Θερμαϊκές Νύχτες: Τα μπαρ και κλαμπ της Θεσσαλονίκης από το ΚΛΙΚ του 1988
Σύσφιξις σχέσεων και γλεντζέδικη ατμόσφαιρα: η Θεσσαλονίκη στα τέλη της δεκαετίας του '80 τα είχε όλα. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Περιεχόμενα
Μάρτιο 1988, τ.12 ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΝΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΛΟΥΔΗ
Όλοι λένε για την «ερωτική Θεσσαλονίκη». Για τις νύχτες που απλώνονται και διεκπεραιώνονται στα χείλη του Θερμαϊκού κόλπου, πειστικές για τη φήμη τους, αν γνωρίσει κανείς αυτά τα νυχτερινά στέκια αλλά και τις γαστριμαργικές τελετουργίες των νυχτόβιων. Το σκεπτικό είναι απλό: η πόλη διαθέτει χρήμα, θάλασσα σε απόσταση αναπνοής, ωραία κορίτσια, αθλητές και οπαδούς, ράθυμους γλεντζέδες, φαγάδικα με ανατολίτικες γεύσεις, αλλά και την ηδονική αίσθηση του πολύ μοντέρνου – όλα αυτά και πολλά άλλα (ανάλογα με τους προσωπικούς συνειρμούς) μπορεί να κάνουν μία πόλη ερωτική. Σίγουρα, όμως, εκτινάσσουν τις νύχτες της ψηλά, εντείνουν τους ρυθμούς, απαιτούν περισσότερη συμμετοχή, αναζωπυρώνουν επιθυμίες, ευνοούν τα ασταμάτητα πήγαιν᾽ έλα, καθορίζουν φυσιογνωμίες και αναδεικνύουν πανηγυρικά τα «στέκια».
Αυτού του είδους η ένταση, συνδυασμένη με τις διαστάσεις της πόλης, τις διαστάσεις της πιάτσας όπου «συμβαίνουν» όλα και την ανυπαρξία του γκέτο, συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά της νυχτερινής ζωής σε μία, δύο το πολύ εικόνες. Όσες φορές και αν ανέβω στη Θεσσαλονίκη, βλέπω τα ίδια. Τα μικρά κυκλώματα ανακυκλώνονται και περιπλέκονται περισσότερο με τις τρυφερές ερωτικές καντρίλλιες που ευνοούν (όλοι έχουν παρθεί με όλους). Τα αποτελέσματα αυτών των συναλλαγών συζητιούνται με πάθος, χιούμορ και καλολογικά στοιχεία, τα επόμενα βράδια στα μπαρ. Ποτέ – κανένας – δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν του σ’ αυτή την πόλη. Θα το συναντάει κάθε νύχτα, γιατί και αυτός και «το παρελθόν» βρίσκονται στην ίδια παρέα. Είναι πολύ όμορφο να μη νιώθουμε μόνοι αλλά, μερικές φορές, είναι πιο όμορφο να νιώθουμε. Αφού, λοιπόν, πουθενά κανένας δεν είναι άγνωστος, είναι φυσικό να επικρατεί σύσφιξις σχέσεων και η περίφημη γλεντζέδικη ατμόσφαιρα (IN και OUT) σε όλων των ειδών τους χώρους.
Ένας κόσμος, όμως, που κοινοποιεί τόσο πολύ τις νύχτες του και τα τεκταινόμενα, μερικές φορές αναζητάει ησυχία. Η έντονη κίνηση στα μπαρ δε σταματάει ούτε το υπόλοιπο της ημέρας. Μεσημεριάτικα, οι δρόμοι άδειοι στην πιάτσα, αλλά τα στέκια γεμάτα, φωνές, μουσικές, γέλια, καφέδες και εφημερίδες. Είναι και πάλι όλοι τους εκεί! (Μα πότε κοιμούνται;). Τέλος πάντων, η Θεσσαλονίκη δεν εξαντλείται έτσι απλά. Την ξέρω την πόλη, τη γνώρισα φαντάρος. Από τότε, είμαι λίγο πιο ρομαντικός και λίγο πιο υποκειμενικός μαζί της. Οι νύχτες της μπορεί να είναι καλύτερες ή χειρότερες, όπως και σε πολλά άλλα μέρη. Ο ανοιχτός της ορίζοντας, όμως, βελτιώνει τουλάχιστον τις αναπνοές μου. Ο Βαρδάρης με χτυπάει στο πρόσωπο, ξελαμπικάρω, είμαι έτοιμος να πιω άλλο τόσο. Άλλωστε, εμένα με ξέρουν λίγοι – τα μπαρ είναι γεμάτα υποσχέσεις για απρόοπτα και ποτέ δε μένω παραπάνω από μία βδομάδα. Είναι και αυτός ένας τρόπος για να χτίζω ή να συντηρώ το μύθο της πόλης…
BEL AIR

Ένα φοβερό μεσημέρι, με βροχή και δυνατό άνεμο, μπήκαμε στο «Bel Air». Τα παιδάκια, με λέδερ τζάκετς και όμορφα καπελάκια, έπιναν καφέδες, γελούσαν, μιλούσαν δυνατά ή διάβαζαν τις εφημερίδες τους. Ο ντι-τζέι είχε μαζέψει γύρω του μια μεγάλη παρέα και τους έβαζε παλιά καλά ροκάκια. Ψιλοχόρευαν, είχαν αράξει στα σκαλοπάτια που οδηγούνε στο επάνω μπαρ, ήταν ένα κουλαριστό μεσημέρι. Στον τρίτο εσπρέσο άρχισε, το μεσημέρι, να γίνεται και φάνκυ. Στα κόκκινα φώτα βγάλαμε τα πουλόβερ, η Μόλυ φορούσε τα μαύρα γυαλιά της, ερχόταν το σκοτεινό απόγευμα. Η Θεσσαλονίκη δεν έχει ανάγκη από ραντεβού, ούτε το στήσιμο έχει τόση μεγάλη σημασία στα στέκια της. Στο «Bel Air», ας πούμε, όλοι ξέρουν πως θα βρούνε το δικό τους — αλλά και να μην τον βρούνε, θα γνωρίσουνε άλλους ή θα πούνε σαχλαμαρίτσες με τον μπάρμαν. Στο μικρό και γεμάτο «Bel Air» η νύχτα αρχίζει πολύ πιο νωρίς.
ΑΧΙΛΛΕΙΟΝ

Το «Αχίλλειον», κάποτε, ήταν στέκι των φρικιών. Μαλλιά, κουβέντες σοβαρές ή δυσνόητες, ποιητικές απογνώσεις, τζάκετ χακί φοιτητικά, καφέδες ελληνικοί και μπίρες. Μια άλλου είδους ζωντάνια ή, τουλάχιστον, συγκεκριμένο χρώμα. Το «Αχίλλειον» βρίσκεται στο ισόγειο μιας μεγάλης, αρ-ντεκό πολυκατοικίας, μπροστά στη θάλασσα. Πριν από λίγο καιρό, το «Αχίλλειον» μεταμορφώθηκε σε ένα πολύχρωμο, πλαστικοποιημένο καφέ, ύφους φαστ-φουντ, με περίεργες γωνίες, τεράστιες κολώνες, γυάλινα κουτιά, μικρά τραπεζάκια και κοινό «λυκειακό». Η από πάνω πολυκατοικία μοιάζει ένα άχρηστο, πολυκαιρισμένο κουτί, οι ευθείες και τα χρώματα της θάλασσας έχουν αχρηστευθεί μπροστά στην κραυγαλέα κυριαρχία του νέου στυλ «Αχίλλειον». Πολλοί εξανέστησαν με αυτή την ιστορία. Το «Αχίλλειον» έγινε θέμα διπλωματικής εργασίας στην Αρχιτεκτονική, χωρίς να χρειάζεται τόση φασαρία για ένα τόσο «περατό» θέμα. Δε μείναμε εκεί πολύ. Προτιμήσαμε μια βόλτα στην παραλία.
Διαβάστε επίσης
COPA CABANA

Οι γυναίκες του Βαρδάρη εμπορεύονται την υπερβολή. Εκθέτουν ή το άγριο σεξ (όχι τόσο εύκολα προσπελάσιμο, όμως), ή τη συμμετοχή τους στα «σκηνοθετημένα» σκηνικά των παλιών, καλών εποχών. Η ακατάσχετη θηλυκότητα, η επιβολή του «φύλου» στους άντρες, μπορεί και να είναι ιμιτασιόν. Το «Copa Cabana» έχει όνομα τραβεστί. Λαϊκό μαγαζί «αλλά με κόσμο, ζευγάρια, κύριους, κυρίες…» είπε ο φιλύποπτος ιδιοκτήτης και μας άφησε να φωτογραφίσουμε. Τα κορίτσια είχαν πάει να ντυθούνε για το πρόγραμμα, αλλά μπροστά στη θέα της κάμερας έγινε ένας μικροχαμός. Όλες ήθελαν πορτρέτο. Γύρω από μία σόμπα, πάλι μέσα σε βαριά κόκκινα βελούδα και «Δεν παντρεύομαι» (του Καρβέλα!) στα ηχεία, εκείνες πόζαραν ανεπανάληπτα και οι άντρες της συντροφιάς τους κοίταζαν βλοσυροί από τις σκοτεινές γωνιές. Στρας, μπράτσα, ξανθό μαλλί, νότες, καμπύλες, στενά παντελόνια, σαγόνια, λικνίσματα στην πίστα. Όπως είναι φανερό, δεν ετίθετο πλέον θέμα αποδοχής, αλλά εντυπωσιασμού. Έγιναν καταπληκτικές φιγούρες και ειπώθηκαν έξοχες ατάκες μπροστά μας. Η Ζανέτ, μόνο, απόμακρη στο τραπέζι της, χωρίς λαμπερά ρούχα ή έξαλλα χορευτικά, κοίταζε σιωπηλή. Την πλησίασα. Λεπτό πρόσωπο, μακρύ μαύρο μαλλί, μαύρη στενή μπλούζα και ήπιες κινήσεις. Μίλησε ήρεμα, φοβόταν ότι «θα τη γελοιοποιήσουμε», δεν ήθελε φωτογραφία – μετά δέχτηκε, με την προϋπόθεση να είναι μόνη της στο κάδρο. Μέσα στο συνοθύλευμα ήχων, γέλιων, μουσικής και κραυγών, τι να πεις με τη Ζανέτ και, μάλιστα, πώς να τα μεταφέρεις; Όλα όσα μου είπε για τη ζωή της λειτουργούσαν μόνο μέσα στο μαγαζί εκείνο… «Ντύθηκα γιατί ένιωθα πολύ μόνη, ήθελα να βρω έναν τρόπο για να κάνω έναν άντρα να με αγαπήσει. Ήρθα από τον Βόλο, στην αρχή έβγαινα ντυμένος αγόρι, ήταν πολύ άσχημα τα πράγματα. Και τώρα που ντύθηκα, πάλι μου λείπει η τρυφερότητα και η στοργή. Προσπαθώ να μην κάνω σχέσεις της μιας βραδιάς, πρέπει να προσέχω πολύ με το AIDS, αλλά και δεν μπορώ να νιώθω συνέχεια μόνη. Είναι πολύ άσχημο αυτό. Δε μου αρέσει να φωνάζω ή να ντύνομαι φανταχτερά. Θέλω να είμαι σοβαρή. Σε όλη μου τη ζωή ήμουνα πολύ απλό άτομο και δε μ’ αρέσει να προκαλώ…». Πριν τη φωτογραφίσει η Κατερίνα, έτρεξε μέσα να φρεσκαριστεί και δε δέχτηκε καμιά άλλη φωτογραφία. Φεύγοντας ρώτησε: «Πώς είπατε πως λέγεται το περιοδικό;»
«Ντύθηκα γιατί ένιωθα πολύ μόνη, ήθελα να βρω έναν τρόπο για να κάνω έναν άντρα να με αγαπήσει. Ήρθα από τον Βόλο, στην αρχή έβγαινα ντυμένος αγόρι, ήταν πολύ άσχημα τα πράγματα. Και τώρα που ντύθηκα, πάλι μου λείπει η τρυφερότητα και η στοργή. Προσπαθώ να μην κάνω σχέσεις της μιας βραδιάς, πρέπει να προσέχω πολύ με το AIDS, αλλά και δεν μπορώ να νιώθω συνέχεια μόνη. Είναι πολύ άσχημο αυτό. Δε μου αρέσει να φωνάζω ή να ντύνομαι φανταχτερά. Θέλω να είμαι σοβαρή. Σε όλη μου τη ζωή ήμουνα πολύ απλό άτομο και δε μ’ αρέσει να προκαλώ…».

COTTON CLUB
Στην παραλία, αργά τη νύχτα, είναι πολύ όμορφα. Δεν ήθελα και πολύ να μπω στο «Cotton Club», «ρε παιδιά, δεν πάτε μόνοι;» και τέτοια. Αλλά μπήκα. Και ένιωσα κάτι σαν «σεβασμό» (;!), γιατί όλα ήταν πολύ ήσυχα και διακριτικά για μένα. Με φυτά, καθρέφτες και βελούδα, με ήρεμους πότες και χαριτωμένα ζαλισμένους στην μπάρα, η Τζα στο πιάνο – ακαταμάχητη σε ό,τι έπαιζε, αλλά και σε όσα, ανεπαίσθητα, εξέπεμπε. Μοιάζει να ξέρει καλά τους πολύ μυστικούς κώδικες για νυσταμένη τζαζ και σιωπηλές γυναίκες. Η Σουζάνα, του μπαρ, που γιορτάζει τα γενέθλιά της κάθε 4 χρόνια (29 Φεβρουαρίου!), ήταν μια μικρή έκπληξη μέσα στο τόσο κουλάρισμα που έριξα, γελούσε και μιλούσε ασταμάτητα. Έμαθα τα πάντα για τη ζωή της και είδα περίπου πέντε άλμπουμ με φωτογραφίες φίλων του μπαρ. Θα έρθει να μας δει στην Αθήνα, θα πάω να τους δω κι εγώ, ξανά, στη Θεσσαλονίκη. Κουδούνιζαν τα κρυσταλλάκια από τις απλίκες με τα γέλια της, η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ. Και η Τζα στο πιάνο συνέχιζε, «Take Five», και Έρολ Γκάρντνερ, ανιχνεύοντας τις καρδιές κάποιων Αθηναίων.
Διαβάστε επίσης
Santé
Το «Santé» δεν είναι καινούριο μπαρ. Έχει ιστορία, έχει κοινό, έχει φανατικούς φίλους, έχει και τον Κίκι, τον ιδιοκτήτη. Στο «Santé» επικρατεί εκείνη η γλυκιά παρακμή των γερασμένων μπαρ. Ανεβαίνεις τα σκαλάκια του και, μέσα στα κοκκινωπά φώτα, νομίζεις ότι μαθαίνεις παλιά κουτσομπολιά και περασμένες ιστορίες. Ο κόσμος έχει αλλάξει λίγο. Νιώθω, όμως, σαν να βρίσκομαι στην παλιά, καλή εποχή των μπαρ της Αθήνας. Παραγγέλνεις ντράι μαρτίνι κοκτέιλ και ο μπάρμαν αυτοσχεδιάζει, σου κάνει μια δική του συνταγή-έκπληξη. Έχει το δικαίωμα κάθε μπάρμαν με εμπιστοσύνη στον εαυτό του και σεβασμό στα πνεύματα της νύχτας. Το «Santé» αναδεικνύει τις λεπτομέρειες – ένα αδιόρατο γελάκι, μια παλιά μάσκα, ένα κορίτσι μεθυσμένο, ένα παραπάτημα, το βρεγμένο μάρμαρο στο τραπεζάκι, το άδειο ποτηράκι της βότκας. Ο Κίκι είναι «father figure» στην πόλη – είναι δικός μας. Χαμογελάει, λέει παλιές ιστορίες, ξέρει όλο τον κόσμο, μας συμβουλεύει πού να πάμε. Τον ρωτάω τι λέει για τη Θεσσαλονίκη, τον κόσμο της, το μέλλον αυτής της πόλης. «Δύσκολη ερώτηση…» μου απαντάει, παίζοντας στα χέρια του το άδειο ποτηράκι της βότκας.
ΑΚΡΟΑΜΑ
Ο κόσμος γλεντάει στο «Ακρόαμα». Εκείνο το βράδυ, ο Άρης κερδίζει στο μπάσκετ, είχε νικήσει τη Μακαμπί. Το «Ακρόαμα» είναι ένα κιτς κτίριο, με ύφος ελαφρολαϊκής μπουάτ ή νεολαιίστικου μπαρ, ελαφρώς ντιζάιν και σχεδόν μπουζουξίδικο. Χωρίς να διαθέτει τίποτα το σπουδαίο, εξαιτίας της αίγλης που του έδωσε ο Άρης, έχει εξελιχτεί σε φίρμα και ποτέ δε βρίσκεις τραπέζι – ιδιαίτερα εκείνες τις ιδρωμένες νύχτες των επινικείων. Μάλλον δεν είναι τόσο τυχαίο που έχει τόσο ασαφές στυλ, το ίδιο ασαφές είναι και το κοινό. Κυρίες και λαϊκά κορίτσια, σερβιτόροι παιανίζοντες τσιφτετέλι επάνω στο τραπέζι, κύριοι με ξεκούμπωτο κολάρο, μπόντιμπυλντερς και φοιτητοειδή, όλοι εν αγαστή συμπνοία πανηγυρίζουν, ξαναζώντας τις καλοκαιριάτικες μεγαλειώδεις στιγμές του κυπέλλου. Λεπτές εξάρσεις σοβινισμού, το αθλητικόν πνεύμα στην υπηρεσία της αναβίωσης του πνεύματος λαϊκού γλεντιού. Η μαγκιά του νικητή δικαιώνεται, όλοι έχουν μερίδιο σ’ αυτή τη νίκη, αφού οι φίλοι του Άρη έχουν (επισήμως) ανακηρυχθεί στον επί πλέον «παίκτη» που χαρίζει τις νίκες. Πάσχω από αγοραφοβία, είναι αδύνατο να ανασάνει κανείς εκεί μέσα, όλοι είναι ανεβασμένοι σε καρέκλες και τραπέζια, ουρλιάζουν και γελάνε, τραγουδάνε γνωστές λαϊκές επιτυχίες με αλλαγμένους τους στίχους υπέρ της ομάδας. Στο κεντρικό τραπέζι «τα παιδιά», μαζί τους η Μαρινέλλα (άλλο Θεσσαλονικιώτικο «υπέρ») και η Σίβυλλα να αφρίζει ότι «βγαίνει με τον Σούμποτιτς». Ο διονυσιασμός είναι υπερβολικός, μπορεί κανείς να τον δει και με τρυφερότητα. Αρκεί να εξασφαλίσει το χώρο του εκεί μέσα, τόσο ώστε να μπορεί να σταθεί. Ο Άρης δεν είναι μεγάλη ομάδα μόνο στο μπάσκετ, αξίζει και γιατί καταφέρνει να απογειώνει την πόλη σε ιεροτελεστίες κατάρριψης των ορίων και των σχημάτων.
Διαβάστε επίσης
ΠΑΡΑΡΛΑΜΑ
Τι όνομα! Τρέξαμε εκεί να δούμε τους χαρακτηριστικούς του Blues Gang. Μικρό μαγαζί, χαρακτηριστικό του είδους του, ο τίτλος συνειρμικά τοποθετεί τα πράγματα στη θέση τους. Φοιτηταριό, στριμωξίδι, φτηνά ποτά. Εκεί εμφανίζονται όλοι, το πρόγραμμα είναι προσεκτικά διαμορφωμένο (σε λίγες μέρες θα εμφανιζόταν και η Big Time Sarah). Οι Blues Gang, όμως, ήταν έξοχοι, με πολύ καλό ήχο και περφόρμανς κλασικά μπλουζ. Υφάκι, η γόπα να κρέμεται από το στόμα, τα ποτηράκια ακουμπισμένα στα μόνιτορ, το σαξόφωνο να γυαλίζει όμορφα. Αν είχε χώρο, θα χορεύαμε κιόλας… Βγαίνοντας από την «καυτή» τρύπα του «Παραρλάμα», μέσα στην ησυχία του δρόμου, κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μέσα στα μαγαζιά γίνονται όλα, ενώ έξω οι δρόμοι είναι νεκροί «και νυχτερινοί» σαν αυτούς που βλέπουμε στις ταινίες με το Φεστιβάλ, κάθε Σεπτέμβριο.
BASE MOBILE
Αναμφισβήτητο must της πόλης! Είναι ό,τι προέκυψε από τη συνένωση της «Basement» και «Housemobile». Ένα παλιό διώροφο με σκάλες, φλιπεράκια, καθρέφτες, ξύλινα παρκέ και κόσμο πολύ όμορφο, έξυπνα ντυμένο και μπερδεμένο. Είπαμε: η Θεσσαλονίκη δεν ευνοεί τα γκέτο. Στο «Basemobile» είδα φρικιά και πανκ, κυριλέδες και νιου γουέιβ, γκέι και διανοούμενους, μια δυνατή συνύπαρξη κάτω από τους ήχους της πολύ καλής μουσικής που βάζει ο Μπάμπης – ο ιδιοκτήτης. Η Νατάσα μας έφερνε τα ποτά γελώντας, μέχρι να τελειώσεις το ένα έχεις ακούσει παλιά καλή σόουλ, ρέγκε και χάρντφανκ. Το «Basemobile» έχει δύο βασικά καλά: 1) χορεύουν όλοι παντού και 2) έρχονται και σου μιλάνε! Καταπληκτικό! Ήρθε μια και μου έλεγε ότι τα φλιπεράκια δε σου δίνουν όλα τα παιχνίδια που κερδίζεις… Κάθε βράδυ, αργά, αφού τελειώναμε τις περιηγήσεις, εκεί ξαναγυρίζαμε για «τελευταίο».
MOULIN ROUGE

Ο άγριος και γοητευτικός Βαρδάρης κρύβει στα σκοτεινά του σοκάκια, συμπυκνωμένα, τα κλισέ και τη σκληρότητα της νύχτας. Εκείνης της νύχτας που ανήκει, αποκλειστικά, στους άντρες. Περαστικούς φορτηγατζήδες, φαντάρους, αγρότες, ξέμπαρκους επισκέπτες Γιουγκοσλάβους, κουλ νονούς και σεξ-μάνιακς. Το «Moulin Rouge» είναι γνήσιο αντεργκράουντ καμπαρέ. Πιο άγριο από τα αθηναϊκά, χωρίς λαϊκό πρόγραμμα, μόνο με γυμνά κορίτσια και υγρά βλέμματα να τις τυλίγουν μέσα στα σκοτάδια. Με κόκκινα βελούδα, χαμηλοτάβανη σκηνή και λεκέδες λαγνείας στα ποτήρια. Πίσω από το ριντό ξεπροβάλλουν κορίτσαροι με στρας, ακούγεται ο Joe Cocker «You Can Leave Your Hat On», δεν είναι ο «9 1/2 Εβδομάδες», όμως, και αυτές δεν αφήνουν ούτε καν το καπέλο τους «on». Και, αμέσως μετά, οριεντάλ. Μπέλι-ντανς για όλο τον κόσμο, η αλλοδαπούλα ξέρει να το κάνει και όλοι ανάβουν τσιγάρα. Φιλομίνα. Πρωταγωνίστρια θεατρικών του Κολάτου, τώρα σε ένα μέρος πολύ πιο αυθεντικό από τις αθηναϊκές σκηνές, ψηλή, γυναίκα-φλογοβόλο και επινοητική: μας έδειξε τουλάχιστον τρεις επί πλέον τρόπους χρήσης του μπουκαλιού της Κόκα Κόλα, εκτός του γνωστού. Οργώνει τη σκηνή, οι μυρωδιές της και τα φευγάτα χνούδια από τα μποά της αγγίζουν τους άντρες… Βλέπουν; Αυτό είναι σχεδόν το παν.