Η Καβάλα του 1987 ήταν «λίγο βαμμένη, λίγο πλούσια, λίγο ερωτιάρα»

Η Καβάλα του 1987 ήταν «λίγο βαμμένη, λίγο πλούσια, λίγο ερωτιάρα»

Ο Γιάννης Νένες έκανε οδοιπορικό στην Καβάλα στα τέλη της δεκαετίας του '80 και ανακάλυψε μια πόλη σαν ένα μεγάλο λούνα παρκ. Το άρθρο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο

Περιεχόμενα

Τεύχος 5, Ιούνιος 1987

ΑΠΟ ΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΝΕΝΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΑΣΤΙΧΙΔΟΥ

Ντάλα ο ήλιος. «Η πτήση μας θα καθυστερήσει 20 λεπτά λόγω εναέριας κυκλοφορίας», ακούγεται από τα μεγάφωνα. Μια γιαγιά δίπλα κοντεύει να πάθει έμφραγμα και οι αεροσυνοδοί, ψυχρές, αγέλαστες, στυγνές επαγγελματίες, κομψές και μουρτζούφλες, παίρνουν φόρα από το κόκπιτ και αρχίζουν το πάνω-κάτω, γλυκύτατες και αυστηρές, σ’ αυτή την αυτοσχέδια πασαρέλα που επινόησαν.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Έφτασα στην Καβάλα με τα νεύρα μου κουρέλια. Στο δίκλινο, καφές και ντους και τηλέφωνο στη Δέσποινα Μαστιχίδου, η οποία είναι νέα και ωραία, είναι φωτογράφος, καπνίζει και κυκλοφορεί με ένα παπί στις ανηφόρες και στις κατηφόρες της αμφιθεατρικής Καβάλας. Δίνουμε ραντεβού. Η Δέσποινα, μαζί με τον Διαμαντή, αναλαμβάνουν την ξενάγηση.

Το λιμάνι είναι χάρμα. Ψαράδικα και κότερα, καΐκια και φέρι για τη Θάσο, πλακόστρωτο και κάθετο φως, να πονάει τα μάτια. Το κάστρο από πάνω, σαν καλός μπαμπάς. Ολόγυρα η παλιά Καβάλα με τα παλιά, αιγυπτιακά σπίτια. Βαριέμαι του θανατά. Η πόλη, τώρα, είναι άδεια· όλοι λείπουν για μπάνιο στις κοντινές, καταπληκτικές παραλίες. Ελαφρύ γεύμα στο «Πικ-Νικ». Ο Διαμαντής λέει ότι είναι το «πιο χάι φαστφουντάδικο». Μάλιστα. Να πάμε, λοιπόν, βόλτα.

Εντάξει με το λιμάνι. Είναι όπως ακριβώς το θέλει ο ΕΟΤ για τις διαφημιστικές αφίσες. Το παραδοσιακό, με το καλντερίμι του και την ψαραγορά του, με τα φαγάδικα και όλα αυτά. Πιο πέρα είναι το «μοντέρνο». Κυριλέ πιτσαρίες, κούνιες και καφετέριες με βίντεο, πέτρινα παγκάκια, γκόμενες με καπέλα και κυρίες που κυνηγάνε τα παιδάκια τους. Θαύμα, σας λέω. Μέσα, όμως, η πόλη έχει κάτι εκπληκτικές καπναποθήκες που είτε έχουν γίνει πολιτιστικά κέντρα του Δήμου είτε είναι κλειστές. Μοσχοβολά ο τόπος καπνό. Τον απολαμβάνεις ιδρωμένος στις ανηφόρες.

Το εμπορικό κέντρο, γλυκύτατο και ήπιο, συμπυκνωμένο σε μερικούς δρόμους. Πιο πάνω έχει στενά δρομάκια με καλντερίμι, γεμάτα ψιλικατζίδικα και κυρίες παχουλές να τα λένε στις γωνίες, βγαίνοντας από την ΕΒΓΑ της περιοχής τους. Και να κοιτάνε περίεργα. Ακόμα υπάρχουν μέρη που ο κόσμος πρέπει να σε ξέρει.

Καβάλα 1987
Οι καταπληκτικές καπναποθήκες έχουν αναπαλαιωθεί και έχουν γίνει πολιτιστικά κέντρα σκορπίζοντας στα στενά μεθυστικές οσμές νωπού καπνού…

Δεν ακούς πολλούς θορύβους. Τα παιδάκια είναι όλα στη θάλασσα. Μόνο κάτι κεφτέδες να τσιτσιρίζουν στο τηγάνι και να κατρακυλάνε οι μυρωδιές από τα ανοιχτά παράθυρα, μαζί με τον Νταλάρα να τραγουδά «Με τελείωσες…», ανακινώντας καλοκαιριάτικα τις ελαφρές κουρτίνες της κουζίνας. Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου ζει και βασιλεύει.

Ξανά πίσω στην παραλία. Πάμε για μπίρες. Η Καβάλα, αυτή η παραδοσιακή, αυτή που μάθαμε από τα ντοκιμαντέρ, δεν είναι αυτή που γυρεύω. Αυτή η Καβάλα, με την ανοικοδόμηση και τις ροζ τινέιτζερς, με τις ανοιχτές τηλεοράσεις και τις μπλε αθλητικές σαγιονάρες, είναι εκείνη η γνωστή πόλη που μπορεί κάποιος να τη συναντήσει παντού, σε όλη την ελληνική επικράτεια. Υπάρχουν λεφτά. Καπνέμποροι, κτηματίες, θαλασσινοί. Υπάρχει η Θάσος και οι τουρίστες — Σουηδοί, Γιουγκοσλάβοι, Γάλλοι και πολλοί Γερμανοί. Κουβαλάνε κάθε χρόνο τις πλαστικές τους φλούο κιτσαρίες (sic), γεμίζουν τα κάμπινγκ και τις παραλιακές ντίσκο. Ορμάει ο νεαρόκοσμος στα ίδια μέρη. Να δούνε, να αντιγράψουν, να φλερτάρουν, να νιώσουν Ευρώπη.

Η Καβάλα πάσχει από την αρρώστια κάθε ελληνικής μεγαλούπολης. Πάσχει από ένα κόμπλεξ απέναντι στο κέντρο. Το σιχαίνεται και το λατρεύει ταυτόχρονα. Το κοιτάζει με δέος να ξεμπουκάρει από τα αεροσκάφη της Ολυμπιακής και θέλει να το εντυπωσιάσει. Εδώ έχουν ακόμα καιρό και διάθεση για τοπικισμούς.

Η πρωινή Καβάλα είναι ήπια και παχύρρευστη. Κοιμίζει τα αργόσχολα παιδιά της, που θα ορμήσουν στους δρόμους μόλις πέσει ο ήλιος. Τους χτίζει κτίρια έτσι όπως τα θέλουν. Μεγάλα, αθηναϊκά, τουριστικά. Η πρωινή Καβάλα ζει σαν μια κουρασμένη σαραντάρα: λίγο βαμμένη, λίγο πλούσια, λίγο ερωτιάρα. Κοιτάζει τα τεκνά του καλοκαιριού να κάνουν βόλτες πάνω στο κορμί της με τα μηχανάκια τους. Και πασχίζει να κρύψει τους «απλούς», τους ψαράδες και τους εργάτες στα λιπάσματα. Τους κλείνει απαλά στις πάνω γειτονιές τους, χαμογελώντας. Κάθονται στα ψηλά μπαλκόνια τους και βλέπουν κάτω το λιμάνι, τυλιγμένοι στο μπλε φως της τηλεόρασης.

Μπίρες, λοιπόν. Μαλακώνει η διάθεσή μου. Χαίρομαι που βλέπω ανθρώπους ροδαλούς να σφύζουν από υγεία και να περπατάνε χωρίς να βιάζονται. Κάθομαι στο «Front Page», μέσα σε μοβ, κίτρινα, λευκά και μπλε χρώματα. Βλέπω όλο μηχανές και, στο βάθος, τη θάλασσα. Είναι μεσημέρι. Γεμάτος ο δρόμος καφετέριες, ίδιες η μία με την άλλη. Φωτεινά μακό, στενά τζιν, αραλίκι και τσιγάρα. Φραπέ με γάλα — το εθνικόν ποτόν.

Καβάλα 1987
Πάρκιγκ έξω από τις ντίσκο. Συναντήσεις, φανάρια αυτοκινήτων, ραντεβού για αλλού. Η νύχτα συνεχίζεται…

Οι μικροί, θερινοί επιβήτορες. Η Καβάλα της καβάλας. Το AIDS ξορκίζεται με αστεία. Οι τουρίστριες στις πλαζ είναι θελκτικές και στις ντίσκο γοητευτικές. Η αγάπη είναι φόβος. Όμως η Καβάλα είναι ερωτική. Θέλει να είναι.

Αυτή η νεολαία παίζει τον ρόλο της σε ντεκόρ στημένα μόνο και μόνο γι’ αυτόν τον σκοπό. Και, βέβαια, οι ρόλοι αυστηρά προκαθορισμένοι. «Κράζουν πολύ εδώ», μου λέει η Δέσποινα. Γι’ αυτό και οι οποιεσδήποτε σεξουαλικές μειονότητες δεν έχουν γκέτο. Είτε εκτίθενται στο ανελέητο κοινό είτε καταπιέζονται και περιφέρονται σε «γενικούς» χώρους, αρνούμενες τον εαυτό τους.

Η Καβάλα, στο φως του ήλιου, είναι πιο σκληρή και πιο λαϊκή. Οι καινούριοι σνομπ, οι νεόπλουτοι, οι πιο «άνετοι», είναι στις ακρογιαλιές. Κάνουν σερφ, αστράφτουν τα δόντια τους στον ήλιο, ακούνε Prince στα γουόκμαν, πασαλείβονται με λάδια και δίνουν ραντεβού για το βράδυ… Βυθίζομαι αργά στους ρυθμούς της πόλης. Αφίσες διαφημίζουν την «Τούτσι» του Βουτσά. Εκεί θα πάνε οι μεγάλοι. Οι νέοι δεν τα γουστάρουν αυτά. Βλέπουν μόνο βίντεο. Εκατοντάδες τα βίντεο κλαμπ, όλα με νέον και καθρέφτες.

Δεν υπάρχει ούτε ένα θερινό σινεμά. Μόνο τέσσερις χειμερινοί κινηματογράφοι, που παίζουν με ανοιχτά παράθυρα (!) και, μάλιστα, ο ένας μόνο τσόντες. Βλέπετε, υπάρχει και στρατός. Υπάρχει και μυθολογία. Υπάρχει και μια κινηματογραφική λέσχη που μαζεύει τον φοιτητόκοσμο από τα ΤΕΙ να δουν τις καλές ταινίες που στέλνει η μαμά Αθήνα. Τα φρικιά, που μου φάνηκαν λίγο πιο γελαστά από αυτά της Αθήνας. Δεν έχουν πολλά στέκια, μερικά μπαράκια μόνο.

Ο Αντώνης Κούφαλης είναι δικηγόρος και ιδρυτής της εφημερίδας «Η Εβδόμη», που, απ’ ό,τι μαθαίνω, είναι η πιο «προοδευτική» της πόλης. Ο Αντώνης ασχολείται, ως δικηγόρος, κυρίως με θέματα νέων. Με διωκόμενους ραδιοερασιτέχνες και ό,τι άλλο. (Έχει η Καβάλα τζάνκις;…) «Οι ερασιτεχνικοί σταθμοί της πόλης είναι ανύπαρκτοι. Υπάρχουν πάρα πολλές καταδίκες και μάλλον φοβάται ο κόσμος. Όσοι υπήρξαν και υπάρχουν, βάζουν πολύ φτηνή μουσική, ντίσκο και λαϊκά. Ο μόνος καλός ερασιτεχνικός σταθμός, ο Ιδιωτικός Ραδιοφωνικός Σταθμός Καβάλας, που είχε ο Ηλίας Ψυλλάκης, έκλεισε», λέει ο Αντώνης.

Καβάλα 1987
Η θεατρική ομάδα της «Στέγης Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών», ανεβάζει τις πανουργίες του Μπερτόλδου». Κέφι, σκονισμένες περούκες και αποκέντρωση.

Και τι γίνεται, Αντώνη; Ούτε από ροκ τρέχει τίποτα. Κανένα μαθητικό γκρουπάκι που επιβιώνει περιστασιακά (οι «Κρίσις» υπάρχουν μόνο αυτή τη στιγμή). Χώροι για ζωντανή μουσική δεν υπάρχουν. Ο Κούφαλης, μέλος του Δ.Σ. των Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων του Δήμου, έχει καταφέρει να δοθεί το θέατρο του Διοικητηρίου για ροκ βραδιές, αλλά η ανταπόκριση ήταν απογοητευτική. Η χρυσή νεολαία, φαίνεται, προτιμάει τη Madonna (πολλές, εξάλλου, και οι μικρές «Μαντονίτσες» που κυκλοφορούν στους δρόμους), άντε και τίποτα πιο σοφιστικέ, όπως οι Simple Minds.

Η «Στέγη Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών» έχει ιδρύσει το Δημοτικό Θέατρο, που είναι ανοιχτό για όλον τον κόσμο. Οι περισσότεροι το σνομπάρουν, αν και δεκαεπτά άτομα, αυτή την εποχή, ετοιμάζουν μία κομέντια ντελ’ άρτε, τις «Πανουργίες του Μπερτολδού». Με τη Δέσποινα στο παπί και πάμε στις πρόβες, ενώ ο ήλιος αρχίζει να γίνεται πιο κόκκινος και βαρύς… Ο Δημήτρης Ιωάννου σκηνοθετεί και καθοδηγεί ένα τσούρμο φωνακλάδων και κεφάτων, ντυμένων με κοστούμια ποικίλων απόψεων. Μου φαίνεται ότι το βεστιάριο ξέθαψε πολλά παλιά μποά και εσθήτες, περούκες και μισοχαλασμένα στρας. Οι εποχές μπερδεύονται θεατρικότατα με τις μανιέρες και τις τσιριχτές φωνούλες. Οι μοβ περούκες μαδάνε και τα σατέν είναι σκονισμένα. Ζέστη και τσιγάρα στα διαλείμματα.

Είναι μια παρέα που εκμεταλλεύεται τη διάθεσή της και χρωματίζει αυτό το καλοκαιριάτικο δειλινό με όλο το κέφι μιας σχολικής παράστασης, λες και θα παίξουν στις γυμναστικές επιδείξεις. Δεν θα παίξουν στις γυμναστικές επιδείξεις· θα κάνουν πρεμιέρα στην Κομοτηνή. Θα μπορούσαν να βγουν και στο «Θέατρο της Δευτέρας». Μέσα σε όλους αυτούς τους χαριτωμένους θεατρίνους, που καταναλώνουν έτσι, ρομαντικά, τον ελεύθερο χρόνο τους, είναι και ο Αλέξανδρος Κρασοκεράς. Που σχεδιάζει. Μου μιλάει και μοιάζει να μην περιμένει τίποτα. Γρατζουνάει το πενάκι του στα λευκά χαρτιά, για να διατηρεί κι αυτός το άλλοθί του στο παιχνίδι της «μικρής μας πόλης».

Μόνο τέσσερις χειμερινοί κινηματογράφοι, που παίζουν με ανοιχτά παράθυρα (!) και, μάλιστα, ο ένας μόνο τσόντες. Βλέπετε, υπάρχει και στρατός. Υπάρχει και μυθολογία.

«Σκέφτομαι να ασχοληθώ με τις γραφικές τέχνες, να κάνω μαθήματα δι’ αλληλογραφίας. Τι λες κι εσύ;…» Τον απογοητεύω τον Αλέξανδρο. Γραφικές τέχνες δι’ αλληλογραφίας;… «Έχω κάνει μερικές αφίσες που κυκλοφόρησαν εδώ στην Καβάλα και θα κάνω το κασέ σ’ ένα καινούριο περιοδικό που κυκλοφορεί στην πόλη, το “Υπόστεγο”. Δύσκολη κατάσταση. Η φωτοσύνθεση πρέπει να πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη, να τα φέρνουμε, να κάνουμε τις διορθώσεις και ξανά πίσω. Ούτε μηχανήματα για να κάνουμε τους διαχωρισμούς υπάρχουν. Και τα έγχρωμα στη Θεσσαλονίκη!…»

Δύσκολα τα πράγματα, Αλέξανδρε! Η Καβάλα έχει δύο περιοδικά και πέντε εφημερίδες. Το «Υπόστεγο», με δυνατό καστ και συνεργασίες όπως του Κουμανταρέα και του Αξελού. Το άλλο περιοδικό είναι οι «Ματιές». Μηνιαίο, ποικίλης ύλης, το εκδίδει ο Γιώργος Καρανίκας. «Χιλιάδες τα προβλήματα», λέει. «Και, πρώτα πρώτα, αυτό των συνεργατών. Ψάχνουμε νέους ανθρώπους. Η Καβάλα μπορεί να στηρίξει νέα πράγματα. Η νεολαία έχει ανησυχίες, τέτοιες που δημιουργεί ένας νέος, αστικός τρόπος ζωής.»

Ο κ. Καρανίκας κατάλαβε τι είναι η Καβάλα και πού το πάει. Οι «Ματιές» έχουν μόδα, αθλητικά (πολλά), τέσσερις σελίδες ωροσκόπιο (!), χρονογραφήματα, διάφορα ρεπορτάζ για τα Ωδεία της πόλης, για παλαίμαχους κουρείς, συνταγές για φυτά εσωτερικού χώρου και άλλα αστικά. Οι «Ματιές» αγχώνονται να πιάσουν τον σφυγμό ενός κοινού που στρέφεται στα mass media του κέντρου, που θέλει να λέει ότι «η Καβάλα έχει δύο περιοδικά», αλλά που – είμαι σίγουρος – δεν θα διαβάζει κανένα.

Όσο για τις εφημερίδες, λυπάμαι, αλλά δεν μπήκα στον κόπο να τις διαβάσω. Προτίμησα βόλτα στο λιμάνι. Ηλιοβασίλεμα και λαϊκό νυφοπάζαρο. Πάνω-κάτω τα ντουετάκια, πασατέμπο και χαμόγελα. Κουτσομπολιό, φούστα-μπλούζα και πέδιλο και, μετά, γρανίτα στις καφετέριες. Το ξενοδοχείο βλέπει στη θάλασσα…

Καβάλα 1987
Big Ben. Privέ το κλαμπ (αλλά άδειο μου φάνηκε…), καλή μουσική και είσοδοςχοάνη που καταπίνει τα κακά παιδιά της νύχτας…

Νύχτα

Το σαμπουάν μυρίζει όμορφα και, από το μπαλκόνι, στέλνω τον καπνό του τσιγάρου στο βαθύ μπλε της νύχτας. Λίγο νερό στάζει στο μωσαϊκό, εδώ μπροστά μου. Ήρθε το βράδυ να συναρμολογήσει τους μύθους του ελληνικού θέρους. Λειτουργούν οι απαραίτητοι συνειρμοί. Ακόμα και οι τύψεις του ξένου μπορούν να χαθούν μέσα σ’ ένα παγωμένο ποτήρι. Στη ρεσεψιόν η Δέσποινα και ο Διαμαντής.

Βγαίνει το πρόγραμμα. Πρέπει να βιαστούμε. Στις 11-11:30 πέφτει η κίνηση, αδειάζουν όλα και γεμίζουν οι παραλιακές ντίσκο. Τον χειμώνα είναι χειρότερα· δεν κυκλοφορεί ο κόσμος. Γιατί η νύχτα της Καβάλας συντηρείται από πιτσιρικάδες που φοβούνται το κρύο και τις φωνές του μπαμπά, σκέφτονται και το σχολείο. «Τα μαγαζιά είναι όλα ίδια», λέει η Δέσποινα, «γιατί έχουν το ίδιο κοινό. Οι νεόπλουτοι και οι σνομπ εικοσάρηδες. Οι μεγαλύτερες ηλικίες έχουν ένα-δύο στέκια, αλλά όσοι είναι από τριάντα και πάνω δεν έχουν πουθενά να πάνε. Το πολύ-πολύ κανένα ταβερνάκι ή μαζεύονται σε σπίτια φίλων».

Όλα μαζί στη σειρά, βαβούρικα και δυνατά, μπαράκια με ανοιχτές τις τζαμόπορτες, ισόγεια καινούργιων πολυκατοικιών. Μηχανάκια, όρθιοι και ραντεβού. Ηλεκτρονικά και μπίρες. Το «Big Ben», με μία είσοδο-ρολόι να σου κόβει την ανάσα. Privé το κλαμπ, ευγενέστατος ο τυπάκος που περιφέρεται γενικώς, άδειο όμως. Εδώ είναι μαζεμένα όλα τα «προσπελάσιμα», τα όσα στέκια ψιλοσνομπάρονται από τους «χάι». Νιώθω σαν να είμαι ξανά στο λύκειο. Να θυμηθώ να πάρω και ασπιρίνες.

«Πού πάνε τώρα;» Εκεί που τρώνε. «Στα Καλά Καθούμενα». Όντως καλά τα… καθούμενα, αν και κάπως στριμωχτά. Ψαροταβέρνα, αλλά της ενδοχώρας, με μια γλυκύτατη Κική πάνω από τη φουφού να περιποιείται δεόντως τα φρέσκα ψάρια. Φοιτητικό χιούμορ πλανάται στον χώρο, μαυρισμένες δεσποινίδες τα κοπανάνε δίπλα σε γεροδεμένους σέρφερ. Εδώ κανείς δεν με κοιτάει παράξενα, ούτε και κανείς δίνει δεκάρα να μου μιλήσει για τη ζωή στην Καβάλα. Αλλά μας κερνάνε άσπρο, παγωμένο κρασί, κάνουν χώρο να καθήσουμε, νιώθω περίφημα, αράζω και ρίχνω ματιές στις καραβίδες του ψυγείου. Είναι κόκκινες σαν τα κορίτσια γύρω, μπλε οι καρέκλες, άσπρη η φωτιά, γαλάζια τα τζιν και κίτρινα τα μακό. Η πόλη είναι μια τρισευτυχισμένη τετραχρωμία. Αν πιω κι άλλο, θα είναι εις διπλούν.

Το στέκι για τους «μεγάλους» ακούει στο όνομα-θρίλερ «Έρεβος». Είναι κι αυτό δίπλα στη θάλασσα, έχει ήπιες γραμμές, ήπιες μουσικές, ήπιους θαμώνες και υπόληψη. Ό,τι πρέπει για να γλυκαίνει ανασφάλειες. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο να μαζεύει και «μεγάλους» (η Δέσποινα, λέγοντας μεγάλους, εννοεί εικοσιπεντάρηδες και άνω!). Στο «Έρεβος» νιώθεις εξασφαλισμένο το επαγγελματικό σου μέλλον, νιώθεις τον δεσμό σου να κατεβαίνει από μία κόκκινη Alfa Romeo, νιώθεις σαν να έχεις αναλύσει όλο το έργο του Σπίλμπεργκ. Ακόμα και μουρουνέλαιο να πιεις, στο απαλότατο «Έρεβος» θα μοιάζει με εύγευστο φρουτοχυμό.

Προς τι, λοιπόν, τα άγρια ονόματα; Εγώ τώρα θέλω φρικιά. Μακρύ μαλλί και μαύρο γιλέκο, να το φχαριστηθεί η ψυχούλα μου, με τόσο χάι-τεκ και σφιχτοδεμένη κομψότητα που είδα μέχρι τώρα. Πάμε ν’ ακούσουμε sixties στο «Vanitas». Μικρό και παραδοσιακό μπαράκι, από εκείνα που δόξασαν τη Θεσσαλονίκη και τα Εξάρχεια. Σκουλαρικάκια και Rory Gallagher, ποτά στρέιτ και καραμπινάτα, όλα μέσα σε αποχρώσεις του κίτρινου και του ξύλου, αλλά και μικρές εκτροπές του στυλ, με κάτι δαντελίτσες που πήρε το μάτι μου και κάτι θλιμμένα κόκκινα βελούδα.

Ο Νίκος του μπαρ επέμενε να μου λέει ότι, όσα και να γίνουν, είναι μάταια· ότι η αποστράτευση είναι απλά όνειρο· και ότι έξω από το «Vanitas» — ξέρω πόσοι καπνεργάτες σκοτώθηκαν στην τάδε απεργία παλιά; Όχι, ξέρω; Όχι, Νίκο, δεν ξέρω. Όμως γουστάρω το μαγαζί, γιατί επιμένει να είναι ρομαντικό και απογοητευμένο, σε μια εποχή που οι προσπάθειες έχουν θράσος και πολύ καλή σκηνοθεσία.

Πάρκιγκ έξω από τις ντίσκο. Συναντήσεις, φανάρια αυτοκινήτων, ραντεβού για αλλού. Η νύχτα συνεχίζεται…

Μπαίνουμε στη «ζώνη με τις ντίσκο». Ο Θεός να βάλει το χέρι του! «Picchio Rosso», τρυφερή και γλυκιά, όπως πρέπει να είναι οι πασαρέλες των θερινών τινέιτζερς και των τουριστών με τα σορτς και την ελαφρά ηλίαση. Κυκλική πίστα, αεράκι από την πλαζ, ρέγκε και ηλεκτρικό φανκ, χορός ίδιος για όλους. Το φλερτάκι είναι πανταχού παρόν. Κάνει μπουρμπουλήθρες μέσα στα κόκκινα ποτά και ανάβει μικρά πυροτεχνήματα που σκάνε μπροστά στα έμπειρα μάτια των (υπερυψωμένων) DJ. Κάποιος καλός κύριος μου λέει να γράψω ότι οι ακτές είναι μολυσμένες.

Οι ακτές είναι μολυσμένες. Στο ίδιο στυλ, αλλά πολύ πιο αγέρωχος χώρος, είναι η «Salina», που μαζεύει τους ευγενείς δανδήδες των καλών οικογενειών. Ντίσκο με παράδοση, με καλές δημόσιες σχέσεις, με κυριλέ λαμπάκια και μουσική που καλύπτει μεγαλόψυχα όλα τα γούστα του, έτσι κι αλλιώς, ομοιογενούς κοινού. Εδώ τα κορίτσια είναι σαν αυτά της «Αυτοκίνησης» (της παλιάς) και τ’ αγόρια παίζουν με τα κλειδιά των παρκαρισμένων αυτοκινήτων τους.

Θεέ μου, τι καλά που νιώθω! Θεέ μου, πώς θα είναι η νέα συλλογή Emporio του Armani; Εκεί κοντά είναι και η «Ρεβάνς», με όλες τις γνώριμες προδιαγραφές. Τέντες, πισίνες, πολυεπίπεδες πίστες μέσα στο νερό, σκαλάκια, κάγκελα… Ένας μικρός λαβύρινθος, μια περιπέτεια μέχρι να φτάσουν τα αστραφτερά νεαρούλια και οι ξένοι των γύρω κάμπινγκ στον βωμό. Η προσπάθεια αξίζει. Αυτή την εποχή η «Ρεβάνς» έχει live πρόγραμμα με την Κρίστη Στασινοπούλου και τους Ντέρτι (του Βαγγέλη Βέκιου). Η Κρίστη, με τα μίνι της, χορεύει μέσα στη νύχτα, τους τραγουδάει UB40, Pretenders και Prince. Είναι καλή. Την αγαπάνε. Όλα είναι τόσο ιδανικά. Στη «Ρεβάνς» είναι σαν να βρίσκεσαι μέσα σε τηλεοπτικά σποτ και όλοι γύρω σου να μασουλάνε τσίχλες χωρίς ζάχαρη… Όταν οι Ντέρτι αρχίζουν τα ροκ εν ρολ, όλοι ιδρώνουν και εξατμίζονται.

Μία βοτκίτσα και φύγαμε. Το καλύτερό μου! Ύπαιθρο κυριλέ μπουζουξίδικο. Δίπλα στη θάλασσα κι αυτό, με αισθητική συμμαζεμένης ντίσκο και όνομα ελληνοπρεπές: «Ποσειδώνιο». Λευκά πλαστικά καθίσματα, σερβιτόροι με λευκά πουκαμισάκια και μαύρα μουστάκια, μπορντό τραπεζομάντιλα. Όλο το μαγαζί μία καθαρισμένη φορμάικα. Η πίστα έχει πελώρια κόκκινη αυλαία και φωτορυθμικά. Ποτά-μπόμπες, αλλά μπόμπες να σε ρίχνουν κάτω! Αραχτοί κύριοι με ποντίκια και ανοιχτά πουκαμισάκια, κυρίες με γυμνές πλάτες, μία άλλη κυρία στην πίστα άδει τα γνωστά χιτ του είδους. Αλλά, μετά από δύο-τρία τραγούδια, μας προκύπτουν δύο τύποι με διαθέσεις Χάρρυ Κλυνν και Γιάννη Μηλιώκα και αρχίζουν τα «Μπανάκι μανάκι» και το «…δεν ξαναβόσκουν άλλες βο(υ)βάλες».

Η Καβάλα είναι σαν ένα μεγάλο λούνα παρκ με φώτα και μικροπωλητές. Ζει στον κόσμο των ονείρων της, γοητεύει τα παιδιά της, τους λέει παραμύθια και υποδύεται την ντίβα. Είναι το πιο κατάλληλο σκηνικό για έναν νεαρόκοσμο που τρέφεται με εμμονές και ταξιδεύει στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη συχνά, να παίρνει θάρρος και ιδέες.

Οι τουρίστες ενθουσιάζονται, η δροσιά από τη θάλασσα είναι αριστούργημα και όλοι είναι πολύ ευτυχισμένοι. Το τρομερό μπαλέτο αποτελείται από Αγγλίδες και ονομάζεται Play Models. Τα κορίτσια πετάνε βυζί και ο κόσμος γουστάρει. Τα φτερά τους είναι χιλιάδες. Τα μοβ νέον καθρεφτίζονται στα στρας. Όλα είναι ροζ και ιντερνάσιοναλ, υπερθέαμα και μπίρες. Πριν προλάβω να συνέλθω, οι κύριοι με τα μαύρα γυαλιά και το ασυναγώνιστο στυλάκι αρχίζουν τα «Ναι και τα όχι» του Λουκιανού, οι δε Αγγλίδες συνοδεύουν το οργασμιακό φινάλε με τρελές ρούμπες και βραζιλιάνικη λαγνεία.

Μετά απ’ όλα αυτά, τι περιμένετε; Είμαι και πάλι ένα κουρέλι…

Η Καβάλα είναι σαν ένα μεγάλο λούνα παρκ με φώτα και μικροπωλητές. Ζει στον κόσμο των ονείρων της, γοητεύει τα παιδιά της, τους λέει παραμύθια και υποδύεται την ντίβα. Είναι το πιο κατάλληλο σκηνικό για έναν νεαρόκοσμο που τρέφεται με εμμονές και ταξιδεύει στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη συχνά, να παίρνει θάρρος και ιδέες. Τα παιδιά παίζουν το παιχνίδι των μεγάλων. Κάθε βράδυ με τον ίδιο τρόπο, τους ίδιους κανόνες, στα ίδια μέρη. Παιδιά που ζουν με τα βαμπίρ των παιδικών τους χρόνων, αλλά και με τα φαντάσματα της μεγαλούπολης. Κάθε βράδυ αντιμετωπίζουν τους ίδιους φίλους, δικαστές αδέκαστους και ανελέητους. Και το σκηνικό; Νέον και πλεξιγκλάς. Η Καβάλα των μικρών. Η Καβάλα των λυκείων. Να θυμηθώ να πάρω ασπιρίνες. Τόση γλυκύτητα δεν την αντέχω, ρε παιδιά!

Σχετικά άρθρα