O Mad Clip δεν ήταν μόνο κότερα, ελικόπτερα
5 χρόνια μακριά από τον μουσικό τυφώνα του Mad Clip, του αγαπημένου hustla που έφυγε πολύ, πολύ νωρίς.
Περιεχόμενα
Στον πρώτο κύκλο της δημοσιογραφικής μου καριέρας, είχα δώσει ευχή και κατάρα στο προηγούμενο μέσο για το οποίο εργαζόμουν: να μη γράψω ποτέ για τον θάνατο του μέγιστου Μίκη Θεοδωράκη, καθώς πίστευα πως δεν θα μπορούσα να το διαχειριστώ. Κι έτσι έγινε: παραιτήθηκα πριν τον Σεπτέμβριο του 2021. Όταν σήμαναν, όμως οι καμπάνες της 2ας Σεπτεμβρίου, ο θάνατος του Θεοδωράκη ελάχιστα με σόκαρε, σε σχέση με εκείνον του Mad Clip, του super trapper με όνειρα, του οποίου η μουσική μού έκανε αρκετά πιο υποφερτή όλες τις δόσεις της καραντίνας.
Ο Mad Clip σηματοδοτεί μια εποχή για την ελληνική μουσική όπου η τραπ γινόταν προσβάσιμη για όλους, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Μια εποχή κάπως ηλιόλουστη, σαν αποτυπωμένης με φακό αναλογικής κάμερας με Kodak φιλμ, μια φαινομενικά χρυσαφένια φάση που όμοιά της στη γενικότερη ελληνική ιστορία αποτελεί εκείνη του Σεπτεμβρίου του 1997, με την επιλογή της Αθήνας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Μακριά από τον ελιτισμό, τις ανούσιες κόντρες και τις ηλίθιες μεγαλοστομίες, ο Mad Clip είχε μεγάλες φιλοδοξίες για την ελληνική μουσική σκηνή, φέρνοντας όλο το expertise του από την Αμερική όπου γεννήθηκε, για να στηρίξει την επόμενη γενιά τράπερς.
Από πιτσιρικάς πολεμιστής, μέσα στο γήπεδο ατομιστής, o Mad Clip είχε πολλά να μας μάθει, και ίσως μας έμαθε το 1/1000 από αυτά που θα ήθελε, ώστε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, και πιο ειδικά, ακροατές.
Διαβάστε επίσης
Είχε μάθει να διαβάζει χωρίς γράμματα
Αμερικάνος, έσκασε από άλλη ήπειρο, καθώς γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 25 Μαΐου 1987, με το όνομα Πίτερ Αναστασόπουλος. Όσο ήταν μαθητής, ποτέ δεν ήταν καλός στο σχολείο, πάντα ήταν στο τελευταίο θρανίο, σπίτι του δεν άνοιγε ποτέ βιβλίο, ήθελε να ζήσει ένα μεγαλείο. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν γύρω στα 10-12, και άρχισε να έρχεται Ελλάδα από το 1999, για να είναι «μπαλάκι» των γονιών του όπως έχει πει σε συνεντεύξεις του. Η μητέρα του εμφάνισε συμπτώματα κατάθλιψης και φυσικά, το γεγονός αυτό μαζί και με τις μετακινήσεις μεταξύ Νέας Υόρκης και Παλαιού Φαλήρου, εγγράφηκαν στην παιδική – προεφηβική ψυχή του.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, του γεννήθηκε το ένστικτο της επιτυχίας μέσα από τη μουσική. Κάνει τα πρώτα του βήματα το 2013 στην Αμερική, με τραγούδια που πλέον μοιάζουν απείρως νοσταλγικά: ένας μικρούλης Mad Clip, που δεν είχε ιδέα για το τι θα κατάφερνε στο μέλλον.
Η κίνηση ματ για την καριέρα του όπως τη γνωρίζουμε έγινε με τη συνεργασία του με τον Τάκι Τσαν το 2016, όταν ο νεοφερμένος Πίτερ ήταν 29 χρονών. Το «Είμαι Τρελός» αποτελεί ένα πρώτο αποτύπωμα της μουσικής του ταυτότητας, και πάνω σε αυτό στηρίζεται το στυλ του που γνωρίσαμε λίγο αργότερα σε mainstream επίπεδο. «Λένε πως είμαι τρελός / Έτσι μου λέει ο στρατός» και όλα τα Ι5 της Ελλάδας ενώνονται.
Όποιος επιμένει θα έρθει η ώρα του να πετυχαίνει
Εκεί που αρχίζει να «ξύνει» λίγο τη mainstream σφαίρα είναι η περίοδος του 2018, όταν το όνομα του Mad Clip αρχίζει να ακούγεται λίγο παραπάνω και χτίζεται με διαφορετικά στιλ: το «Φέρε» (πριν το γιουροβιζιονικό FERTO) μοιάζει προάγγελος του «Presidente» που κυκλοφόρησε το 2020 (λίγος θυμός και καλό τουπέ), το «Dealer» (σε συνεργασία με τον Light, παρακαλώ) μοιάζει με αρνητικό του μεταγενέστερου «Κότερα» (γέννημα και αυτό του 2020), και το «Κίνητρο» μας προϊδεάζει για την ήρεμη περίοδό του, κατά την οποία δεν θα είχε να αποδείξει τίποτα, καθώς είχε το κίνητρο να αποκτήσει τα όνειρά του σ’ ένα δίμηνο. Όλα αυτά πριν τον ανεμοστρόβιλο του «Mama?» με τον Sin Boy και τους ΥPO & iLLEOo.
Γερμανός ο κινητήρας, 500 άλογα
To «Mama?» σάρωσε την Ελλάδα και την υφήλιο το 2019, σαν ιός πριν τον Covid. Πολλοί έκαναν λόγο για «φθηνή» μουσική, τι-ακούνε-τα-παιδιά-μας-σήμερα φάση (λες κι εμείς όταν ήμασταν παιδιά δεν υπήρχε το «θέλεις τραλαλά / θέλω τραλαλό») και έφερε την τραπ στο προσκήνιο. Από τους συμμετέχοντες στο τραγούδι, ο Sin Boy έπαθε Kanye West και διέγραψε το τραγούδι από το Youtube, o ΥΠΟ έμεινε αυτός που γνωρίζουμε, τον iLLEOo παίζει να μην τον ακούσαμε ξανά, και ο Mad Clip έβγαλε το «Κότερα», το τραγούδι που ξέρουν μέχρι και οι γονείς σου.
Στην εποχή που όχι μόνο κότερα, ανθρώπινη επαφή δεν είχαμε λόγω Covid, το «Κότερα» έσκασε πολύ αγνά στη δημόσια σφαίρα, καθώς ξεχωρίζει για την αποδοχή των επιθυμιών μας στην οποία μας προτρέπει: δεν είναι κακό να θέλεις κότερα, ελικόπτερα, οικόπεδα και να έχεις γούστα ακριβά. Το να είσαι υλιστής σημαίνει πως θέλεις τη βεβαιότητα στη ζωή σου, και αυτή η βεβαιότητα είναι η πιο όμορφη συνέπεια του να πιστεύεις στον εαυτό σου ακράδαντα, κόντρα σε κάθε συνθήκη. Πέραν του ατομικού, το «Κότερα» αγκαλιάζει και το συλλογικό: η ψυχή του Έλληνα, τραυματισμένη από την οικονομική κρίση που ήρθε σαν τιμωρία μετά τον χρυσό «αιώνα» των Ολυμπιακών του 2004, του Euro και της Eurovision, αγαλλιάζει με το να ακούει πως ξέρεις κάτι; Δεν είναι ουτοπικό το να σχεδιάζεις τον πλούτο σου. Ακόμα και αν δεν είναι πλούτος στην παρούσα φάση, οκέι, έχεις γούστα ακριβά, τι να κάνουμε; Χρειάζεσαι εμπειρία και εμπειρίες. Χρειάζεται να πας από τα χαμηλά στα ψηλά για να νιώσεις πως έχεις καταφέρει κάτι (ακούτε, nepo babies;). Και φυσικά, μπορεί να αποτελέσει κινητήριος δύναμή σου το να θέλεις να τρίψεις την επιτυχία σου στα μούτρα άλλου. Κακό είναι; Όχι!
Τα υπόλοιπα ιστορία στη mainstream σφαίρα: Συνεργασίες με ποπ ντίβες όπως την Ελένη Φουρέιρα και την Τζόζεφιν τον εδραίωσαν και η επιτυχία του του έδωσε τη δυνατότητα να βλέπει τον εαυτό του πιο μακριά, καθώς σχεδίαζε να δημιουργήσει δισκογραφική – φωλιά για νέους καλλιτέχνες που θα έφερναν κάτι διαφορετικό στην ελληνική μουσική σκηνή. Μέχρι που ήρθε το ξημέρωμα της 2ας Σεπτεμβρίου, και του ακύρωσε όλα τα πλάνα.
—
Θα απεκδυθώ για λίγο του δημοσιογραφικού μανδύα μου, για να πω πως η μουσική του Mad Clip είναι ένας από τους λόγους που η εποχή του Covid δεν με λύγισε απόλυτα. Δεν με έχω ονειρευτεί σε κότερα ή ελικόπτερα. Έχω γούστα ακριβά (τα οποία όταν τα υπηρετώ υποφέρει το πορτοφόλι μου). Πληρώνομαι πρώτη του μήνα και σιγοτραγουδάω έσκασε το πορτοφόλι από πενηντάρικα (τα οποία καταθέτω αμέσως στο νοίκι). Πρέπει να πιστέψεις στον εαυτό σου και στα δύσκολα, πρέπει να επιμένεις να λυγίζεις και τα σίδερα, να, αυτοί οι στίχοι δεν δέχονται ποτέ αλλαγή, είναι ίδιοι και απαράλλαχτοι μεταξύ ψυχής και πραγματικότητας, σαν εκείνον της ζωής που τραβά την ανηφόρα, με σημαίες και με ταμπούρλα.
Διαβάστε επίσης