Το Φοβερό Βήμα στο Κενό: Η ανεξιχνίαστη δολοφονία του Κώστα Ταχτσή
Ο Κώστας Ταχτσής άλλαξε για πάντα την Ελληνική λογοτεχνία. Αυτό δεν βοήθησε, όμως, στην εξιχνίαση της δολοφονίας του.
Ο Κώστας Ταχτσής άλλαξε για πάντα την Ελληνική λογοτεχνία. Αυτό δεν βοήθησε, όμως, στην εξιχνίαση της δολοφονίας του.

Το Φοβερό Βήμα στο Κενό: Η ανεξιχνίαστη δολοφονία του Κώστα Ταχτσή

Μπορεί ο Ταχτσής να μην δικαιώθηκε μετά θάνατον, ωστόσο ο λογοτεχνικός και ιδεολογικός του αγώνας παραμένει άσβεστος και σύγχρονος!

Το τελευταίο Σάββατο του Αυγούστου του 1988 προσφερόταν για ένα τεμπέλικο ξύπνημα, καθώς η μισοάδεια Αθήνα υπέφερε ακόμη από τη ζέστη. «Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις» έγραφε ο Έκο, αλλά η διάψευσή του έμελλε να είναι θορυβώδης: Η είδηση πως ο Κώστας Ταχτσής, ο διηγηματογράφος που αναμόρφωσε τη νεοελληνική πεζογραφία, κοίτεται νεκρός στο κρεβάτι του, με σημάδια στραγγαλισμού, εξαφάνισε τη ραστώνη που είχε απλωθεί στην πόλη. Ποιος τον σκότωσε και γιατί; Αυτός που θα έψαχνε να βρει τις απαντήσεις, η Αστυνομία, δεν φάνηκε να θέλει να ξεφύγει από τη ραστώνη.

Κώστας Ταχτσής: Μια δολοφονία, μια πρόχειρη έρευνα

Το μακάβριο θέαμα που αντίκρισε η αδελφή του και στη συνέχεια οι Αρχές είχε στοιχεία από τη ζωή του θύματος. Μιας ζωής σκοτεινής, εξωθημένης στην παρανομία, την οποία είχε υμνήσει στον γραπτό λόγο και φοβηθεί στην καθημερινότητά του. Το πτώμα του Ταχτσή ήταν στο κρεβάτι του, με μια γυναικεία περούκα στο κεφάλι, στραγγαλισμένο με γυμνά χέρια. Η πόρτα του σπιτιού δεν έφερε ίχνος παραβίασης, λεπτομέρεια που μαρτυρούσε ότι ο δολοφόνος ήταν κάποιος τον οποίο ο ίδιος ο δημιουργός είχε δεχτεί οικειοθελώς.

Όπως είναι λογικό, η είδηση δόνησε συθέμελα τον καλλιτεχνικό κόσμο. Όμως αυτό δεν συνέβη και με τον Τύπο της χώρας, όπου η δολοφονία του Ταχτσή δεν αντιμετωπίστηκε με τον δέοντα σεβασμό.

Από τις πρώτες κιόλας ώρες, η σοκαρισμένη κοινή γνώμη βρέθηκε εκτεθειμένη με μια πρωτοφανή εκστρατεία κιτρινισμού από τις ταμπλόιντ της εποχής. Η είδηση δεν ήταν πως ένας κορυφαίος των γραμμάτων έχασε αδόκητα τη ζωή του. Οι διευθυντές σύνταξης των εφημερίδων μυρίστηκαν το «αίμα» και εστίασαν στην προσωπική ζωή του συγγραφέα, με νοσηρές λεπτομέρειες για τη σεξουαλικότητά του, αλλά και στο γεγονός ότι βρέθηκε γυμνός και με διάφορες γυναικείες περούκες στον χώρο. Δεν ήταν μόνο οι ταμπλόιντ, όμως. «Μανιακοί εραστές σκότωσαν τον Ταχτσή με στόχο τα χρήματα», έγραφε η Απογευματινή.  «Ταχτσής, θύμα άγριου πάθους», διάβαζε κανείς στο πρωτοσέλιδο του Έθνους. «Τελευταίο στεφάνι για τον Ταχτσή» σημείωνε η Ελευθεροτυπία.

Από την ίδια οπτική ξεκίνησαν και οι έρευνες των Αρχών, οι οποίες, παρόλο τον ντόρο που δημιούργησε η υπόθεση, κατέληξαν στοιχειωμένες και αραχνιασμένες στο αρχείο. Ο δολοφόνος ενός εκ των κορυφαίων συγγραφέων της γενιάς του δεν βρέθηκε ποτέ μέχρι σήμερα! Ίσως η αιτία να ήταν αυτή η διπλή ζωή που ήταν αναγκασμένος να ζει: Η δημόσια αναγνώριση του ταλέντου του από τη μία, η αναγκαστική «τοποθέτησή» του στο περιθώριο από την άλλη.

Τα δύο σενάρια της αστυνομίας για τη δολοφονία Ταχτσή

Η Ασφάλεια Αθηνών βρέθηκε μπροστά σε ένα δύσκολο παζλ καθώς διάβαζε τον Ταχτσή ως μια διχασμένη προσωπικότητα: Στο φως της ημέρας απολάμβανε την αποδοχή και τον θαυμασμό, όταν όμως σκοτείνιαζε, γινόταν η «Λουλού» (το προσωνύμιο του) που στριμωχνόταν στον κόσμο του περιθωρίου για να ανασάνει. Ανάμεσα σε αυτή τη διπλή ζωή, κινούταν ο δολοφόνος του. Έτσι, διαμορφώθηκαν δύο σενάρια.

Το πρώτο αφορούσε τον «περιστασιακό εραστή της νύχτας». Ένα έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου, γεννημένο μέσα στις επικίνδυνες ισορροπίες της νύχτας. Για τους ερευνητές, έμοιαζε να είναι μοτίβο: Ο Ταχτσής, γνωστός θαμώνας στις πιάτσες της Συγγρού και της λεωφόρου Αθηνάς, χρησιμοποιούσε συχνά το όνομα «Λουλού» και αναζητούσε την παρέα νεαρών ανδρών, στρατιωτών ή ανθρώπων του περιθωρίου. Οι αρχές υπέθεσαν ότι ο δράστης ήταν ένας περιστασιακός σύντροφος, με τον οποίο υπήρξε κάποια οικονομική διαφωνία ή ξαφνικό ξέσπασμα πάθους, που οδήγησε στον στραγγαλισμό.

Βέβαια, το οικονομικό κίνητρο δεν έχει καμία υπόσταση, μιας και πίνακες του Αλέξη Ακριθάκη και του Αλέκου Φασιανού, οι οποίοι ήταν φίλοι του συγγραφέα, παρέμειναν κρεμασμένοι στους τοίχους του σπιτιού. Επιπλέον, στην τσέπη του παντελονιού του θύματος υπήρχαν ακόμη 5.500 δραχμές. Αν αυτό δεν «καίει» το σενάριο της κλοπής, τότε τι θα το έκαιγε;

Το δεύτερο σενάριο ήταν πολύ πιο «πιπεράτο» για τις ταμπλόιντ της εποχής: Το σενάριο του εκβιασμού από ένα δημόσιο πρόσωπο. Αυτό ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει ανυπόστατες φήμες και έναν ορυμαγδό κουτσομπολιού, τέτοιο που τραγικά είχε εξυμνήσει στο Τρίτο Στεφάνι ο συγγραφέας.

Βλέπεις, ο Ταχτσής δεν ήταν ένας απομονωμένος άνθρωπος του περιθωρίου· ήταν ένας διάσημος διανοούμενος που συνομιλούσε με την ελίτ της χώρας. Υπήρχαν έντονες φήμες ότι ο συγγραφέας κατείχε στοιχεία για την κρυφή προσωπική ζωή επώνυμων Αθηναίων —πολιτικών, καλλιτεχνών και επιχειρηματιών— οι οποίοι σύχναζαν στις ίδιες απαγορευμένες πιάτσες.

Με τη θεωρία αυτή να ενισχύεται από το γεγονός πως ο δολοφόνος δεν αφαίρεσε χρήματα, αλλά αντικείμενα που ενδεχομένως να πρόδιδαν την ταυτότητα άλλων προσώπων, όπως το προσωπικό φωτογραφικό άλμπουμ του Ταχτσή και την ατζέντα με τα τηλέφωνά του. Και κάτι ακόμη: Ένα βίντεο!

Συνδεδεμένο με το σενάριο του εκβιασμού ήταν και το μυστήριο της χαμένης βιντεοκασέτας. Ψίθυροι της εποχής ανέφεραν ότι ο Ταχτσής είχε εγκαταστήσει κρυφή κάμερα στο δωμάτιό του, καταγράφοντας τις ερωτικές του συναντήσεις. Το σούσουρο μιλούσε για την απουσία μιας συγκεκριμένης κασέτας από τη συσκευή βίντεο του σπιτιού. Αυτό οδηγούσε αναπόφευκτα στο συμπέρασμα πως ο δολοφόνος μπήκε στο σπίτι του Ταχτσή με μοναδικό σκοπό να καταστρέψει το ενοχοποιητικό υλικό που θα διέλυε την καριέρα και την κοινωνική υπόσταση του ίδιου ή κάποιου άλλου.

Εδώ είναι, όμως, που φτάνουμε στα επίπεδα ερασιτεχνισμού της Αστυνομίας, αφού αποκάλυψε στον Τύπο τον μοναδικό κωδικό της κλεμμένης συσκευής προτού αυτή εντοπιστεί. Γιατί πρόκειται για ερασιτεχνισμό;

Αν πράγματι η συσκευή είχε περάσει σε κάποιο δίκτυο μεταπώλησης, οι αρχές θα μπορούσαν να εντοπίσουν τους κατόχους. Με τη δημοσιοποίηση, όμως, ο κάτοχός της συσκευής προειδοποιήθηκε. Λογικά την κατέστρεψε. Άρα, οι αρχές έκαψαν το πιο σημαντικό κανονάκι που είχαν, πέρα από τον τελευταίο άνθρωπο που πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του Ταχτσή.

Γιατί, ναι, υπήρχε τουλάχιστον μία πολύ συγκεκριμένη μαρτυρία γείτονα που ήθελε τον Ταχτσή να επιστρέφει επανειλημμένα εκείνο το βράδυ με διαφορετικούς νεαρούς άνδρες. Περίπου στις 3 π.μ. επέστρεψε με έναν 30χρονο περίπου, καλοντυμένο άνδρα με μουστάκι. Αυτός φέρεται να είναι ο τελευταίος που τον είδε ζωντανό. Αυτός ο 30χρονος, λοιπόν, δεν εντοπίστηκε ποτέ.

Και πώς να εντοπιστεί, από τη στιγμή που το βάρος των ερευνών είχε πέσει σχεδόν εμμονικά στην τρανς κοινότητα. Και όταν η υπομονή εξαντλήθηκε, υπήρξαν και αυθαιρεσίες. Έτσι, η Αστυνομία εξαπέλυσε επιχειρήσεις-σκούπα στις πιάτσες της Συγγρού, με μαζικές προσαγωγές τρανς γυναικών στα αστυνομικά τμήματα. Όμως, ποιος θα μιλούσε, όταν υπήρχε ο φόβος πως ό,τι πει μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του; Θα έλεγε κανείς πως η Αστυνομία είχε κινηθεί με επικοινωνιακή, αντί για χειρουργική, λογική: Μαζεύουμε τους παραβατικούς του περιθωρίου, για να αισθάνονται ασφαλείς οι… νομοταγείς. Ο άνθρωπος με το μουστάκι είχε περάσει στην αφάνεια.

«Το Φοβερό Βήμα»: Πώς ο Συγγραφέας Προφήτευσε το Τέλος του

Όποιος όμως κινείται στα γεγονότα, χάνει τον άνθρωπο. Αυτό συμβαίνει πολλές φορές σε υποθέσεις με high profile θύματα. Ο Ταχτσής υπήρξε ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας, ένας δυστυχής άνθρωπος, όχι από επιλογή, αλλά εξαιτίας των κοινωνικών αγκυλώσεων. «Ζεις με το σπαθί, πεθαίνεις από το σπαθί» που θα έγραφαν οι τροβαδούροι του Μεσαίωνα.

Και το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της τραγωδίας του είναι πως ο ίδιος ο Ταχτσής είχε, κατά κάποιον τρόπο, προδιαγράψει τη μοίρα του μέσα στο τελευταίο, ημιτελές αυτοβιογραφικό του έργο, «Το Φοβερό Βήμα», το οποίο εκδόθηκε μεταθανάτια το 1989.

Μόνο από τον τίτλο του βιβλίου μπορεί να αντιληφθεί κανείς τις προθέσεις του: Ο Ταχτσής, ένας άνθρωπος που αναζητούσε την αυθεντικότητα σε καθετί, ήταν αποφασισμένος να μιλήσει για τη ζωή του, την καθημερινότητά του και να κάνει αυτό που έκανε στο Τρίτο Στεφάνι: Να διαλύσει τον καθωσπρεπισμό.

Παρόλο που γνώριζε τους κινδύνους του εγχειρήματός του, καθώς υπήρχαν αρκετά δημόσια πρόσωπα που ζούσαν καταδικασμένοι, όπως και εκείνος, να ζουν μια άλλη ζωή στο σκοτάδι. Όταν αυτή του η πρόθεση έγινε γνωστή, πολλοί αισθάνθηκαν την απειλή από αυτές τις αποκαλύψεις.

Και ήταν η ίδια η αδελφή του που είχε επιβεβαιώσει αργότερα, πως ο συγγραφέας δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα, καθώς το υπό συγγραφή βιβλίο του θα δυναμίτιζε τα θεμέλια της κοινωνικής ζωής των Αθηναίων.

Ήταν αυτή η «απειλή» αρκετή για να «οπλίσει» το χέρι ενός ανθρώπου εναντίον του; Οι πιθανότητες να το μάθουμε είναι μηδαμινές. Ωστόσο, μέσα από τις σελίδες του δημοσιευμένου, ημιτελούς υπενθυμίζουμε, βιβλίου, ο Ταχτσής μας βάζει στην κλειδαρότρυπα του δικού του ιδιωτικού βίου και προσφέρει μια συνταρακτική κατάδυση στον ψυχισμό ενός ταραγμένου ανθρώπου.

Η ροπή του προς τον κίνδυνο και τα πάθη, το περιθώριο στο οποίο εξωθήθηκε,  που άλλοτε τροφοδοτούν την τέχνη του θα είναι μοιραία και ο λόγος που θα του αφαιρεθεί η ζωή του.

Γιατί ο Ταχτσής ήταν σπουδαίος

Τι όμως έκανε σπουδαίο τον Ταχτσή; Και πόσο σπουδαίος ήταν για τα Ελληνικά γράμματα; Την απάντηση μπορεί να την ανακαλύψει ο καθένας, αρκεί να διαβάσει το Τρίτο Στεφάνι (1962). Η έκδοση του magnum opus του συγγραφέα αποτελεί ένα ορόσημο για τη μυθιστοριογραφία στην Ελλάδα καθώς εισάγει κάποιες από τις καινοτομίες που συναντάμε ακόμη και σήμερα.

Με τη Γενιά του ’30 να εξακολουθεί να κυριαρχεί, γλείφοντας τα τραύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής και αναζητώντας μέσα από μια συχνά λυρική και στιλιζαρισμένη γλώσσα μια νέα κατεύθυνση, έναν εθνικό προορισμό, εμφανίζεται ο Ταχτσής με το Τρίτο Στεφάνι και σπάει αυτή τη δομή. Η γλώσσα είναι η καθομιλουμένη, η λαϊκή δημοτική. Δεν υπάρχουν φτιασίδια, ούτε λυρισμός. Κατάφερε με τον ζωντανό λόγο καθημερινών ανθρώπων να παραγάγει υψηλή τέχνη.

Και δεν έμεινε εκεί: Έβαλε στο επίκεντρο τη μικρομεσαία αθηναϊκή οικογένεια. Οι φόβοι των κατοίκων της μεγαλούπολης, η μίζερη καθημερινότητά τους μέσα σε κοσμογονικές εποχές. Από το μαγείρεμα και το άπλωμα των ρούχων, μέχρι τα  κουτσομπολιά και τους καβγάδες. Έβαλε στον φακό του τον καθωσπρεπισμό των μικρομεσαίων, την ωραιοποίηση μιας αστικής δυστοπίας και σήκωσε το χαλάκι στο οποίο έκρυβαν τα προβλήματά τους.

Κάπως έτσι, η περιγραφή των πολέμων δεν γίνεται μέσα από σπουδαίους ήρωες που πρωταγωνιστούν στα γεγονότα, αλλά από αντιήρωες, ταπεινές πρωταγωνίστριες που βιώνουν την έξαρση του εθνικού μεγαλείου ή την κατάπτωσή του. Δεν υπάρχουν παρασημοφορημένοι ήρωες πολέμου, παρά μόνο η Νίνα και η Εκάβη, που ψάχνουν φαγητό, ζέστη και γαμπρούς.

Έτσι, η επίδραση του Ταχτσή στους μεταγενέστερους πεζογράφους υπήρξε καταλυτική, αφού παρέδωσε έναν άλλο δρόμο, αυτόν της «πεζογραφίας της καθημερινότητας». Και ήταν ο φίλος του, Μένης Κουμανταρέας που θέλησε να τον διαβεί, κάνοντας της γειτονιές της Αθήνας «ήρωες» των βιβλίων του.

Μπορεί ο Ταχτσής να μην δικαιώθηκε μετά θάνατον, αφού ο δολοφόνος του δεν συνελήφθη ποτέ, ωστόσο ο λογοτεχνικός και ιδεολογικός του αγώνας παραμένει άσβεστος και σύγχρονος: εναντίον του πουριτανισμού, εναντίον του καθωσπρεπισμού που καλλωπίζει την πραγματικότητα για να κρύψει τα σημάδια της ανέχειας. Ο Ταχτσής κατάφερε να παραμείνει ζωντανός γιατί ακολούθησε αυτό που του υπαγόρευε η αλήθεια του.

Σχετικά άρθρα