Τζάκι, Ωνάσης, Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Αλίκη, πριγκίπισσα Νταϊάνα και ο Πάγκαλος με μακριά μαλλιά: Το ΚΛΙΚ στην Ύδρα των 60s-70s
«Κατά τη διαμονή της, η Μπε Μπε διαψεύδει τις φήμες για δήθεν ειδύλλιο με τον Τάκη Θεοδωρακόπουλο και ξενυχτάει μαθαίνοντας συρτάκι». Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Περιεχόμενα
Οκτώβριος 1998, Περιόδος 2η, τ. 02 Από την Ελένη Ξενάκη
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ένας χολιγουντιανός αέρας στέλνει όλο και μεγαλύτερο αριθμό πλουσίων, διασήμων και εκκεντρικών να περάσουν τα καλοκαίρια τους σ’ ένα μικρό νησάκι του Αργοσαρωνικού. Η Ύδρα, για δύο και πλέον δεκαετίες, γίνεται το πιο λαμπερό παρατηρητήριο της Μεσογείου, απ’ όπου μπορούσε κανείς να βλέπει ανθρώπους, διαθέσεις και ιστορίες να πηγαινοέρχονται.
Στο ζαχαροπλαστείο του μώλου ο πάγος λιώνει στο ποτήρι, τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονται ράθυμα και οι πρωταγωνιστές της ιστορίας θυμούνται τα παλιά. Δύο φίλοι ενώνουν τις αναμνήσεις τους και ξετυλίγουν μπροστά μου το κουβάρι μιας λαμπερής εποχής που αγκυροβόλησε στο λιμάνι της Ύδρας. Ο Μπάμπης Μωρές, ιδιοκτήτης για δεκαετίες της θρυλικής «Λαγουδέρας», και ο Βασίλης Μάρος, οπερατέρ το ’56 στο φιλμ «Το παιδί και το δελφίνι», κοιτάζουν τη θάλασσα και θυμούνται τα δικά τους καλοκαίρια. Πίσω από τα ψηλά κατάρτια των ιστιοφόρων που δένουν στο λιμάνι διακρίνονται τα σημάδια των σαράντα δύο καλοκαιριών που πέρασαν από εκείνο το πρώτο κινηματογραφικό ταξίδι της Σοφία Λόρεν.
Το ήσυχο πρωινό κόβεται στα δύο από το καταμαράν που κατεβάζει τους επισκέπτες του Ιουλίου. Γυρίζω το βλέμμα μου αλλού και φτιάχνω στο μυαλό μου τις σκηνές από το αληθινό σενάριο των παλιών φίλων. Ο Μάρος, διακεκριμένος σήμερα ντοκιμαντερίστας, κάνει κοντινό πλάνο στο λιμάνι και αφηγείται: «Η ιστορία ήθελε τόπο εξέλιξης των γεγονότων τη Μύκονο, αλλά οι συνθήκες εκεί ήταν πολύ δύσκολες για γυρίσματα και έτσι πάρθηκε η απόφαση για την Ύδρα». Μπροστά στα μάτια του δεν είναι πια η Γερμανίδα τουρίστρια, αλλά η Λόρεν με το μαντίλι στα μαλλιά, η μυλωνού με το βελούδινο βλέμμα, η πρώτη σταρ που πάτησε το πόδι της στο νησί.
Από εκείνη την εποχή και μετά, στα πλακόστρωτα σοκάκια του νησιού άφησαν τα ίχνη τους οι πλούσιοι και διάσημοι όλου του κόσμου. Όταν νυχτώνει, τα γέλια τους ακούγονται ακόμη στην παλιά «Λαγουδέρα», στην ταβέρνα του Ντούσκου ή στον «Πειρατή». Οι θιασώτες του ’60 και του ’70 ξεδιψούσαν με γκαζόζα μέχρι να έρθει το βράδυ και να ξεκινήσουν τον χορό. Τα διάσημα πρόσωπα που φωτογραφήθηκαν στην Ύδρα εκείνης της εποχής είναι κομμάτια μιας μπουρζουαζίας που δεν «φωνάζει» τα λεφτά της, που συναναστρέφεται τους ανθρώπους του λιμανιού, που αφήνει διακριτικά το πουρμπουάρ στους καφενέδες της προβλήτας, που κυκλοφορεί χωρίς σωματοφύλακες. Μιας ελίτ που μπερδεύεται με τους ντόπιους και μαθαίνει από αυτούς τις διαδρομές του νησιού.
Ο Μάρος τους θυμάται όλους: τον Νιάρχο, τον Ωνάση, τον Κάρολο Φιξ. Ο Μπάμπης μού κατεβάζει ονόματα από τον κατάλογο που έχει στο μυαλό του. Το βιβλίο των πελατών ανοίγει και ο Μπάμπης τινάζεται από τον θόρυβο της Dom Pérignon που ρέει για να δροσίσει τη χρυσή νεολαία εκείνης της εποχής. Τις παρέες που τον καυτό μήνα Αύγουστο αφήνουν το Κολωνάκι και επιβιβάζονται στη «Νεράιδα» του Λάτση, για να βγουν στο λιμάνι της Ύδρας, που μέχρι τότε περνούσε μέσα από τις λέξεις του Σεφέρη, τα έργα του Χατζηκυριάκου-Γκίκα και του Εγγονόπουλου. Οι άγκυρες των θαλαμηγών, η κρυφή γοητεία της παλιάς μπουρζουαζίας, οι χολιγουντιανές αφίξεις και οι παπαράτσι των μοντέρνων καιρών απέχουν μόλις 38 ναυτικά μίλια από τον Πειραιά.

Η ΥΔΡΑ ΣΙΝΕΜΑΣΚΟΠ
Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, η Κατίνα Παξινού και ο Αλέξης Μινωτής βρίσκονται στο Χόλιγουντ και κάνουν στενή παρέα με τον διάσημο παραγωγό του κινηματογράφου Σπύρο Σκούρα. Στο σπίτι του λόφου στο Λος Άντζελες σερβίρονται τα περίφημα σουτζουκάκια της Παξινού, που πείθει τους διάσημους φίλους της να ταξιδέψουν στην Ελλάδα. Το σχέδιο προπαγάνδας πετυχαίνει και οι επισκέψεις των διασήμων μοιάζουν με ρεπεράζ σκηνοθετών. Λίγα χρόνια μετά, το όνομα «20th Century Fox» και το επώνυμο «Σκούρας» υπογράφουν το «Παιδί και το δελφίνι» και η μελωδία του Τάκη Μωράκη ακούγεται στην επίσημη πρεμιέρα. «Τι ‘ν’ αυτό που το λένε αγάπη» τραγουδάει η Λόρεν με σπασμένα ελληνικά και η ταινία κάνει τον γύρο του κόσμου.
Στο φιλμ τυπώνονται και τα ηλιοκαμένα πρόσωπα των ντόπιων, που την εποχή των γυρισμάτων πάθαιναν απανωτά πολιτισμικά σοκ. Ο Βασίλης Μάρος θυμάται: «Όταν στήθηκαν οι ράγες στο λιμάνι για να κινείται επάνω τους η κάμερα, οι Υδραίοι νόμιζαν ότι θα μπει τρένο στο νησί». Για τα γυρίσματα της ταινίας επιστρατεύονται το αρχοντικό Παουρή, το κρουαζερόπλοιο «Ερμής» του Ποταμιάνου, όπου στις καμπίνες του ξεκουράζεται η πρωταγωνίστρια, και η «Νεράιδα» του Λάτση, που φιλοξενεί τα 70 περίπου άτομα του συνεργείου. Η Ύδρα γίνεται κοσμοσύχναστη και οι εφημερίδες ασχολούνται συνεχώς με την πορεία των γυρισμάτων. Οι αθηναϊκές παρέες ανακαλύπτουν τις ομορφιές του νησιού μέσα από το παιχνίδι του κρυμμένου θησαυρού. Ο θησαυρός, βέβαια, είναι η Λόρεν, αλλά βρίσκεται μακριά από τα μάτια του κόσμου. Βουτάει στα παγωμένα νερά του νησιού και τρέμει. «Πριν γυριστεί μια σκηνή», θυμάται κάποιος, «τεράστια καζάνια καυτού νερού χύνονταν στο σημείο που θα βουτούσε η πρωταγωνίστρια, για να ανέβει η θερμοκρασία». Στο τέλος της σκηνής τυλίγεται με ένα μπουρνούζι και τρέχει στην καμπίνα της, όπου την περιμένει το φρέσκο ψάρι που στέλνουν οι Υδραίοι.
Το πρόγραμμα της επόμενης μέρας τη θέλει ξύπνια στις έξι το πρωί, και η Λόρεν δεν έχει χρόνο για βόλτες. Εξάλλου, στο νησί δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο η ταβέρνα του Ντούσκου. Οι φωτογράφοι ελάχιστες φορές «έχουν» τη σταρ στον φακό τους, κι έτσι απαθανατίζουν τον συμπρωταγωνιστή της, Άλαν Λαντ. Λίγα χρόνια μετά, το ’61, στα γυρίσματα της «Φαίδρας» του Ντασέν τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ή μήπως η Μελίνα είναι διαφορετική; Βουτάει θαρραλέα από τα βράχια, παίζει τάβλι στα καφενεία του λιμανιού και γλεντάει με την ψυχή της στη «Λαγουδέρα». Δίπλα της, ο Άντονι Πέρκινς γίνεται θύμα κουτσομπολιών: «Δεν θα παίξει αν δεν έρθει στην Ύδρα ο αγαπημένος του φίλος…» γράφουν οι καλλιτεχνικές στήλες της εποχής, αφήνοντας υπονοούμενα, και τον φωτογραφίζουν χαμογελαστό ανάμεσα σε δύο ναύτες. Λίγες μέρες μετά, ο φίλος έρχεται και τα γυρίσματα ξεκινούν.

Οι πρωταγωνιστές μένουν στο «Ξενία» και η Μελίνα ετοιμάζεται για τα γυρίσματα στο πατάρι της «Λαγουδέρας». Ο χρόνος μετριέται σε πολύτιμα εκατοστά φιλμ και εκείνη την ημέρα η θάλασσα στα Κανόνια είναι παγωμένη. Είναι φθινόπωρο και η Μελίνα βουτάει. «9 Σεπτεμβρίου 1961: 44η μέρα γυρισμάτων», γράφει το όρντινο. Λίγο πριν και λίγο μετά την ταινία του Ντασέν, οι άνθρωποι του ελληνικού σινεμά καθιέρωσαν την Ύδρα ως τόπο γυρισμάτων. Το ’59 γυρίζεται το «Ταξίδι με τον έρωτα» και η Τζένη Καρέζη χορεύει μπλουζ στην αγκαλιά του Κακαβά, αλλά και το «Κορίτσι με τα μαύρα» με την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν. Ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης γυρίζει το ’62 τους «Γαμπρούς της Ευτυχίας» με τον Ρίζο και τη Γεωργία Βασιλειάδου. Το ’64 η Ζωή Λάσκαρη και η Μάρθα Καραγιάννη είναι τα «Κορίτσια για φίλημα», που συμπρωταγωνιστούν με τον Αντρέα Μπάρκουλη, και το ’69 τα κοντινά πλάνα γίνονται στο πρόσωπο του Λάμπρου Κωνσταντάρα, πρωταγωνιστή στη φαρσοκωμωδία «Ο μπλοφατζής». Στη δεκαετία του ’60, οι ήρωες των ταινιών που παίζονται στο σινε «Γαρδένια» παίρνουν σάρκα και οστά και μεθάνε στη «Λαγουδέρα».
ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Τα ηλιόλουστα πρωινά του ’56, που η Λόρεν τυπώθηκε σε φιλμ, σηματοδοτούν την αρχή μιας καινούργιας εποχής. Οι Αθηναίοι κάνουν ταξιδάκια αναψυχής στον Αργοσαρωνικό με προορισμό όχι πια τις καταπράσινες Σπέτσες ή την Αίγινα, αλλά την Ύδρα. Είναι η εποχή που η Ρόδος είναι έτοιμη, αλλά δεν υποδέχεται ακόμη τον τουρισμό, και η Μύκονος είναι άγνωστη. Είναι τα καλοκαίρια που οι Υδραίοι, περήφανοι για την ιστορία τους, για τα αμυγδαλωτά τους, για τη Σχολή Καλών Τεχνών, υποδέχονται τους πρώτους επισκέπτες. Ο Νιάρχος κι ο Ωνάσης πίνουν τον καφέ τους στην πλώρη των θαλαμηγών τους και το επόμενο πρωινό φεύγουν. Η Ύδρα είναι ένας μικρός σταθμός στις κρουαζιέρες τους. Όσοι δεν πάνε με ιδιόκτητο σκάφος ταξιδεύουν με τη «Νεράιδα», το καλύτερο σκαρί της εποχής, που κάνει τέσσερις ώρες το ταξίδι. Η «Καμέλια» και ο «Πορτοκαλής Ήλιος» μπαίνουν αργότερα, όταν μεγαλώνει και η ζήτηση γι’ αυτό το δρομολόγιο.
Το καλοκαίρι του ’58, η παρέα που συχνάζει στο «Babies Bar» της Σταδίου ξεκινάει για Ύδρα. Μαζί τους και ο ιδιοκτήτης του μπαρ, Μπάμπης Μωρές, που γοητεύεται από το νησί και επαναλαμβάνει το ταξίδι πολλές φορές. Σε κάποια απ’ αυτές βρίσκει ένα καταφύγιο για βάρκες, το κλείνει και παραγγέλνει τους υδραίικους καναπέδες που θα φιλοξενήσουν τη χρυσή νεολαία της εποχής. Στο τέλος της δεκαετίας του ’50, η επιγραφή «Λαγουδέρα» λάμπει σαν τα λαμπιόνια της Sunset Boulevard και γίνεται ό,τι τα νεοϋορκέζικα «Morocco» στα ’60ς και «Studio 54» στα ’70ς. Οι αφίξεις ανακοινώνονται από τον τελάλη του νησιού ή διαδίδονται συνωμοτικά από στόμα σε στόμα και αφορούν εφοπλιστές, επιχειρηματίες και σταρ.

Η φήμη της Ύδρας έχει περάσει τον Ατλαντικό και οι σταρ του Χόλιγουντ που βαριούνται το πολυσύχναστο Κάπρι βρίσκουν καταφύγιο στο ήσυχο και γραφικό νησί του Αργοσαρωνικού. Ο Χένρι Φόντα και ο Ουστίνοφ βγάζουν τα λινά τους σακάκια και κατεβαίνουν στο λιμάνι με κοντά παντελόνια. Την ίδια εποχή κάνει την εμφάνισή του και ο Κάρολος Φιξ. Ο καινούργιος επισκέπτης δεν είναι νέος και ωραίος, αλλά έχει δύναμη και, το σημαντικότερο, τη διάσημη ελληνική μπίρα, που διαφημίζει η ολόδροση Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Όπως γίνεται πάντα στην ιστορία, οι πολλοί ακολουθούν τους λίγους και οι πρώτοι κοσμικοί κάνουν την εμφάνισή τους. Δεν είναι πάντα διάσημοι και πλούσιοι, αλλά έχουν έμφυτο το ταλέντο των δημοσίων σχέσεων και πολλές γνωριμίες. Όπως ο Ντίμης Κρίτσας, ο στυλίστας της εποχής, που είναι υπεύθυνος για τις μεγάλες εμφανίσεις των εγχώριων σταρ. Οι παρέες συναρμολογούνται σαν ένα παζλ με πολλά διαφορετικά κομμάτια και, στο τέλος της δεκαετίας του ’50, η χαρούμενη εικόνα δένει με τους μόνιμους παραθεριστές. Η συγγραφέας Μαργαρίτα Λυμπεράκη ανοίγει το σπίτι της στην ελίτ που κάνει διακοπές στην Ύδρα, φιλοξενεί τη στενή της φίλη Μελίνα και ξενυχτάει μαζί της στο «Λαγουδέρα Marine Club».
Τα απογεύματα μαζεύονται όλοι στο «Εντευκτήριο της παροικίας των ξένων», στο μπακάλικο του Κάτσικα, δηλαδή, όπου πίνουν τον καφέ τους συγγραφείς, γλύπτες και ζωγράφοι. Η Ύδρα είναι πια τόπος συνάντησης για τον Τάκη Θεοδωρακόπουλο, γιο του ιδιοκτήτη του «Caravel», το ζεύγος Τσαλδάρη και τον Σπήλιο Σοφιανόπουλο της ΧΡΩΠΕΙ με τη συνοδό του. «Ήταν όλοι τους ζευγάρια», σχολιάζει ο Μπάμπης Μωρές και συγκρίνει εποχές: «Δεν ήταν λιγούρηδες τότε». Το ζευγάρι της εποχής είναι ο Νάσος Μπότσης με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Εκείνος είναι ο πετυχημένος εκδότης με το σκεπτικό βλέμμα. Εκείνη είναι η πολλά υποσχόμενη ηθοποιός που έχει βάψει τα μαλλιά της ξανθά και με το κέφι της κάνει τον Νάσο να χαμογελάει.

Γύρω τους, οι γνωστές Αθηναίες Δάφνη Κωστοπούλου, Στέλλα Χατζηιωάννου και Φαίνη Ξύδη είναι τα κορίτσια εκείνης της εποχής που κάνουν βαρκάδες και δοκιμάζουν ουίσκι on the rocks. Στα γλέντια εμφανίζεται και ο Γιωργάκης Παπανδρέου, ωραίος και ιδιόρρυθμος. Όλοι γίνονται ένα και φτιάχνουν την παρέα του καλοκαιριού που, στο τέλος Ιουνίου, στα Μιαούλεια, παρακολουθεί την αναπαράσταση της πυρπόλησης της τουρκικής ναυαρχίδας. Είναι τα πρόσωπα που γεύονται τα αμυγδαλωτά του Τσαγκάρη (από το 1930), καθώς η δεκαετία του ’50 απομακρύνεται από το λιμάνι και η καινούργια εποχή σφυρίζει φτάνοντας στα Κανόνια.
ΔΥΟ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΓΕΜΑΤΕΣ ΛΑΜΨΗ
Το καλοκαίρι του 1960 φοράει το καρό φουστάνι της Μελίνας, έχει τα μάτια της Ελίζαμπεθ Τέιλορ, διαβάζει τις «Εικόνες» με εξώφυλλο την Αλίκη και περνάει στα τραπεζάκια του λιμανιού: στο καφενείο του Τσαγκάρη, του Πυρρή ή του Ντούσκου. Σε κάποιο από αυτά ο Ζιλ χάνει άλλη μία παρτίδα τάβλι από τη Μελίνα, που φέρνει εξάρες και γελάει δυνατά. Η άφιξη της Τέιλορ στο νησί σηκώνει κύμα. Η μικρόσωμη σταρ βγάζει τα σκούρα της γυαλιά μπαίνοντας στο μαγαζί της Ντόρας Ζαφείρη, συζύγου αργότερα του Μωρέ. Οι σωματοφύλακες διώχνουν τους πελάτες και πλησιάζουν την ιδιοκτήτρια. «Η κυρία Τέιλορ θέλει να ρίξει μια ματιά», λένε στην Ντόρα, που στέλνει αμέσως να ειδοποιήσουν τον Μπάμπη. Εκείνο το βράδυ τα φλας στη «Λαγουδέρα» φωτίζουν την Τέιλορ και τον τότε σύζυγό της, Έντι Φίσερ.
Η άφιξη της Τζάκι Κένεντι στις αρχές της δεκαετίας είναι πιο θορυβώδης, όπως άλλωστε αρμόζει στην πρώτη κυρία των ΗΠΑ. Την υποδέχονται οι Υδραιοπούλες και η μπάντα του δήμου. Το βράδυ ο Ντούσκος στρώνει τα τραπέζια και η Τζάκι πίνει ρετσίνα στην «Ξερή Ελιά». Την επομένη φεύγει, για να επιστρέψει πολλά χρόνια αργότερα στο πλάι του Ωνάση. Όταν οι διασημότητες εγκαταλείπουν το νησί, πρωταγωνιστές γίνονται ξανά οι μόνιμοι πια παραθεριστές: η νεαρή τότε Ρενάτα Λάτση, ανιψιά του «καπετάνιου», η πριγκίπισσα Ξένια Σερεμέτεφ, σύζυγος του Ηλία Σφυρή, η Μπέττυ Στάικου, κόρη του γνωστού αρχιτέκτονα, και η Μαριλένα Λιακοπούλου, κόρη του Περικλή Βυζαντίου, ζωγράφου, σκηνογράφου και ιδρυτή της Σχολής Καλών Τεχνών Ύδρας.
Διαβάστε επίσης

Καθώς περνούν τα καλοκαίρια, ο μικρόκοσμος του νησιού μεγαλώνει με στάρλετ που μπερδεύονται με τις σταρ, αργόσχολους που συζητάνε με μεγάλους επιχειρηματίες, πολιτικούς που συναντάνε λογοτέχνες. Είναι η εποχή που κάθε υδραίικη οικογένεια έδινε και ένα δωμάτιο στους ξένους. Τα Σαββατόβραδα του Αυγούστου επιστρατεύονται ακόμη και οι ταράτσες για να κοιμίσουν τους άστεγους παραθεριστές. Το λιμάνι δεν είναι πια ήσυχο, καθώς τα σκάφη είναι μεγάλα και ο χώρος περιορισμένος. Η «Juanita», το γιοτ του επιχειρηματία Ντένη Πετρόπουλου, προσεγγίζει με δυσκολία το λιμάνι και η αθηναϊκή παρέα βγαίνει με βερμούδες και μαγιό για ένα ποτό στη «Λαγουδέρα». Το σκηνικό επαναλαμβάνεται με το σκάφος της Μάγιας Καλλιγά και το κότερο του Στέλιου Κολοβού.
Απόφοιτος τότε της Σχολής Εμποροπλοιάρχων και επιχειρηματίας αργότερα, ο Κολοβός είχε βρεθεί στη δημοσιότητα πριν από μερικά χρόνια με την υπόθεση ριφιφί της Τράπεζας Εργασίας, τη φυγή του στο εξωτερικό και τελικά την αθώωσή του. Όλοι τους συναντιούνται στα τραπέζια της «Λαγουδέρας», του μοναδικού τότε κλαμπ της Ύδρας. Ο Ζακ Μεναχέμ δίνει το σάουντρακ της εποχής μετά τα μεσάνυχτα. Από κει περνάει κάποια στιγμή η Ζωρζ Σαρρή, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, η Κούλα Παπαγεωργίου, κόρη του εκδότη της «Αθηναϊκής», η Τζένη Καρέζη με τον Ζάχο Χατζηφωτίου, η Μελίνα Μερκούρη με τον Άντονι Πέρκινς και τον Ραλφ Βαλόνε, που διασκεδάζουν μετά τα γυρίσματα της «Φαίδρας».
Εκεί, η κυρία Σοφία, η μητέρα του Μπάμπη, φτιάχνει το πιάτο της ημέρας: μακαρονάδες, κοκκινιστό ή ολόφρεσκο ψάρι για τους λίγους και εκλεκτούς που κλείνουν τις παραγγελίες τους από νωρίς.

Το ’61 τα τραπέζια είναι γεμάτα: η Ύδρα είναι πια κοσμική και πολυσύχναστη. Η Ζωή Λάσκαρη κάνει τις πρώτες δημόσιες διακοπές της και η Γκιζέλα Ντάλι ποζάρει συνεχώς στον φακό. Λίγο πριν τελειώσει εκείνο το αξέχαστο για όλους καλοκαίρι, το ζευγάρι που όλοι περιμένουν κάνει την εμφάνισή του: η Μαρία Κάλλας με τον Μενεγκίνι περπατούν στα στενά της Ύδρας. Ο κόσμος σταματάει για να κοιτάξει την άλλοτε ευτραφή ντίβα, που τώρα έχει αδύνατη σιλουέτα και τονίζει τα μεγάλα της μάτια με θεατρικό μακιγιάζ.
Έναν χρόνο μετά, οι νεαρές που χορεύουν τουίστ, λίμπο και χάλι γκάλι στη «Λαγουδέρα», κοιτάζουν επίμονα στο τραπέζι του Ζιλ και της Μελίνας έναν γοητευτικό νέο. Τον Τζο Ντασέν, που πολλά χρόνια αργότερα θα σκλαβώσει τις Ελληνίδες τραγουδώντας το «Όνειρα» με σπαστά ελληνικά. Τις νύχτες που τα κορίτσια χαμογελάνε στον Τζο και περιμένουν με αγωνία την άφιξη του ζεν πρεμιέ Νίκου Κούρκουλου, οι άντρες μιλάνε για το σώμα της Έφης Μελά, συζύγου τότε του δημοσιογράφου Χάρη Λυμπερόπουλου. Τα βράδια στη «Λαγουδέρα» γίνεται το αδιαχώρητο. Ο βιομήχανος Δημήτρης Καρέλας, ο αρχιτέκτονας Αντώνης Κιτσίκης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Σοφοκλής Βενιζέλος βλέπουν αρκετές φορές την ανατολή του ηλίου, ενώ τα κότερα δένουν αρόδο έξω από το λιμάνι της Ύδρας. Το σκάφος «Αικατερίνη», όμως, που έχει το όνομα της κυρίας Παούρη, βρίσκει πάντα θέση στο λιμάνι, και μ’ αυτό η Κατερίνα με τους φίλους της κάνει τον γύρο του νησιού, στις απόμερες παραλίες του πίσω μέρους. Όταν δεν έχει μελτέμια, η «Αλκυών» του Μπότση σηκώνει άγκυρα. Τα ωραιότερα μπάνια γίνονται στη Δοκό και το σκάφος επιστρέφει στο λιμάνι της Ύδρας μετά το ηλιοβασίλεμα.
Το εντυπωσιακό κότερο της εποχής ανήκει στον Φιξ. Ο «Ζέφυρος» αναγνωρίζεται από μίλια μακριά και το προσωπικό της «Λαγουδέρας» ζει στον πυρετό της ετοιμασίας. Η κράτηση γίνεται τηλεφωνικά, όταν ακόμη το σκάφος είναι εν πλω: «Μπάμπη, κράτησε ένα τραπέζι. Φτάνουμε το απόγευμα». Το καλοκαίρι του ’63, η «Κρεολή» του Σταύρου Νιάρχου μπαίνει στο λιμάνι. Είναι οι μέρες που συναντιέται τυχαία ο πλούτος με την εξουσία και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τους εκατομμυριούχους της εποχής. Η άφιξή του στο νησί έχει καθαρά εθιμοτυπικό χαρακτήρα και ο λιτοδίαιτος σε όλα πολιτικός δεν ξενυχτάει καθόλου. Τα υδραίικα γλέντια «εγκρίνονται» από τον Τζον Μιλς, τον «πάπα» της λονδρέζικης νύχτας.
Διαβάστε επίσης

Έναν χρόνο μετά ανοίγει το «Λαγουδέρα Yachting Club» στα σφαγεία του νησιού και, σε χαμηλό φωτισμό, μια ψηλή ξανθιά γυναίκα γέρνει το κεφάλι της στον ώμο ενός γοητευτικού άντρα. Είναι η Μαργαρίτα Παπανδρέου στην αγκαλιά του Αντρέα. Κάνει κι εκείνος ένα σύντομο πέρασμα από την ιστορία της Ύδρας, που οι ήρωές της δεν ήταν μόνο δυνατοί, πλούσιοι και διάσημοι. Ανάμεσα στο ’63 και το ’64, ένας κύκλος σαν αυτόν των χαμένων ποιητών εμφανίζεται στο νησί, όπου έχει ήδη βρει φιλοξενία ο άγνωστος τότε Λέοναρντ Κοέν. Είναι τα πρόσωπα που άλλοτε βρίσκονταν γύρω από την παράγκα του Σίμου του υπαρξιστή. Ο Πουλικάκος, με την τότε Αγγλίδα γυναίκα του, και ο Κουτρουμπούσης φτάνουν στην Ύδρα την εποχή του Κέρουακ και του Γκίνσμπεργκ και δημιουργούν μια «μπιτνικοπαρέα» που φιλοξενείται σε διάφορα σπίτια, όπως αυτό της Ινδοαγγλίδας Πίπα Ράουν Φρέιζερ.
Εκεί, δεκάδες ξένοι και Έλληνες στήνουν τα δικά τους γλέντια μακριά από τη «Λαγουδέρα». Όμως δεν τη σνομπάρουν. Κάποια βράδια μεθάνε μαζί με τους εφοπλιστές και τους βιομήχανους, και τα ξημερώματα τραγουδάνε στις ανηφόρες της Ύδρας. Με τον Κουτρουμπούση βρίσκεται κάποια στιγμή και ο Θόδωρος Πάγκαλος, με μακριά τότε μαλλιά και χωρίς μπλε κοστούμι. Αυτή η παρέα δεν μένει για πολύ στο νησί. Παίρνει τον δρόμο για τη Μύκονο και από κει για την Κρήτη. Η μοναδική εναλλακτική φιγούρα που έγινε «μόνιμος κάτοικος» είναι ο Κοέν, που από τα πρώτα κιόλας χρόνια αγόρασε σπίτι.
Το καλοκαίρι του ’65 όλοι αναρωτιούνται «ποια είναι η κυρία με το αινιγματικό χαμόγελο και τα μαύρα γυαλιά». Η Γκρέτα Γκάρμπο, που φτάνει στο νησί παρέα με τη βαρόνη Ντε Ρότσιλντ, είναι φιλοξενούμενη του Ωνάση. Η θαλαμηγός του μεγιστάνα δένει για λίγες μόνο μέρες στο λιμάνι, απ’ όπου φεύγει τελικά με κατεύθυνση τον Σκορπιό. Η Γκάρμπο συναντάει σ’ αυτό το ταξίδι τη Μελίνα, που τη φυγαδεύει από τους παπαράτσι.

Τα μέσα της δεκαετίας του ’60 είναι η καλύτερη εποχή της Ύδρας, με τον Εμπειρίκο, αλλά και τους Γουλανδρήδες, τον Μάριο Πλωρίτη, αλλά και τον Ζολώτα, τον Δον Χουάν Κάρλος και τη Σοφία. Είναι τα καλοκαίρια που όλοι μιλάνε για το «Brave Toots», το μεγαλοπρεπές κότερο, με επιβάτες τον Κάρολο Φιξ, τον Σπύρο Κουταρέλη και τις αδελφές Ιζαμπέλα και Άλεξ Δημητριάδου, και το κότερο «Seralia» του Νίκου Βερνίκου. Η Μαριάννα Φιξ παραθερίζει ήδη στην Ύδρα με τον δεύτερο σύζυγό της και πατριό του Καρόλου, Γαρουφαλιά.
Όλος αυτός ο κόσμος χορεύει με συγκροτήματα της λονδρέζικης σκηνής, καθώς οι δίσκοι που μπαίνουν στο πικ απ της «Λαγουδέρας» έρχονται σφραγισμένοι από το εξωτερικό. Στο σάουντρακ του ’65 παίζει λάιβ και το νεοσύστατο γκρουπάκι των «μικρών Γουλανδρήδων», που ακούνε Beatles και τραγουδάνε με ξένο στίχο. Τους χειροκροτάνε ο Νίκος Μαστοράκης, ο εφοπλιστής Καρράς, ο Δημήτρης Μαυρολέων, ο μεγάλος επιχειρηματίας της εποχής Φιλίνης, ο Γκούντερ Σαξ φον Όπελ της γνωστής αυτοκινητοβιομηχανίας, ο αρχιτέκτονας Τάκης Ζενέτος, που σχεδίασε το Φιξ, ο Σπύρος Ροσόλυμος και ο Θεόδωρος Ρουμπάνης, ο ωραίος εραστής της Ζαν Μορό.
Διαβάστε επίσης
Είναι η εποχή των μπουγέλων που πέφτουν ξαφνικά από τα ντους της οροφής πάνω από τους θαμώνες, δροσίζοντάς τους τις πρώτες πρωινές ώρες. Με αυτούς τους έντονους ρυθμούς και τις ίδιες πάντα παρέες φτάνει η δεκαετία του ’60 στο τέλος της. Το καλοκαίρι του ’69 στην Αθήνα μιλάνε για την άφιξη της Όντρεϊ Χέμπορν και της Μπριζίτ Μπαρντό. Η Χέμπορν με τον σύντροφό της και τη σύζυγο του Γιουλ Μπρίνερ ταξιδεύουν με τη θαλαμηγό «Calisto». Προορισμός της παρέας η Ύδρα. Λίγες μέρες μετά, τον Αύγουστο, η Μπριζίτ Μπαρντό περπατάει στα σοκάκια του νησιού με το πρόσωπό της κρυμμένο στην αγκαλιά του Πατρίκ Ζιλ. Δίπλα της βρίσκεται συνεχώς η σωσίας της στον κινηματογράφο, Αν Μποσέ, η μελαχρινή που φοράει περούκα για να παραπλανεί τους φωτογράφους. Οι φωτογραφίες της σταρ που δημοσιεύονται τελικά στον αθηναϊκό Τύπο τραβιούνται από τον Μπάμπη Μωρές, ο οποίος σκαρφαλώνει στα κατάρτια των ιστιοπλοϊκών και κάνει κλικ.
Τα καλοκαίρια του ’60 όλοι μιλάνε για το “Brave Tootsi”, το μεγαλοπρεπές κότερο με επιβάτες τον Κάρολο Φιξ, τον Σπύρο Κουταρέλη και τις αδελφές Καμπέλα και Άλεξ Δημητριάδου, και το κότερο “Serafia” του Νίκου Βερνίκου.
«Κατά τη διαμονή της, η Μπε Μπε διαψεύδει τις φήμες για δήθεν ειδύλλιο με τον Τάκη Θεοδωρακόπουλο και ξενυχτάει μαθαίνοντας συρτάκι». Έτσι περιγράφουν οι εφημερίδες τη διαμονή της σταρ, που ψάχνει απεγνωσμένα τον Εμπειρίκο. Λίγες μέρες μετά φεύγει για Σπέτσες. Αλλά το λιμάνι δεν ησυχάζει ποτέ από αφίξεις. Εκείνο το τελευταίο καλοκαίρι της δεκαετίας, ο Ωνάσης φτάνει με την Τζάκι σχεδόν μυστικά. Περνούν τις ώρες τους στο σκάφος και εμφανίζονται ελάχιστα στον κόσμο, που, πλησιάζοντας το φθινόπωρο, κάνει τον απολογισμό του καλοκαιριού. Τι τους έκανε εντύπωση; Η εμφάνιση της λαίδης Σάρα Τσόρτσιλ με τον Θοδωρή Ρουμπάνη, που έχει χωρίσει με τη Μορό και παντρεύεται την ανιψιά του θριαμβευτή του Δεύτερου Παγκόσμιου.
Το επόμενο καλοκαίρι δεν διαφέρει σε τίποτα από τα προηγούμενα. Η δεκαετία, όμως, αλλάζει και μαζί της οι συνήθειες. Η νέα γενιά που φτάνει στην Ύδρα είναι γόνοι μεγάλων οικογενειών που αμφισβητούν τις οικογενειακές παραδόσεις και φτάνουν στο νησί με το πλοίο της γραμμής. Στους δρόμους ανηφορίζουν ξένα μοντέλα, που ποζάρουν στους φωτογράφους για τις σελίδες μόδας της «Vogue».
Πλησιάζει η εποχή της Μυκόνου. Παρ’ όλα αυτά, η λάμψη δεν μετακομίζει. Το καλοκαίρι του ’70, η Γκάμπυ Συρίγου φιλοξενεί στο αρχοντικό της την Παλόμα Πικάσο και τη μητέρα της, και λίγο αργότερα ο Αλέξης Μάρδας καλωσορίζει στο σπίτι του την Τζόαν Κόλινς. Ο «πέμπτος των Beatles» επιστρέφει στην Ύδρα από το Λονδίνο στα ’70s, αλλά είναι σαν να μην έχει λείψει ούτε μια νύχτα από το νησί. Οι ροκ κύκλοι του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης γνώρισαν την Ύδρα από διηγήσεις του Αλέξη.
Τον Αύγουστο του ’71, η Αλίκη τινάζει τα μαλλιά της χορεύοντας σέικ και οι εφημερίδες έχουν ανταποκρίσεις από το κοσμικό νησί με έγχρωμες πια φωτογραφίες. Ο Ντίνος Διαμαντόπουλος, η Μπαχάουερ, ο Ζουρντός και ο Ασλάνης βγάζουν αναμνηστικές φωτογραφίες στο λιμάνι, όπου τώρα πια δένουν τα ταχύπλοα δελφίνια. Εκτός από τη «Λαγουδέρα», το ’76 υπάρχει ο «Κάβος», το «Bill’s Bar», που μαζεύει τους τουρίστες, και ο θρυλικός «Πειρατής» του Μενέλαου και του Τάκη. Είναι η νέα εποχή των μπαρ και ο «Πειρατής» είναι ό,τι για τη Μύκονο οι «Μούσες», η «Βεγγέρα» και τ’ «Άστρα», που άνοιξαν περίπου την ίδια περίοδο από άτομα της ίδιας παρέας.
Αν η «Λαγουδέρα» διατηρεί τον κοσμοπολίτικο αέρα της, ο «Πειρατής» γίνεται το στέκι μιας πιο ροκ δεκαετίας, με πελάτες τον Έρικ Κλάπτον στο ταξίδι του το ’78 και τον Λέοναρντ Κοέν. Το καλοκαίρι του ’77, οι θαμώνες –ανάμεσά τους και ο Big D., Δημήτρης Καρέλας– δεν πιστεύουν στα μάτια τους, καθώς ανάμεσά τους διασκεδάζουν ο Μικ και η Μπιάνκα Τζάγκερ. Η δεκαετία τελειώνει με τη λιγότερο ροκ πόζα της Βίκυ Λέανδρος στην αγκαλιά του Κώστα Ζησιάδη.
Το ’69 φτάνει στο νησί με τη θαλαμηγό “Calisto” n Όντρεϊ Χέμπορν με τον Γιουλ Μπρίνερ και η Μπριζίτ Μπαρντό με τον Πατρίκ Ziλ.
ΤΑ ΙΣΤΙΟΠΛΟΪΚΑ, ΤΑ ΝΕΑ ΤΖΑΚΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Η δεκαετία του ’80 φτάνει στην Ύδρα με νεαρούς ιστιοπλόους και ερωτευμένα ζευγάρια. Το σύνθημα της εποχής είναι «Μύκονος» και η Ύδρα γίνεται αθηναϊκό προάστιο για τα love weekends. Δεν χάνει, όμως, τίποτα από τη γοητεία της. Η πόλη δεν αλλάζει και το απαγορευτικό για κάθε είδους τροχοφόρο διατηρείται. Στον «Ταχυδρόμο», στη στήλη της Μανίνας, το ’84 περνάνε τα νέα τζάκια. Είναι η εποχή που ο Παπαέλληνας και η παρέα του φτάνουν με τη θαλαμηγό «Ivoire», ο πρόεδρος της ΑΕΚ, Ζαφειρόπουλος, με το πολυτελές σκάφος «Koala» και ο Μίνως Κυριακού με το «Αθηνά».
Ο Μπάμπης έχει δει το τέλος της εποχής και το ’89 πουλάει τη «Λαγουδέρα» στον Ρουμπάνη, για να ανοίξει νέο παράρτημα στην Αθήνα, που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Οι παρέες, πάντως, που έστηναν πηγαδάκια στα «Καμίνια» δεν διαλύθηκαν: η Λουκία, ο ζωγράφος Γιάννης Κουνέλης και η τεχνοκριτικός Μαρία Κοτζαμάνη ζουν τη δική τους Ύδρα, που δεν χάνει το στυλ της ακόμη κι όταν το ’93 φωτογραφίζεται ημίγυμνη σε διακοπές η Τσιτσιολίνα. Η γκαλερίστα Μαριλένα Λιακοπούλου είναι πιστός φρουρός του νησιού, όπου τα τελευταία καλοκαίρια ελάχιστοι παλιοί –εκτός από τους μόνιμους παραθεριστές– το επισκέπτονται. Ένας από αυτούς, ο Φιξ, είδε το αγαπημένο του λιμάνι από την πλώρη της θαλαμηγού «La Vie» το καλοκαίρι του ’97.
Σήμερα, οι καινούργιοι πρωταγωνιστές φτάνουν στο νησί του Αργοσαρωνικού με υπερβολικά μεγάλα σκάφη και οικογενειακές συνήθειες. Το λιμάνι είναι το πεδίο σύγκρισης περιουσιών, με τις θαλαμηγούς να στριμώχνουν τα ενοικιασμένα ιστιοπλοϊκά. Ο Γιάννης Γουλανδρής και ο Δημήτρης Αράπης είναι οι ταξιδιώτες του μοντέρνου καιρού και οι οικογένειες Βαρδινογιάννη, Φιλίππου, Κοντομηνά και Δάκη Ιωάννου οι σύγχρονες δυναστείες.
Το ’59 φτάνει η Σοράγια στηνΎδρα. Είναι η εποχή που ψιθυρίζεται αλλά δεν επιβεβαιώνεται το ειδύλλιό της με τον Διονύση Λιβανό.
Η νεαρή απόγονος της πιο δυνατής άλλοτε δυναστείας, η Αθηνά Ωνάση, έφτασε στην Ύδρα τον περασμένο Ιούλιο με το ενοικιασμένο σκάφος «Αριάδνη», κολύμπησε στα νερά που βουτούσε κάποτε ο παππούς της και μετά από μια βόλτα στη Δοκό έφυγε από τα νερά του Αργοσαρωνικού. Τα Κανόνια δεν της θυμίζουν τίποτα και η γεύση των αμυγδαλωτών τη λιγώνει. Την Ύδρα μπορεί να τη θυμηθεί ξανά σερφάροντας στο Internet, όπου βρίσκει κανείς την «Ξερή Ελιά» και τον «Πειρατή» χωρίς να περάσει από σαράντα κύματα.
Διαβάστε επίσης
ΕΥΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΓΙΑ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣ
Το καλοκαίρι του ’59 ο ντελάλης της Ύδρας διαλαλεί την άφιξη της Σοράγια. Είναι η εποχή που ψιθυρίζεται, αλλά δεν βεβαιώνεται, το ειδύλλιό της με τον Διονύση Λιβανό. Η «θλιμμένη», όπως την αποκαλούν, πριγκίπισσα δεν βγάζει τα μαύρα της γυαλιά, καλύπτει τα μαλλιά της με μαντίλι και περπατάει στο λιμάνι παράλληλα με τα κύματα. Οι ντόπιοι δεν αναγνωρίζουν την πριγκίπισσα της δεκαετίας και την προσπερνούν καθώς αυτή κάνει τον απογευματινό της περίπατο με τη δεσποινίδα Νικολαΐδου, γόνο γνωστής αθηναϊκής οικογένειας.
Λίγα χρόνια μετά, το ’62, ο ερχομός του κόμη της Βαρκελώνης, πατέρα του Δον Χουάν Κάρλος της Ισπανίας, θέτει το νησί σε επιφυλακή. Ο σοβαρός κύριος λέει «γκράθιας», έχει σφιχτό χαμόγελο και συγκρατημένη διάθεση για γλέντι. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όμως, παρασύρεται στους ρυθμούς του σέικ και χορεύει με τους θαμώνες. Ένας από αυτούς, ο Τζόνης Λεούσης, Αθηναίος υδραίικης καταγωγής και δημοφιλής γλεντζές, χτυπάει κατά λάθος τον βαρόνο. Η μουσική χαμηλώνει και η παρεξήγηση λύνεται τελικά τις πρώτες πρωινές ώρες. Ο γιος του βαρόνου, Δον Χουάν Κάρλος, επισκέφτηκε μαζί με τη Σοφία την Ύδρα το καλοκαίρι του ’68. Η διαταγή είναι ρητή: όχι φωτογραφίες. Ώσπου ένα βράδυ ο Χουάν τυφλώνεται από την στιγμιαία λάμψη του φλας και γίνεται έξαλλος, αλλά δεν απαιτεί την καταστροφή του φιλμ, και η φωτογραφία γίνεται ανάρπαστη.
Τρεις δεκαετίες αργότερα, οι φωτογραφίες που κάνουν τον γύρο του κόσμου και πληρώνονται ακριβά είναι τραβηγμένες στο λιμάνι της Ύδρας. Είναι έγχρωμες, έχουν το χαμόγελο της Νταϊάνα και τραβήχτηκαν το τελευταίο καλοκαίρι της λαίδης, που το πέρασε διασχίζοντας τα πελάγη και κάνοντας όνειρα για το μέλλον. Δεν θα μάθει κανείς αν η Νταϊάνα σχεδίαζε τον γάμο της στην Ύδρα, όπως λέγεται, αλλά οι ντόπιοι ξέρουν καλά πόσο άρεσαν στην πριγκίπισσα τα απότομα βράχια του Αργοσαρωνικού.