«Εάν δεν υπήρχε η Αντίσταση, πιθανώς να έμενα για πάντα κλεισμένος στο σπίτι μου…»: Μίκης Θεοδωράκης στο ΚΛΙΚ του 2004
© ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

«Εάν δεν υπήρχε η Αντίσταση, πιθανώς να έμενα για πάντα κλεισμένος στο σπίτι μου…»: Μίκης Θεοδωράκης στο ΚΛΙΚ του 2004

Πέντε χρόνια μετά το θάνατο του σπουδαίου συνθέτη, θυμόμαστε τη συνέντευξη που είχε δώσει στο έντυπο ΚΛΙΚ, μιλώντας για τη διαρκή αγάπη του απέναντι στη μουσική, τα μυστικά της ζωής αλλά και τη νίκη της Εθνικής Ελλάδος στο Euro! Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2004, τ.209

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ • ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, 
GROOMING ΚΑΤΙΑ ΑΝΓΚΑΤΙΑ ΜΑΡΓΕΤΗ (BESTLOOK) • ΒΟΗΘΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥ ΗΛΙΑΣ ΒΑΚΗΣ

Όπως εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι, έχω περάσει ατέλειωτες ώρες ακούγοντας τη μουσική και τα τραγούδια του, θεία συνεύρεση στίχου και μουσικής. Έχω περάσει ατέλειωτες ώρες διαβάζοντας για τη ζωή και τους αγώνες του. Όπως εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι, έχω μεγαλώσει μ’ αυτά, καθώς ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένας από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες του αιώνα. Ένας μεγάλος συνθέτης που, πέρα από καθεστώτα και νόμους, έχει χαρίσει στην παγκόσμια σκηνή αθάνατες επιτυχίες, χάρη στη φωτισμένη του έμπνευση, την αγωνιστικότητά του, τον επαγγελματισμό του, κυρίως, όμως, χάρη στη μεγάλη αγάπη που είχε πάντα για τη μουσική, στην οποία πέρασε όλη τη δύναμη της ψυχής του και της γνώσης του. Μουσική φορτισμένη με το στεναγμό, αλλά και το χαμόγελο του λαού μας.

Τον συναντώ στο σπίτι του, μιαν ανάσα από την Ακρόπολη. Ένα δροσερό, καλαίσθητο καταφύγιο με αρτίστικη ατμόσφαιρα, με παλιά και μοντέρνα έπιπλα, σοφά ανακατεμένα, όπου ζει πάντα ασυμβίβαστος και όσο μπορεί αποτραβηγμένος, μα ποτέ σκοτεινός και αδιαπέραστος. Η καλοκαιρινή αύρα έμπαινε από το παράθυρο και ο ενθουσιασμός του κόσμου για τη νίκη της Εθνικής μας Ομάδας, που φόρτισε τις ψυχές μας, έβραζε στους δρόμους. Με το που με βλέπει, σηκώνεται από το γραφείο του και με πλησιάζει μ’ ένα πλατύ, γενναιόδωρο χαμόγελο. Ιδιαίτερα εγκάρδιος, ευγενικός και οικείος. Πρώτο συναίσθημα: αναγνωρίζεις πως δεν καταστρέφει τη μαγεία. Κι ακόμα, πως μέσα σ’ έναν κόσμο που σε μπερδεύει και σε ζαλίζει, δεν κρύβει τα αληθινά του συναισθήματα – όσο δύσκολο κι αν είναι στην εποχή μας να φανταστεί κανείς κάποιον που δεν παίζει έστω ασυνείδητα και μηχανικά ένα ρόλο.

Καθισμένος στην αναπαυτική δερμάτινη πολυθρόνα του, με τον καφέ να μοσχοβολά στο τραπεζάκι ανάμεσά μας, ξεκινά την κουβέντα χωρίς να πει λέξη για τον Συμφωνικό Ζορμπά, το νέο του δίσκο που μόλις κυκλοφόρησε διεθνώς με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Μόντρεαλ και τη Φιλαρμόνια του Λονδίνου. Χαμηλών τόνων πάντα, προτιμά να αναφερθεί στην επιτυχία της Εθνικής Ομάδας ποδοσφαίρου που εξύψωσε τη χώρα μας στα πέρατα της γης.

«Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να γιορτάζουμε όλοι μαζί εμείς οι Έλληνες», μου λέει. «Να, τώρα, που την αφορμή τη δίνει το ποδόσφαιρο, το πιο λαϊκό, κατά τη γνώμη μου, άθλημα. Ένα άθλημα που δεν απαιτεί μονάχα σωματική αντοχή, αλλά και ευφυΐα. Δεν είναι τυχαίο που όλη η ανθρωπότητα μένει καθηλωμένη σε τέτοιους αγώνες. Ίσως, μάλιστα, θα έπρεπε να μας προβληματίσει η μεγάλη σημασία που δίνει η παγκόσμια κοινή γνώμη σε αθλητικές διακρίσεις».

1927. Μυτιλήνη, με τον πατέρα του Γιώργο.

Ο ίδιος ανακάλυψε πως δεν ήταν κακός στα σπορ, την εποχή που ζούσε με την οικογένειά του στην Πάτρα. Εντεκάχρονος τότε, ξεκίνησε να παίζει μπάσκετ και βόλεϊ. Ένα χρόνο πριν, στην Κεφαλονιά, είχε αγοράσει την πρώτη του μπάλα με τα λεφτά που είχε μαζέψει από τα κάλαντα. Παράλληλα, κολυμπούσε. Μάλιστα, είχε πάρει μέρος στους Πανελλαδικούς Αγώνες Παίδων στο κρόουλ. «Αργότερα, στον Πύργο», μου λέει, «όλοι ήταν ποδοσφαιρόφιλοι κι εγώ έπαιζα τόσο καλά, που με είχαν βάλει στα τσικό, στην ομάδα των παιδιών. Μετά ήρθε η κατοχή και πήγαμε στην Τρίπολη. Βλέπετε, στις δεκαετίες του ’30 και του ’40, με τους γονείς μου και τον αδελφό μου δεν μέναμε ποτέ σε έναν τόπο. Οι μεταθέσεις του πατέρα μου, που ήταν δημόσιος υπάλληλος, από την ημέρα που γεννήθηκα στη Χίο και μετά, δεν μου επέτρεπαν να έχω ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Ξεριζωνόμουν συνεχώς χωρίς να προλαβαίνω να προσαρμοστώ σε κανένα περιβάλλον, προλάβαινα ν’ αφομοιώνω, όμως, τα τοπικά στοιχεία».

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Επιστρατεύοντας πάντα το χιούμορ που σας διακρίνει, αναφέρετε στην αυτοβιογραφία σας πως γι’ αυτές τις συνεχείς μετακινήσεις σας από πόλη σε πόλη την εποχή των παιδικών σας χρόνων, η περίπτωσή σας παρουσιάζει κοινωνιολογικό ενδιαφέρον!

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ Μα παίζει μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας το αν περνάμε όλη μας τη ζωή σε ένα χωριό με τα ίδια πρόσωπα πάντα γύρω μας και τα ίδια ήθη και έθιμα ή αν, με το που προσαρμοζόμαστε σε έναν τόπο, τον εγκαταλείπουμε για να ξεκινήσουμε από την αρχή τη ζωή μας κάπου αλλού! Πόσο μάλλον εκείνη την εποχή, που όταν άφηνες τη μια πόλη για να πας σε μια άλλη, ήταν σαν να διέσχιζες τα σύνορα! Τέτοιες διαφορές υπήρχαν στα ιδιώματα της γλώσσας, στα ήθη και στα έθιμα, στα παιχνίδια των παιδιών, τα οποία –σημειωτέον– ήταν πάντα δύσπιστα στους ξένους. Δεν γινόμουν, λοιπόν, εύκολα αποδεκτός στις παρέες τους. Εκτός κι αν η εγκατάσταση στο νέο τόπο γινόταν κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Μέσα στην τάξη ήταν εύκολο να κάνω φίλους. Όταν, όμως, αλλάζαμε πόλη τα καλοκαίρια, που τα σχολεία ήταν κλειστά, δεν υπήρχαν ευκαιρίες να γνωρίσω φίλους στη νέα γειτονιά. Ήμουνα, λοιπόν, ο ξένος, που με το ασυνήθιστο για την ηλικία μου μπόι, συγκέντρωνα πάνω μου άγρια βλέμματα! Κι όσο περνούσαν τα χρόνια και μεγάλωνα, τόσο πιο δύσκολα εξοικειωνόμουν κάθε φορά με το νέο περιβάλλον. Από ένα σημείο και μετά προτιμούσα να μη βγαίνω πια από το σπίτι. Θυμάμαι πως το καλοκαίρι του ’38, στον Πύργο Ηλείας, είχα κλειστεί μέσα και δεν άνοιγα τα παντζούρια παρά μόνο για να ανασάνω! Με ένα βιολί που είχα, έπαιζα μουσική και έγραφα τραγούδια, νιώθοντας από βαθιά μελαγχολία έως πόνο! Ήταν ένα είδος φυγής αλλά και απελευθέρωσης από τα ιδεατά τείχη που είχα υψώσει γύρω μου, αρνούμενος ακόμα και να σεργιανίσω μέσα στην κοινότητα των ανθρώπων! Μέσα στο σπίτι, λοιπόν, ένα ολόκληρο καλοκαίρι πιάστηκα από τη μουσική, όπως πιάνεται ο πνιγμένος από τα μαλλιά του, γιατί έτσι πίστευα πως θα κρατηθώ στην επιφάνεια και θα επιζήσω! Για μένα, δηλαδή, η μουσική υπήρξε ένας τρόπος ζωής που έπρεπε να ανακαλύψω εντελώς μόνος. Την επόμενη χρονιά, πάλι δεν έβγαινα από το σπίτι. Αυτήν τη φορά, όμως, έγραφα ποιήματα επηρεασμένος από τα βιβλία που διάβαζα, καθώς ο πατέρας μου διατηρούσε μια μεγάλη βιβλιοθήκη.

© ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Μίκης Θεοδωράκης
1974. Άφιξη από τουρνέ στην Ευρώπη. Με τον πατέρα του Γιώργο και τη μητέρα του Ασπασία.

Κ.Π. Γεννιέσαι καλλιτέχνης ή γίνεσαι; Το ωραίο απαιτεί να είσαι γεννημένος γι’ αυτό; Να έχεις το κοινώς λεγόμενο ταλέντο;

Μ.Θ. Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης-δημιουργός γεννιέται. Όμως το έργο του διαμορφώνεται ανάλογα με το περιβάλλον του, την ψυχική και πνευματική του καλλιέργεια και ωριμότητα, το επίπεδο της τεχνικής που απαιτεί η τέχνη του και, τέλος, τις οικογενειακές, κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει. Στην περίπτωσή μου, σίγουρα τα γονίδια έχουν παίξει το ρόλο τους, καθώς από το σόι της μητέρας μου υπήρχε έντονη η καλλιτεχνική τάση, ενώ από το σόι του πατέρα μου υπήρχε η πατριωτική, αγωνιστική και πολιτική έφεση. Δυο κόσμοι που διεκδικούσαν μέσα μου θέση, ο ένας σε βάρος του άλλου. Ο προπάππος μου, ο Θεοδωρομανώλης, υπήρξε επίσης λαμπρός λυράρης στην Κρήτη, δημιουργός πολλών ριζίτικων τραγουδιών και χορευτικών μελωδιών. Αυτός επέβαλε στο νησί τη λύρα, καθώς μέχρι το 1830 στην Κρήτη προτιμούσαν το βιολί! Ακόμα, όμως, κι αν πάρουμε την εκδοχή πως η αγάπη μου για τη μουσική δεν οφείλεται στα γονίδια, από πού θα μπορούσα να είχα επηρεασθεί, αφού δεν υπήρχε εκείνο τον καιρό ορχήστρα στην επαρχία ούτε παράδοση στη σύνθεση στην Ελλάδα; Να φαντασθείτε, πως, όταν η γυναίκα μου έδινε εξετάσεις στην Ιατρική, ο καθηγητής πανεπιστημίου που την εξέταζε, συζητώντας μαζί της τη ρώτησε με τι ασχολείται ο μνηστήρας της. Όταν άκουσε πως είμαι συνθέτης, αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό! Εκείνο τον καιρό, έτσι και τέλειωνες το ωδείο, διοριζόσουν απλώς καθηγητής μουσικής σε κάποιο σχολείο. Γι’ αυτό, άλλωστε, είχα προτιμήσει τότε να δώσω εξετάσεις στη Νομική, το ήθελε και ο πατέρας μου που ήταν νομικός.

Κ.Π. Οι γονείς σας είχαν καταλάβει την κλίση σας και την αγάπη που είχατε στη μουσική;

Μ.Θ. Βεβαίως, όλοι τραγουδούσαμε στο σπίτι επιτυχίες της εποχής και όλοι είχαν ωραία φωνή. Θυμάμαι τον πατέρα μου στο «Ακόμα ένα Ποτηράκι» ή στο «Εγώ θα σ’ Αγαπώ και μη σε Νοιάζει» – είχε μεγάλο σουξέ σ’ αυτά. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη έπαιρνε η μητέρα μου, ένας άνθρωπος ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος στον πόνο και στα προβλήματα των άλλων, που γνώριζε γνωστές οπερέτες, αλλά και ωραιότατες μελωδίες από την Αυστρία και την Ουγγαρία, ακούσματα που αγαπούσα πολύ.

Μίκης Θεοδωράκης

1954, στο Γαλατά Κρήτης πριν φύγει για το Παρίσι με τον πατέρα του Γιώργο, τη μητέρα του Ασπασία και τον αδερφό του Γιάννη.

Μία από τις πρώιμες και όμορφες αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας είναι όταν άρχισε από πολύ μικρός να γράφει τραγούδια, μελοποιώντας ποιήματα ακόμη και από το αναγνωστικό του σχολείου! Την εποχή που ζούσε στον Πύργο, ήρθε σε επαφή με τις… κλίμακες! Γρήγορα, αγόρασε βιβλία αρμονίας και σύνθεσης. Αργότερα, το 1942, παρακολουθώντας στο σινεμά μια γερμανική ταινία, μαγεύτηκε από την Ενάτη του Μπετόβεν που πλημμύριζε το έργο. Τότε ήταν που αποφάσισε πως θα γίνει συνθέτης. Συγκλονισμένος από τη σύνθεση αυτή, είχε ζητήσει από τον πατέρα του να ταξιδέψει στην Αθήνα για να του πάρει όσα μουσικά βιβλία υπήρχαν! Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε να «αυτοδιδάσκεται»!

Κ.Π. Η μουσική σήμερα, μετά από τόσους κύκλους που έχει κάνει στη ζωή σας, τι εξακολουθεί να είναι για σας;

Μ.Θ. Μια επίπονη ιστορία, διότι, αν δεν καθίσω στο γραφείο μου να γράψω, δεν νιώθω καλά. Είναι σαν να έχω ένα βάρος μέσα μου. Η μουσική, δηλαδή, για μένα, μοιάζει με το μυστήριο της ζωής. Είναι σαν μια γέννα! Φανταστείτε, δηλαδή, μια γυναίκα να ήταν έγκυος κάθε μήνα! Αν πάλι δεν γράψω, η μουσική γίνεται πληγή μέσα μου. Μοιάζω με το πεύκο που, για να βγάλει τη ρετσίνα, πρέπει να το χαρακώσεις! Γι’ αυτό, πάντα, όπου κι αν πήγαινα, είχα μαζί μου χαρτί και μολύβι. Έγραφα μουσική ακόμη κι όταν με μετέφεραν στη Μακρόνησο. Σε κομματικές συνεδριάσεις. Σε κομματικά συμβούλια. Μέσα στο τρένο. Ακόμα και δίπλα στο κρεβάτι μου έχω ένα τετράδιο με νότες. Για να σημειώνω τις μελωδίες που έρχονται στο μυαλό μου. Βέβαια, παρατηρώ πως από μια ηλικία και μετά οι πιθανότητες έμπνευσης μειώνονται, όπως σε μια γυναίκα με το πέρασμα του χρόνου μειώνονται οι πιθανότητες τεκνοποίησης. Ελάχιστοι έχουν γράψει μουσική μετά τα εξήντα τους. Ο Ροσίνι, μάλιστα, έγραψε όλες τις συνθέσεις του στα 35 του χρόνια! Έζησε άλλα τόσα, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν έκανε τίποτα.

Κ.Π. Σκέφτεστε, παράλληλα με την τέχνη, να ασχοληθείτε σήμερα και με την πολιτική;

Μ.Θ. Γιατί να ασχοληθώ με την πολιτική όταν η μουσική με κάνει να νιώθω σαν τη μητέρα που, με το παιδί της στην αγκαλιά, αισθάνεται να κρατάει τον κόσμο στα χέρια της; Η έμπνευση είναι που με συνεπαίρνει! Το πραγματικό έργο που μας χαρίζει την αθανασία. Μονάχα αυτό ζει στην αιωνιότητα. Όλα τα υπόλοιπα είναι επόμενο να φαίνονται μικρά και ασήμαντα.

Κ.Π. Με τόσα μουσικά ακούσματα που εισπράττει καθημερινά ο κόσμος, είναι σε θέση σήμερα να ξεχωρίσει ένα εμπνευσμένο έργο;

Μ.Θ. Έχω την εντύπωση πως, όταν υπάρχει μεγάλη προσφορά, ο κόσμος δεν κάνει καμία επιλογή, νιώθει απλώς κουρασμένος. Το μυαλό του είναι σαν το μίξερ! Γυρίζει, γυρίζει και γίνεται κουρκούτι! Επιπλέον, σήμερα παρατηρώ πως υπάρχει έλλειψη στα ταλέντα. Δεν βλέπω ταλαντούχους ποιητές, ποιητές, συνθέτες, συνθέτες, συγγραφείς. Ίσως γιατί ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας. Τα ταλέντα μάλλον στρέφονται προς εκείνη την κατεύθυνση που σίγουρα έχει ενδιαφέρον.

© ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Κ.Π. Κάποιοι, χαριτολογώντας, λένε πως στην εποχή μας η τεχνολογία είναι το κόλπο να τακτοποιούμε έτσι τον κόσμο, ώστε να μη χρειάζεται να τον βιώνουμε. Εσείς πώς χαρακτηρίζετε τη ζωή στη σημερινή κοινωνία;

Μ.Θ. Σε μια κοινωνία που προπαγανδίζει τον ελάσσονα κόπο, το πώς θα έχεις δηλαδή κέρδος χωρίς να κοπιάσεις λεπτό, η ζωή έχει γίνει η τέχνη των συμβιβασμών.

Κ.Π. Υπάρχει και το όνειρο, που θέλουμε να μας ταξιδεύει.

Μ.Θ. Το όνειρο που επικρατεί στη σημερινή μας κοινωνία είναι να έχεις πολλά λεφτά για να ζεις καλά. Το μοντέλο, δηλαδή, που προβάλλεται σήμερα είναι του πετυχημένου που απολαμβάνει τη «λάμψη» σε ένα πολυτελές σπίτι με λαμπερές γιορτές και πάρτι, χωρίς ποτέ να έχει πνευματικές ανησυχίες. Μιλάμε για μια ζωή χωρίς πνευματική υγρασία μέσα σε μια κοινωνία τεχνικών απολαύσεων με αφυδατωμένους από συναισθήματα ανθρώπους.

Κ.Π. Εξακολουθείτε να πιστεύετε πως η αγωγή της κοινωνίας μας είναι μόνο η τηλεόραση;

Μ.Θ. Η τηλεόραση έγινε το απόλυτο όπλο για τη χειραγώγηση των ανθρώπων. Πίσω της στέκονται οι εκάστοτε δυνατοί που την ελέγχουν και την κατευθύνουν εκεί που εξυπηρετείται το συμφέρον τους. Σήμερα, οι απόλυτοι κυρίαρχοι είναι οι ολιγαρχικοί κύκλοι του πλούτου, που έχουν στόχο να μετατρέψουν τους Έλληνες σε ανεγκέφαλους καταναλωτές και επομένως σε ανεύθυνους πολίτες. Και έως ένα σημείο το έχουν πετύχει. Οι ίδιοι κύκλοι ευθύνονται και για την πολιτική χειραγώγηση, ώστε να μπορούν να ελέγχουν τα πολιτικά κέντρα εξουσίας, δηλαδή Βουλή, κυβέρνηση, δήμους και σωματεία. Μετά από όλα αυτά, με ρωτάτε να σας πω τι βλέπω εγώ; Βλέπω την κατάντια ενός λαού, που μάτωσε για να φύγουν οι ξένοι κατακτητές, αγωνίστηκε για να φέρει τη δημοκρατία, και τώρα, σαν έξυπνο πουλί, πιάστηκε από τη μύτη! Πούλησε την ψυχή του ή κάποιοι του πούλησαν την ψυχή για ένα πιάτο φακή!

Κ.Π. Έχετε δηλώσει πως οι άνθρωποι κυνηγούν το χρήμα, όπως οι πρωτόγονοι κυνηγούσαν το θήραμά τους με τη σφεντόνα, σκοτώνοντας ό,τι τους στεκόταν εμπόδιο. Τι πιστεύετε πως οδηγεί στο κυνήγι του χρήματος;

Μίκης Θεοδωράκης
1943, Τρίπολη

Μ.Θ. Η ανασφάλεια και η απληστία. Και φυσικά, η έλλειψη ενός κοινωνικού περιβάλλοντος που να εξασφαλίζει σε όλους ανεξαιρέτως ένα μίνιμουμ οικονομικής σιγουριάς κι ένα μάξιμουμ αγωγής ηθικής, κοινωνικής, σχολικής, καλλιτεχνικής, πνευματικής, που θα έχει σαν βάση τον αλτρουισμό, την υπευθυνότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη και την προσήλωση στην ειρήνη. Σε μια κοινωνία ζούγκλας, όπως στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, είναι εύλογο οι άνθρωποι να επιλέγουν να γίνονται τίγρεις, παρά αρνάκια και κότες ελευθέρας βοσκής!

Κ.Π. Συνηθίζετε να βλέπετε μισοάδειο το ποτήρι, αντί μισογεμάτο!

Μ.Θ. Το αντίθετο! Διότι φανταζόσαστε, με όσα έχω περάσει, να ήμουν και απαισιόδοξος; Βαθιά, όμως, μέσα μου, νιώθω πληγωμένος, δεν συμφιλιώθηκα ποτέ με τους άλλους. Όχι πως δεν υπάρχουν έντιμοι άνθρωποι, καλοί και ευγενικοί φίλοι. Ένας κακός, όμως, να τύχει στο δρόμο σου, φτάνει. Βλέπετε, ο άνθρωπος δεν κρίνει από τους καλούς γύρω του, πάει και κολλάει στον έναν, στον κακό! Και δυστυχώς, σήμερα, υπάρχουν πολλοί κακοί στη ζωή μας. Επίσης, πολλοί άξεστοι και αγενείς. Ανθρώπους τέτοιου είδους έχω συναντήσει στο παρελθόν, ακόμα και σε συναυλίες μου. Την ώρα, δηλαδή, που διηύθυνα την ορχήστρα, έπαιρνε το μάτι μου κάποιες βαρβαρότητες! Μια-δυο φορές είχα βάλει τη φωνή και όλοι ξαφνικά μεταμορφώνονταν σε σκυλάκια! Δεν ήθελα, όμως, ούτε να δείχνω τη δύναμή μου, ούτε να έχω τέτοιο ακροατήριο! Ανθρώπους που σε σέβονται μονάχα όταν βγάζεις νύχια! Ποτέ δεν δέχτηκα αυτόν τον ρόλο στην κοινωνία. Έβαζα, λοιπόν, τότε κάποιον άλλον να τους κάνει παρατηρήσεις!

«Σε μια κοινωνία που προπαγανδίζει τον ελάσσονα κόπο, το πώς θα κερδίσεις χωρίς να κοπιάσεις, η ζωή έχει γίνει η τέχνη των συμβιβασμών».

Κ.Π. Είχατε δηλώσει πως υπήρξατε ένα αντικοινωνικό άτομο, από την άποψη ότι, από πολύ νωρίς, σας αποκαλύφθηκε πλήρως η αβάσταχτη ελαφρότητα των ανθρώπων.

Μ.Θ. Εάν δεν υπήρχε η Αντίσταση, πιθανώς να έμενα για πάντα κλεισμένος στο σπίτι μου… Βασικά, συμφιλιώθηκα με τους άλλους μέσα στις φυλακές και τις εξορίες. Στη συνέχεια ήρθε η δεκαετία του ’60, με τα τραγούδια και τους Λαμπράκηδες, που με έκανε να δω με εμπιστοσύνη έναν λαό και μια νεολαία, που η ιστορική φόρτισή τους είχε κάνει ευγενείς, όπως και τους άλλους της εποχής των δοκιμασιών. Αυτή η αυταπάτη συνεχίστηκε λόγω χούντας για μια επταετία, έως το 1974… Τότε που έσπασα τα μούτρα μου, γιατί και πάλι όλα είχαν αλλάξει κι εγώ δεν φρόντισα εγκαίρως να αποσυρθώ και να κλειστώ ξανά στον εαυτό μου, μια και η νέα καθημερινότητα που ξανάρχιζε τότε είχε μέσα της όλα τα στοιχεία που σήμερα κυριαρχούν στη ζωή μας: εγωπάθεια, ελαφρότητα και χυδαιότητα.

Κ.Π. Τι δεν βλέπετε πια γύρω σας;

Μ.Θ. Δεν βλέπω δημιουργία, δεν βλέπω κοινωνική ευθύνη. Ό,τι γίνεται είναι στον αφρό! Δεν υπάρχει αγωγή και, επειδή είμαι φανατικός Έλληνας και αγαπώ την πατρίδα μου, λυπάμαι πολύ για αυτό! Δεν έχουμε πια αρχές, σε αντίθεση με τους ξένους λαούς – όσα κι αν έχει προσφέρει κανείς, δεν έχει καμία αναγνώριση από κανέναν. Θα έπρεπε, ωστόσο, τα νέα παιδιά να σκεφθούν σήμερα πως, αν μπορούν να απολαμβάνουν υλικά αγαθά και ελευθερία, είναι γιατί εμείς τους ανοίξαμε το δρόμο.

Κ.Π. Έχετε δηλώσει την επιθυμία όσοι σας μισούν και σας κατακρίνουν να σας απευθύνονται στον πληθυντικό. Πώς νιώθετε εσείς, ένας ξεχωριστός δημιουργός και ιδιαίτερα ευαίσθητος άνθρωπος, όταν είστε αναγκασμένος να ανέχεστε τη χυδαιότητα που επικρατεί στην καθημερινότητά μας;

Μ.Θ. Από πολύ καιρό, όπως σας είπα και πριν, έχω κλειστεί στον εαυτό μου. Όταν βγαίνω από το σπίτι μου, το κάνω για συγκεκριμένο σκοπό και δεν εκτίθεμαι στην καθημερινότητα. Έτσι, αποφεύγω το συγχρωτισμό, με αποτέλεσμα η χυδαιότητα να μη με φτάνει. Γιατί, διαφορετικά, δεν ξέρω τι θα μπορούσα να κάνω… Ίσως να έπαιρνα ξανά τα βουνά…

Κ.Π. Από ποιο σημείο και μετά η κριτική μεταβάλλεται σε διασυρμό; Τι θεωρείται για σας κριτική και τι συκοφαντική δυσφήμιση;

Μ.Θ. Νομίζω ότι είναι πολύ εύκολο να ξεχωρίσει κανείς την αντικειμενική κριτική από την προσωπική εμπάθεια. Η πρώτη βοηθάει οπωσδήποτε και τον καλλιτέχνη και το κοινό. Η δεύτερη προσβάλλει τον πρώτο και αποπροσανατολίζει τον δεύτερο.

© ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Κ.Π. Έχει ειπωθεί πως παλιότερα η Αλέξια είχε μετατρέψει τραγούδια σας, όπως τα «Μαρίνα», «Περιγιάλι», «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ», σε «απερίγραπτες τσιγκολελέτες ανέμελων αρσακειάδων»! Πως ο Πάριος, επιχειρώντας να εντοπίσει τον ερωτικό Θεοδωράκη, τον οδήγησε ερμηνευτικά στις πίστες της παραλίας, αναζητώντας το «πνεύμα της καψούρας»! Πως ο Ρέμος «μάγεψε με το να προσφέρει μόνο νότες»! Ποια είναι η δική σας γνώμη για τις παρατηρήσεις αυτές;

Μ.Θ. Δεν ασχολούμαι με τα κουτσομπολιά γύρω από τα έργα μου και τους συνεργάτες μου. Το αποτέλεσμα κρίνει την κάθε προσπάθεια.

Κ.Π. Στις συναυλίες που δίνονται από την Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης, με μουσική και τραγούδια σας από το θέατρο και τον κινηματογράφο, επιλέξατε ως έναν από τους ερμηνευτές σας τον Αντώνη Ρέμο. Από την πρεμιέρα κιόλας, που έγινε στο Ηρώδειο, πολλοί μίλησαν για εποχή «ανορθόδοξων» συνεργασιών, άλλοι για έναν έξυπνο τρόπο να ταξιδέψουν τα τραγούδια σας από γενιά σε γενιά. Σας επηρεάζουν αυτού του είδους τα σχόλια;

Μ.Θ. Ας αφήσουμε τον καθένα να έχει την άποψή του. Γιατί να θέλουμε να σκέφτονται όλοι τα ίδια; Αυτό δεν είναι φασισμός;

«Σε μια κοινωνία ζούγκλας, όπως στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, είναι εύλογο οι άνθρωποι να επιλέγουν να γίνονται τίγρεις, παρά αρνάκια και κότες ελευθέρας βοσκής!»

Κ.Π. Πιστεύετε πως στις μέρες μας η μουσική κακοποιείται από εντελώς σουξέ και διάττοντες αστέρες;

Μ.Θ. Πάντοτε υπήρχε μια μουσική ελαφρά, κυρίως χορευτική, κατάλληλη για να διασκεδάζει ο κόσμος και ιδίως τα νεαρά ζευγαράκια. Μια μουσική για να ξεχνάμε τα βάσανα και τα άγχη της ζωής και να το ρίχνουμε έξω. Είναι μια διαδικασία απαραίτητη σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές. Ωστόσο, ανέκαθεν υπήρχε παράλληλα και ένα άλλο τραγούδι, μιας άλλης μορφής και ενός άλλου περιεχομένου, για άλλες στιγμές αναπόλησης, ονειροπόλησης, ψυχικής ευδαιμονίας, ερωτικής μελαγχολίας, ακόμα ακόμα και ανθρώπινου πόνου. Τραγούδι με λόγια ποιητικά, λυρικά, βαθιά ανθρώπινα και μελωδίες πλατιές, λυρικές, κάποτε σπαρακτικές, που, εντούτοις, χύνουν βάλσαμο στις ευαίσθητες ψυχές. Ας μην μπερδεύουμε, λοιπόν, αυτά τα δύο είδη. Μπορεί και στα δύο η εξωτερική μορφή να είναι η ίδια. Τραγούδι το ένα, τραγούδι και το άλλο, όμως, στην ουσία, όχι μόνο δεν έχει σχέση το ένα με το άλλο, αλλά ανήκουν σε δύο διαμετρικά αντίθετους κόσμους.

Κ.Π. Η μελωδία κινδυνεύει από τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα;

Μίκης Θεοδωράκης
1957, Παρίσι, Ruc de la Fontaine du Roi, στο πιάνο με την παρτιτούρα της Πρώτης Συμφωνίας.

Μ.Θ. Ποιος το είπε αυτό; Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχω αντιληφθεί να υπάρχει σήμερα ένα σοβαρό μουσικό ρεύμα και μάλιστα ικανό να ανατρέψει την ουσία, τον πυρήνα και την καρδιά της μουσικής, χαρακτηριστικά αναλλοίωτα έως σήμερα ανά τους αιώνες. Αλλά και αν υπήρχε, μάταιος ο κόπος του. Το είδαμε και με τους δωδεκαφθογγιστές, που μας ζάλισαν για μερικές δεκαετίες και που σιγά σιγά εξαφανίζονται.

Κ.Π. Ο Διονύσης Σαββόπουλος έχει αποκαλέσει τα πολιτικά τραγούδια «τσιτάτα», καθώς, όπως λέει, ποτέ δεν του άρεσε η στρατευμένη τέχνη. Σας ενοχλεί η γνώμη του;

Μ.Θ. Εγώ υπήρξα πάντοτε και εξακολουθώ να είμαι ένας στρατευμένος πολίτης και, κατ’ επέκταση, καλλιτέχνης. Το ίδιο, νομίζω, ότι είναι και ο Σαββόπουλος, ίσως, όμως, να μην το γνωρίζει… Αν, πάλι, με τη λέξη «τσιτάτα» εννοεί κομματικά συνθήματα, τότε είναι βέβαιο ότι κάποιους άλλους εννοεί και συμφωνώ μαζί του.

Κ.Π. Έχετε γράψει με εξαιρετικά μυθιστορηματικό τρόπο πέντε βιβλία, όπου «ξεφυλλίζετε τα τετράδια της ζωής σας». Πιστεύετε πως από τη γραφή ζητάμε, όπως λέει ο Ελιάρ, το σκληρό πόθο τού παρατείνεσθαι, τού επιζήν;

Μ.Θ. Πρώτα απ’ όλα, μου αρέσει να αναπολώ τη ζωή μου, γιατί με τον τρόπο αυτό ανασταίνω μέσα μου τα πρόσωπα που αγάπησα και τα γεγονότα που με έπλασαν. Ακολουθεί το ενδιαφέρον μου να αποκαλύψω καταστάσεις της εθνικής μας ζωής, που είτε είναι ξεχασμένες φυσιολογικά, είτε «θαμμένες» από εκείνους τους κύκλους που έχουν συμφέρον να κρύψουν από τις καινούριες γενιές την ιστορική αλήθεια. Αυτό το θεωρώ χρέος απέναντι σε όσους θυσίασαν τα νιάτα τους και κυρίως απέναντι σε αυτούς που έδωσαν για την Ελλάδα τη ζωή τους. Ο Ελιάρ, βλέπετε, ήταν Γάλλος και η πατρίδα του δεν πέρασε τις καταιγίδες που δοκίμασαν το λαό μας από το 1940 έως το 1950 με πολέμους, από το 1950 έως το 1967 με σκληρούς αγώνες και από το 1967 έως το 1974 με χούντες. Έτσι κι εγώ δεν έχω την πολυτέλεια για τέτοιες εσωτερικές ευαισθησίες και αναζητήσεις.

Κ.Π. Έχετε δηλώσει «αθλητής του πνεύματος». Οι προκλήσεις πολλαπλασιάζουν την αντοχή σας;

Μ.Θ. Βεβαίως. Η αντίθεση αποτελεί το οξυγόνο της θέσης. Θέση εναντίον αντίθεσης είτε αντίθεση εναντίον θέσης, δημιουργούν τη σύνθεση! Δηλαδή, τη ζωή!

Κ.Π. Πώς νιώθετε που μισός αιώνας ζωής ξετυλίγεται στη σκηνή του θεάτρου Παρκ μέσα από τη μουσική παράσταση «Μίκης Θεοδωράκης – Μια Ζωή Ελλάδα»; Η τελική γεύση που σας έχουν αφήσει αυτά τα χρόνια;

Μ.Θ. Από τα μυστικά της ζωής, το κυριότερο, νομίζω, ότι είναι η συνέχεια. Συνέχεια μέσα στην ενότητα και ενότητα μέσα στη συνέχεια. Η επιστροφή στο Παρκ με ξαναγυρίζει σε άλλες εποχές. Εποχές νεότητας, σφρίγους, φωτός, αισιοδοξίας και δύναμης. Έτσι, παίρνω σήμερα δύναμη από τον παλιό εαυτό μου.

Σχετικά άρθρα