσοι μου μίλησαν ήταν κατηγορηματικοί.
«Η Πάτρα δεν μπορεί να κρατήσει τους ξένους που περνάνε καθημερινά από εδώ. Δεν έχει τίποτα να τους τραβήξει την προσοχή. Οι παραλίες είναι μολυσμένες και οι ξένοι το μόνο που θέλουν είναι κάμπινγκ και θάλασσα…».
Μια πρώτη βόλτα στην πόλη. Καταπληκτικά σπίτια, νεοκλασικά αρχιτεκτονήματα που μαραζώνουν ετοιμόρροπα δίπλα σε πολυκατοικίες εκείνης της αισχρής «ανοικοδόμησης» που κατέστρεψε τη μισή Ελλάδα. Η παλιά Πάτρα μένει αξιοπρεπής στην υψηλή της θέση, παρακολουθώντας το λιμάνι κάτω να βουίζει ασταμάτητα μέχρι το βράδυ, που φεύγει και το τελευταίο πλοίο. Το Φρούριο, το Αρχαίο Ωδείο… Θα τα δούμε αύριο αυτά όλα. Τώρα, όμως, πρέπει να γλιτώσουμε από αυτή την αγριάδα του λιμανιού, που συνδυάζεται κινηματογραφικά με τον σταθμό των τρένων και των υπεραστικών λεωφορείων.
Μακάρι να μπορούσα να πνίξω στα θολά νερά εκείνο το στίφος δεκαεξάχρονων Γερμανίδων που, εν παρατάξει, διέσχιζαν τους δρόμους, φορτωμένες σαγιονάρες και σακίδια, κοτζάμ γαϊδούρες, να τραγουδάνε με μια φωνή (λες και περνούσε το Γ΄ Ράιχ): «…someone to love, someone to kiss…». Χριστός κι Απόστολος!

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ
Βράδιασε. Ο Βασίλης ετοιμάζει τις μηχανές του και επιστρατεύονται οι πρώτοι φίλοι για την «ξενάγηση». Ο Αντώνης Γιαννακάκης είχε, παλιά, μπαρ και ασχολείται με τη μουσική. Μας ετοιμάζει μια λίστα από μαγαζιά που πρέπει να επισκεφτούμε. Ήρθε και η Μάνια από την Αθήνα, κουβάλησε μαζί τον Παναγιώτη της, που είναι παλιός Πατρινός και ξέρει καλά τα στέκια. Μαζί τους και ο Slyor Χρήστος.
Εκεί ψηλά, στην πλατεία, είναι το καφενείο του Σταυριανού. Από τα πιο παλιά καφενεία της πόλης. Πελώριο, γαλαζωπό, με μπιλιάρδα και γενναίους Έλληνες θαμώνες, που δε νομίζω να πολυγουστάρουν την παρουσία μας. Οι ποικιλίες του Σταυριανού είναι εκπληκτικές, συνοδεύοντας τις παγωμένες μπίρες του. Οι μπάλες κυλάνε στην πράσινη τσόχα, εμείς διακριτικοί και σύντομοι. Δεν επεμβαίνεις έτσι εύκολα σε εικόνες τόσο καλοσχεδιασμένες και αυθεντικές…
Τα στέκια της χειμωνιάτικης Πάτρας είναι στην Άνω Πόλη, εκεί που συχνάζουν οι φοιτητές. Πλήθος από ταβερνεία και κουτούκια, σπίτια παλιά που περιμένουν να τελειώσει το καλοκαίρι για να ζωντανέψουν. Η καλοκαιρινή κίνηση βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, ανατολικά της πόλης. Το κέντρο είναι γεμάτο καφετέριες και συμβιβασμένες παρέες, όπου επικρατεί η οικογενειακή ατμόσφαιρα πάνω από καφέδες φραπέ. Ραντεβουδάκια φανερότατα, ήρεμα όλα, οι τουρίστριες μασουλάνε μόνιμα και το καμάκι σχεδόν ανύπαρκτο. Οι βιτρίνες είναι διακριτικές, οι δρόμοι φωτίζονται με φώτα σεμνά. Γυρίζω δεξιά μου: Tickets to Italy. Γυρίζω αριστερά μου: Tickets to Italy. Μα κανένας δεν θέλει να μείνει;

Καιρός για τις βότκες μας. Η «Tortuga» είναι μπλε και χλωμή. Είναι ανοιχτές όλες της οι πόρτες, έξω στην αυλή κοιτάνε τ’ άστρα οι πιο χαμηλόφωνοι θαμώνες της Πάτρας, το μαγαζί έχει στυλ και φαίνεται. Πολύ καλή η μουσική, ο ιδιοκτήτης σού ανοίγει την καρδιά με το χαμόγελό του και, ακόμα περισσότερο, ανοίγει η καρδιά μας με τα κρυσταλλιασμένα ποτηράκια της βότκας. Η «Tortuga» είναι για ραντεβού και φεστιβαλικές κουβέντες, είναι «χάι» που λένε…
Πιο πέρα από την «Tortuga» είναι η «Monopoly». Από τα πιο γνωστά μαγαζιά της Πάτρας. Γεροδεμένοι πορτιέρηδες και κάκιστο λογότυπο στην είσοδο. Η «Monopoly» συγκεντρώνει τη δυναμική νεολαία, τα Τίμπερλαντ της πόλης και τα μεταξωτά συνολάκια. Πολύ φλούο μέσα, φυτά, πισίνες, τέντες. Η Νέα Υόρκη συναντά το Ακαπούλκο, το Λας Βέγκας συναντά τις καλοκαιρινές ντίσκο των παιδικών μας χρόνων, εκεί η Πάτρα στριμώχνεται.
Μοναχικές κοπελιές και ο μπάρμαν αραχτός. Την ώρα που πήγα να την πέσω στα σφηνάκια, με πλησιάζει ύπαρξις νεαρά και καλοφτιαγμένη. Φοιτήτρια. Να πούμε δυο λογάκια για την πόλη και τους φοιτητές; Η κοπέλα είναι από την Αθήνα, μαζί της ο φίλος της — Πατρινός — και τα παράπονά της πολλά. «Οι Πατρινοί», λέει, «δε θέλουν τους φοιτητές στην πόλη».
Μα, αναρωτιέμαι εγώ, θέλουν τους τουρίστες και δε θέλουν τους φοιτητές; Η Νάντια είναι κατηγορηματική. «Ειδικά το χειμώνα, μετά τις 11-12 το βράδυ δεν κυκλοφορεί κανένας άλλος στους δρόμους εκτός από φοιτητές. Εμείς τους αφήνουμε λεφτά και αυτοί δε μας θέλουν. Μας λένε ότι είμαστε αλήτες, δε μας νοικιάζουν τα σπίτια τους, η νεολαία μάς σνομπάρει». Μήπως η Νάντια είναι υπερβολική; Αναρωτιέμαι πάλι εγώ, διότι είναι και μέρος της δουλειάς μου.
Αναλαμβάνει να μου εξηγήσει ο φίλος της Νάντιας: «Η Πάτρα παραμένει μια μικρή κοινωνία με ταμπού. Είναι φυσικό να φοβούνται τους φοιτητές». Η Νάντια ξεσπαθώνει και πάλι: «Το ξέρεις ότι δεν μας επιτρέπουν την είσοδο σε μαγαζιά με το πρόσχημα ότι έχουν πριβέ πάρτι; Άμα είσαι με το ταγιεράκι και το σινιέ σου το παπουτσάκι, επιτρέπεται η είσοδος. Άμα είσαι με το τζιν και με αθλητικά παπούτσια, απαγορεύεται!». Ως εκ τούτου, το φοιτηταριό μαζεύεται σε κουτούκια και την πέφτουν στα κρασιά ή μαζεύονται σε σπίτια, παίζουνε μπιρίμπες, πίνουνε μπίρες και, γενικά, όλα αυτά που ξέρετε και που κάνουν χρόνια τώρα όλοι οι φοιτητές όλου του κόσμου. Μάλλον, λοιπόν, Νάντια, το πρόβλημα δεν είναι τόσο τραγικό όσο σου φαίνεται. Σίγουρα, όμως, δεν είναι και ανύπαρκτο.
Αφήνουμε τη Νάντια έξαλλη και πάμε στην «Πισίνα», που βρίσκεται στο Ρίο, κοντά στα φέρι-μποτ. Πορτιέρης (μας εγκρίνει και μπαίνουμε). Όλη η χρυσή νεολαία των Πατρών είναι εδώ, γελάει και πίνει εντυπωσιακά κοκτέιλ, ακούει «Stop» με τους Bang και Kim Wilde. Τα πρόσωπα φωτίζονται από τα νερά της πισίνας, το αεράκι από τη θάλασσα είναι δροσερό, το γκαζόν είναι ακριβώς όσο πράσινο χρειάζεται. Μαυρισμένες τουρίστριες με λευκές πουκαμίσες περνάνε καλά, τα αγόρια της Πάτρας είναι κομψά και ήπια, τα κορίτσια είναι κούκλες και ήπιες. Γενικά, όλα είναι ήπια. Αυτός είναι και ο λόγος που το καμάκι δεν ευδοκιμεί, όσο φανταζόμουνα, στην Πάτρα. Δεν είναι τόσο το AIDS, όσο το ότι αυτή η πόλη σέβεται τους ξένους της σε σημείο αδιαφορίας.
Γιατί άραγε η Πάτρα δεν έχει πανκς; Τα πάντα είναι ταχτοποιημένα και πολιτισμένα, ακριβώς όσο θα θέλανε οι κρατούντες. Μια πόλη γεμάτη καλά παιδιά. Δεν το πιστεύω!.. Τα πάντα βαίνουν καλώς, η Αθήνα είναι κοντά, οι νευρώσεις απαλύνονται, το χρήμα ρέει, το καρναβάλι φέρνει κόσμο και δόξα. Τώρα τελευταία και το φεστιβάλ του Θάνου Μικρούτσικου. Με τέτοιες συνθήκες, ποιος θα μπορούσε να είναι οργισμένος; Ή, τέλος πάντων, να δέχεται άνετα τους οργισμένους; Εσείς ξέρετε πολλές πόλεις που μπορούν να υπερηφανεύονται το ίδιο για την ιστορία τους, όσο και για το παρόν τους; Γνήσιοι Έλληνες, Πελοποννήσιοι, που έχουν βγάλει και έναν πρωθυπουργό, άμα λάχει. Πίνουν το κρασάκι τους από την Αχάια Κλάους, τα Σαββατοκύριακα κατεβαίνουν Αθήνα, είναι αραχτοί και ευτυχείς. Τα παλιά σπίτια μεταφέρουν τη δόξα άλλων εποχών. Το Φρούριο την έπαρση ένδοξης πόλης. Το πρώτο λιμάνι που άρχισε να δέχεται Ιταλούς, ακόμα και τώρα τους δέχεται, με μια ελαφριά πίκρα, ίσως, που δεν μπορεί να τους κρατήσει.

Αλλά έτσι είναι η Πάτρα. Ένας σταθμός. Μια πόλη χωρίς ροκ συγκροτήματα, χωρίς ενδιαφέρον για ερασιτεχνικούς ραδιοσταθμούς. Μια πόλη για να σε αποχαιρετάει ή να σου λέει «καλωσόρισες». Η «EVITA» είναι σκυλάδικο. Γνήσιο και μυθολογικό. Πίσω από την ορχήστρα, ένα πελώριο «EVITA», γραμμένο με χρυσόχαρτο, με τυφλώνει. Κάποιος κύριος, ιδρωμένος, τραγουδάει:
«Εμπήκα στα κυκλώματα, μισώ την αδικία και πάνω απ’ όλ’ αυτά μετράω τη φιλία…»
Το κοινό, επίσης κλασικό, αλλά χλιαρό. Δε χειροκροτά κανένας. Παραγγέλνουν πιάτα, σαμπάνιες, καίνε ουίσκια στην πίστα και κοιτάνε βλοσυροί στο κενό. Ανέκφραστες ξανθιές με λαμέ. Τσιγάρα στα τασάκια. Νατύρ μορτ, που λένε. Οι «ξεναγοί» γνωρίζουν πολλά κατατόπια. Οι καλλιτέχνιδες έρχονται στο τραπέζι μας. Σοβαρές και συγκρατημένες. Η κυρία Μαίρη θα τραγουδήσει σε λίγο. «Εγώ είμαι εδώ μόνο γι’ αυτή τη σεζόν. Δεν είμαι μόνιμη εδώ, κατάλαβες;». Κατάλαβα, κυρία Μαίρη. Αργότερα, που θα τελειώσετε, αν θέλετε, να μου πείτε δυο-τρία πράγματα, εντάξει; Έγινε.
Τρεις τα χαράματα. Το ουίσκι βαρύ στο στομάχι, ο Βασίλης θα μας σωριαστεί κάτω. Η κυρία Μαίρη στην πίστα, μόνο γι’ αυτή τη σεζόν. Το κοινό ψύχραιμο και δύσκολο. Ουδεμία έξαρσις. Να φύγουμε. Κυρία Μαίρη, λυπάμαι, αλλά δεν άντεξα. Ίσως σας ρωτήσω καμιά άλλη φορά δυο-τρία πράγματα.
ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ
Πρωί με καυτό ήλιο στον κόμβο. Πλοία, τρένα, λεωφορεία, ταξί. Η Πύλη της Δύσεως. Το εμπορικό κέντρο γεμάτο και ευθύγραμμο. Οι επισκέπτες καταβροχθίζουν σουβλάκια. Οι πλατείες μάς μπερδεύουν, χάνουμε τον προσανατολισμό μας. Κοιτάμε δεξιά: Tickets to Italy. Κοιτάμε αριστερά: Tickets to Italy. Δεν πηγαίνουμε στην Ιταλία. Πηγαίνουμε στα Γύφτικα. Οι χτεσινοί φίλοι φρόντισαν να μας τρομοκρατήσουν για την περιοχή. Γκέτο, θα σας σφάξουν κ.λπ. Δε μας σφάξαν.
Τα Γύφτικα είναι χαμένα μέσα στην καρδιά της πόλης, μακριά από το λιμάνι. Είναι μικρές παράγκες, μπλεγμένες όλες σε διασκεδαστικούς λαβύρινθους. Σκουρόχρωμα πιτσιρίκια παίζουν, μπαινοβγαίνοντας από τις χιλιάδες πόρτες με τη σίτα. Το ένα νοικοκυριό εισχωρεί στο άλλο, οι απλωμένες κουρελούδες και τα σεντόνια επιτείνουν το χάος. Κανονικό σκηνικό, μέσα στο οποίο χάνεται κάθε έννοια του ιδιωτικού. Το πιο πιθανό, μάλιστα, είναι όλες αυτές οι οικογένειες που έχουν εγκαταστήσει τα κρεβάτια τους στα, κατ’ επίφαση, πεζοδρόμια να έχουν ποικίλους βαθμούς συγγένειας. Είναι φυσικό, με τέτοια στενή συγκατοίκηση. Τα Γύφτικα είναι ένας μόνιμος καταυλισμός. Ειλικρινής, χαριτωμένος και βρωμιάρης, ήσυχος μέσα στην ντάλα του ήλιου. Ήπιαμε νερό από τη βρύση και ήταν δροσερό, την ώρα που κάποιος μαυριδερός μεσόκοπος κουβαλούσε ένα καρπούζι.
Η Πάτρα, το πρωί, φωτίζει ακόμα περισσότερο τα πανέμορφα κτίρια και κάνει ακόμα πιο εφιαλτικά τα καινούρια της κτίσματα. Η πλατεία Όλγας γεμίζει φρεσκολουσμένο κόσμο που κάνει τα ψώνια του, οι φοιτητές λείπουν στις πατρίδες τους για διακοπές. Αφίσες για τις συναυλίες του Καλογιάννη, της Γλυκερίας, της Χαρούλας, του Διονυσίου. Ψηλότερα είναι το Αρχαίο Ωδείο, το οποίο λειτουργεί σαν χώρος εκδηλώσεων. Εύρημα: καλύψανε τις παλιές πέτρες με κόκκινα τούβλα. Δεν το φωτογραφίσαμε. Ψάχνουμε για θερινά σινεμά. Θέλουμε να δούμε τι ταινίες παίζουνε. Κοιτάζουμε δεξιά: Tickets to Italy. Κοιτάζουμε αριστερά: Tickets to Italy. Θα βλέπουν βίντεο…
Στο Φρούριο έχει και κούνιες. Τα παιδάκια παίζουνε στα ιστορικά εδάφη, ανύποπτα για το χώμα που κλωτσάνε με τις ελβιέλες τους. Στο ανοιχτό θέατρο ξηλώνουνε σκηνικά, μερικοί τουρίστες φωτογραφίζουνε. Πώς ξέμειναν αυτοί εδώ; Λίγο πιο κάτω, βρίσκουμε το Χαμάμ της Πάτρας. Εδώ και 60 χρόνια ανήκει στην οικογένεια Δημητρίου, που το συντήρησε και το λειτουργεί τρεις μέρες για άντρες και τρεις μέρες για γυναίκες. Σήμερα είναι αντρικό — μπορούμε να μπούμε να φωτογραφίσουμε. Οι ατμοί θολώνουν τον φακό. Οι πέτρες είναι υγρές, οι άντρες είναι μεσήλικες, αλλά έρχονται και πολλοί νέοι, όπως μας λέει η ιδιοκτήτρια. «Μόλις το ανακάλυψαν οι φοιτητές, γίνεται χαμός», και μας δείχνει αποκόμματα εφημερίδων που υμνούν το χαμάμ και τα καλά του. Της αφήνουμε το ΚΛΙΚ να έχει να διαβάζει…
Μεσημέρι στον «Ευαγγελάτο», που ξανάνοιξε στη λεωφόρο Λευκωσίας. Πολύ καλό φαγητό, καθαριότης (μισή αρχοντιά δηλαδή), ένα γατί με φοβερό θράσος που ανεβαίνει στα τραπέζια και η περιοχή είναι μικρή Γλυφάδα. Άλλωστε, η απέναντι ταμπέλα το γράφει: Marina Glyfadas. Πολύ ωραία… Η νηνεμία της πόλης, όσο να ‘ναι, επηρεάζει. Βαραίνουμε και, πριν πάμε στο ξενοδοχείο, περνάμε να δούμε την παλιά Αγγλικανική Εκκλησία, που όμως είναι κλειστή. Κρίμα, γιατί ο χώρος είναι πολύ ενδιαφέρων — ο Βασίλης ήθελε να τη φωτογραφίσει. Κλειστή είναι και μια αποθήκη του λιμανιού, όπου ξηλώνουν τα «σταντ» των εκθέσεων που είχαν γίνει εκεί τις μέρες του Φεστιβάλ. Δίπλα μας, οι βάρβαροι. Καταβροχθίζουν την πανίδα μας και περιμένουν το πλοίο τους.
Διαβάστε επίσης

ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ
Την ώρα που πέφτει το βραδάκι, λαμπρά πλοία φωταγωγούνται. Θυμάμαι τον Φελίνι. Οι αποθήκες είναι σκοτεινές, ένα παλιό αυτοκίνητο στη σκεπή ενός συνεργείου. Πόσο εύκολα μπορεί να διαστρεβλώσει μια «συνηθισμένη» εικόνα η ματιά ενός «ξένου»; Τι απ’ όλα αυτά που βλέπω εγώ και φωτογραφίζει ο Βασίλης είναι αλήθεια; Τι εντυπωσιάζει εμένα και τι τους ντόπιους; Σας παρακαλώ να δείτε όλο αυτό το οδοιπορικό σαν μια όσο το δυνατόν πιο υποκειμενική αντιμετώπιση.
Στο «Πατινάζ – Αναψυκτήριο Albatros», κατά τις 9 το βραδάκι, γίνεται ένα ομαδικό ραντεβού όλων των λυκείων της πόλης. Οι χυμοί των πιτσιρικάδων μπερδεύονται με την τσίκνα από τα καλαμαράκια, η Whitney Houston τσιρίζει στα ηχεία και όλοι κάνουν τρελές βόλτες με τα πατίνια τους, νομίζοντας πως χορεύουν. I want to dance with somebody who loves me… Α, ρε μεγάλε 267! Το καλοκαίρι όλοι θέλουν να τους αγαπάνε… Ειδικά όταν είναι 16 χρόνων…
Καλό θα ήταν, πριν πάμε για τα άλλα μπαρ, να τσιμπήσουμε κάτι. Μας προτείνανε το «Adagio», στο 5ο χιλιόμετρο του δρόμου Πατρών – Πύργου. Ιδρώσαμε να το βρούμε, διότι καμία ταμπέλα δεν ήταν σε θέση να μας πληροφορήσει για τίποτ’ άλλο, εκτός από το πού να βρούμε εισιτήρια για Ιταλία… Η περιοχή είναι γεμάτη όμορφες, παλιές, θερινές κατοικίες των πλούσιων Πατρινών. Μία τέτοια κατοικία είναι και το «Adagio», ιδιοκτησία των αδελφών Σταυρόπουλου, που έχει μετατραπεί σε μπαρ και εστιατόριο. Μέσα στις δροσερές πρασινάδες, απολαύσαμε μια έξοχη περιποίηση και πολύ καλή μουσική, με έντονη προτίμηση στη δεκαετία του ’70.
Εκεί δοκιμάσαμε και το πολύ καλό κρασί Cavino, προϊόν της περιοχής, αλλά μόνο για εξαγωγή. Το διακριτικό «Adagio» συγκεντρώνει ισορροπημένους νυχτόβιους με ωραίο μαύρισμα και εκλεκτή γεύση. Εκεί μαθαίνουμε ότι οι Πατρινοί ήταν οι πρώτοι Έλληνες που κατηγορήθηκαν για «αδελφές», μια και ήταν οι πρώτοι, επί Τουρκοκρατίας, που φόρεσαν παντελόνια και αρώματα!… Αυτά παθαίνει όποιος θέλει να είναι και το πρώτο λιμάνι.
Μετά από τέτοια ηρεμία, το «Χάραμα», στην Εγλυκάδα, μας ήρθε κάπως ξαφνικό. Φυτώριο ταλέντων, πολύ – μα πάρα πολύ – νέον και οι Ζιγκ-Ζαγκ πρώτο όνομα της νύχτας. Στα χνάρια των Παιδιών από την Πάτρα, από ‘κει ξεκίνησαν και αυτά και είδατε τι σουξέ που γνώρισαν. Το ίδιο και ο Μπάμπης Γκολές. Χαίρομαι… Το «Χάραμα» διαθέτει μεγάλη αίθουσα και νέους να τη γεμίσουν. Η ορχήστρα ρίχνει τις πενιές της, μερικοί αρχοντικοί κύριοι ρίχνουν τις βόλτες τους και η νύχτα προχωράει εντός πλαισίων. Κανένας δεν ταράζεται.

Τώρα πάμε στον «Ανεμόμυλο», που είναι υπαίθριος, παραλιακός, και η μουσική πολύ όμορφη. Τα πράγματα είναι και εδώ πολύ ήρεμα, αν και μας διαβεβαιώνουν ότι «χτες γινότανε χαμός επειδή είχε τα γενέθλιά του ο D.J.». Μακάρι. Λόγω απόστασης, το μαγαζί μαζεύει μεγαλύτερες ηλικίες και συμμαζεμένους ροκάδες. Ο ιμιτασιόν ανεμόμυλος στην είσοδο πολύ μου άρεσε. Αν χορεύανε κιόλας, θα ήταν χάρμα… «John Pap’s». Στην παραλία πάλι. Μηχανές, κόσμος κ.λπ. Στην είσοδο λουκέτα, αυστηρός έλεγχος και, γενικά, κάτι να σε κάνει να νιώθεις πολύ σπουδαίος αν μπεις.
Μέσα, αναγνωρίζω τα περισσότερα από τα πιτσιρίκια που πατινάριζαν νωρίτερα στο αναψυκτήριο. Χλιαρός χορός με κακή μουσική (Electrical Salsa και δε συμμαζεύεται), πολλοί από τους πελάτες την έχουν αράξει έξω, στην παιδική χαρά, με τις κοπελιές, προετοιμάζοντας τη μεταμεσονύχτια έκρηξη ηδονής. Μερικοί κυριλέ τουρίστες στα λευκά (πάλι!) και τέως καμάκια που περπατάνε πάνω – κάτω με βάδισμα που τους έχει μείνει από τις παλιές, καλές εποχές. Νιώθω τόσο ασφαλής που πλήττω…
Ρωτάω: «Παιδιά, πώς περνάτε εδώ τον καιρό σας;»
«Εεε, να… Ντίσκο, κανένα μπαράκι, έχουμε και το Κολυμβητήριο…»
Ευχαριστώ.

ΜΠΙΖΝΕΣ ΓΟΥΜΑΝ
Η βρώμικη θάλασσα ξεπλένει τις ακτές μιας πόλης που δεν κλονίζεται από τίποτα, που αγαπάει τον εαυτό της και τους κατοίκους της. Η Πύλη της Δύσεως, σαν δαιμόνια μπίζνες γούμαν, υποδέχεται τους επισκέπτες νηφάλια και υποχωρητική, ελπίζοντας σε μια τουριστική ανάκαμψη και, μέχρι τότε, προσεκτικά μετράει τις δόσεις: όλα είναι όσο πρέπει και ό,τι πρέπει. Αποφεύγοντας τις εκρήξεις…
Φεύγοντας, λέμε να πάρουμε μερικά μπουκάλια Cavino για την Αθήνα. Πού έχει καμία κάβα; Κοιτάμε δεξιά: Tickets to Italy. Κοιτάμε αριστερά: Tickets to Italy…