Η τελευταία μέρα της Μαίριλυν, η συνέντευξη στο περιοδικό Life και το εξώφυλλο του ΚΛΙΚ

Η τελευταία μέρα της Μαίριλυν, η συνέντευξη στο περιοδικό Life και το εξώφυλλο του ΚΛΙΚ

Προσωπικές, μοναχικές στιγμές στο σπίτι της, με τις σκέψεις της όπως τις φαντάστηκε το ΚΛΙΚ. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Τεύχος 5, Αύγουστος 1987

Εκέινο το πρωί η Μαίριλυν ένιωθε ευτυχισμένη. Ναι, ένιωθε ευτυχισμένη. Μπορεί αυτή η λέξη – ευτυχισμένη – να έλειπε από το βιαστικό και φτωχό της λεξικό αλλά σήμερα έτσι ένιωθε. Είχε κατορθώσει να κοιμηθεί τρεις (3) ολόκληρες ώρες το βράδι χωρίς να πάρει τίποτα και τώρα μεσ’ στα λευκά σεντόνια της έβλεπε το ρολόι μπροστά της να δείχνει 7. Είχε ξημερώσει. Αν μπορούσε να ανοίξει το παράθυρο. Να τραβήξει τις μαύρες βελούδινες κουρτίνες. Να ξεκαρφώσει τα ρολά της αυτό θα έβλεπε. Η ημέρα χαιρετούσε κι εκείνο το πρωί της Κυριακής, του Μαΐου, το Λος Άντζελες. Έπρεπε στις 10 να υποδεχτεί μία δημοσιογράφο από τη Νέα Υόρκη που ήρθε ειδικά γι’ αυτή τη συνάντηση. Έπρεπε να δώσει άλλη μια συνέντευξη. Την τελευταία, είπε από μέσα της. Κουράστηκα, συμπλήρωσε. Θα τα πω όλα, θα τελειώνω κι έπειτα θα αποσυρθώ. Δε θα δίνω συνεντεύξεις, δηλώσεις στις εφημερίδες. Θα ετοιμάζω το ρόλο μου στο έργο του Σώμερσετ Μωμ. Οι εφημερίδες θα γράφουν-η Μαίριλυν το παίζει Γκάρμπο. Δεν της πάει…

Θυμόταν που ήρθε ο μαραγκός να της κάνει την «επιδιόρθωση» στο παράθυρο. Κάρφωσέ το, του φώναξε, δε θέλω να το ανοίξει κανένας. Όπως μαύρη νύχτα. Σιωπή και σκοτάδι στην πιο σκοτεινή νύχτα. Αιγυπτιακή νύχτα. Νύχτα του Βόρειου Σέλας η κρεβατοκάμαρα της Μαίριλυν, θα γράφουν οι εφημερίδες. Και η Μαίριλυν δίπλα στο κομοδίνο της, πάνω στο μαλακό της κρεβάτι, θα κοιμάται όπως τη γέννησε η μάνα της. Γυμνή και μόνη.

Είχε σηκωθεί και χόρευε ακούγοντας το πρώτο τραγούδι να γεμίζει μέσα από το ράδιο το δωμάτιο. Αν αποτύχω ως ηθοποιός μπορώ να γίνω, τουλάχιστον, μια αξιοπρεπής χορεύτρια. Το μισθό μου θα τον βγάζω άνετα. Θα χορεύω σε γάμους και γιορτές. Γάμους και γιορτές άλλων, όχι δικές μου, είπε μεσ’ στον καθρέφτη, κοιτώντας το πρόσωπό της χωρίς μέικ-απ και ρίμελ στις ψεύτικες βλεφαρίδες.

Πήγε στην κουζίνα και κοίταξε το ψυγείο. Υπήρχαν αυγά, μπέηκον, γάλα, χυμοί φρούτων, τριών ειδών τυριά και μπανάνες. Θα κάνω ένα κρύο – νευρολογικό – ντουζ, είπε γελώντας μόνη της και θα πάρω για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένα υπέροχο πρωινό. Αντί για καφέ, θα πιώ χυμούς. Αντί για τσάι, γάλα. Τι υπέροχα! Ο Αρθουρ Μίλερ είπε για μένα: ο ύπνος είναι για τη Μαίριλυν ο διάολός της. Λοιπόν, αγαπητή μου, απόψε κοιμήθηκα τρεις ολόκληρες ώρες χωρίς να πάρω τίποτα και κατάλαβα τι θα πει ύπνος και ανυπαρξία, χάρις στον ύπνο. Κοιτάχτε πώς λάμπω!

Χτύπησε το τηλέφωνο και στην αρχή νόμισε πως ήταν το θυροτηλέφωνο αλλά κοιτώντας το ρολόι, απέναντι, έβλεπε πως ήταν μόνο 8 και το ραντεβού ήταν στο σπίτι της στις 10. Όχι, δε μένει κανένας Βίβιαν εδώ, είπε σηκώνοντας το ακουστικό. Παρακαλώ, δεν με ενοχλήσατε, μόλις ξύπνησα.

Μόλις ξύπνησα, ξανασκέφτηκε. Τι υπέροχη λέξη! Κοιμάμαι, ξυπνάω, ξανακοιμάμαι, αποκοιμήθηκα, κοιμήθηκα βαριά, κοιμήθηκα ελαφριά. Θεέ μου, τι υπέροχα ρήματα! Τι λατρεμένα ουσιαστικά!

Το νερό έπεφτε πάνω της κι αυτή ούρλιαζε. Ούρλιαζε, γιατί ήταν κρύο σαν να τη χτύπαγε μαστίγιο. Νευρολογικό λουτρό το λέω, αλλά κατάντησε σαδιστικό μαρτύριο για μια γυναίκα σαν και μένα, συμπλήρωσε καθώς τραβούσε το κεφάλι της έξω από την ορμή του νερού.

Η πετσέτα τής φαινόταν τεράστια και μαλακή. Μαλακή – αυτό τη ζάλιζε. Μαλακή, ψέλλισε καθώς έβγαζε το κεφάλι της από την πετσέτα χωρίς νερά και υγρασία. Κάθισε στην πολυθρόνα κι άπλωσε τα πόδια της σ’ ένα κομοδίνο.

Θα ξεκινήσω από το ύψος μου, είπε. Θα της πω 1,65, 53 κιλά. Το όνομά μου Νόρμα Τζην Μπαίηκερ Μόρτενσον. Το καλλιτεχνικό μου ψευδώνυμο – Μαίριλυν Μονρόε. Ω, ναι, συμφωνώ, δεν έπρεπε να το αλλάξω το όνομά μου, δείχνει ευγενική καταγωγή και αυτό το Νόρμα με μεθάει σαν τη Μαρία Κάλλας και τον Πρίσλεϋ.

Γεννήθηκα την 1η Ιουνίου του 1926. Πέρασα δύσκολα παιδικά χρόνια χωρίς μητέρα. Άλλαξα διαδοχικά δώδεκα οικογένειες μέχρι να καταλήξω στο ορφανοτροφείο της πόλης. Στα 16 μου παντρεύτηκα τον εργάτη Τζείημς Ντάγκερτυ. Έμεινα μαζί του τρία χρόνια. Το 1954, παντρεύτηκα τον Τζόε Ντι Μάτζιο πρωταθλητή του μπέιζμπολ, σαν Έλληνα θεό ωραίο. Δέκα μήνες μείναμε μαζί. Το ’56 παντρεύτηκα τον Άρθουρ Μίλερ. Χώρισα το ’60. Θυμάμαι την ημερομηνία, 1 Νοεμβρίου του 1960, το ανήγγειλα στις εφημερίδες.

Ο Υβ Μοντάν είπε για μένα: Ναι, υπέκυψα στη γοητεία της. Και λοιπόν; Ποιος δε θα είχε κάνει το ίδιο στη θέση μου; Ποιος φυσιολογικός άντρας θα μπορούσε να την κρατήσει στην αγκαλιά του χωρίς να υποκύψει;

Ο Τζόε Ντι Μάτζιο είπε: Το μοναδικό πράγμα που κατάφερα να τη μάθω – κι αυτό άσχημα – στους λίγους μήνες που κράτησε ο γάμος μας, ήταν να παίζει μπιλιάρδο.

Ο Τζων Χιούστον είπε: Πάνω στο σετ ήταν μια κοπέλα οποιαδήποτε, μόνο κάπως πιο χαριτωμένη και προκλητική, αλλά όταν την έβλεπες στην οθόνη υπήρχε κάτι ικετευτικό πάνω της, που σε ανακάτωνε, κάτι που σε έκανε να νιώθεις ένα σφίξιμο στο στομάχι…

Ο Λώρενς Ολιβιέ είπε: Λένε πως είναι εξαιρετικά ευαίσθητη κοπέλα. Πάνω σ’ αυτό θα σας διηγηθώ ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: ένα πρωί, κατά τη διάρκεια του γυρίσματος της ταινίας. ήθελε πάση θυσία να σταματήσει τη δουλειά, επειδή κάποιο πουλάκι είχε μπερδευτεί σ’ ένα μεταλλικό δίχτυ. Όλοι οι τεχνικοί, οι ηθοποιοί, οι κομπάρσοι κινητοποιήθηκαν στην προσπάθεια να ελευθερώσουν το πουλάκι, αλλά δεν τα κατάφεραν. Τότε η Μαίριλυν γύρισε στο ξενοδοχείο της επειδή, όπως μας είπε, ήταν διαλυμένη από τη λύπη της γι’ αυτό που έγινε. Δε φάνηκε για τρεις ημέρες και η απουσία της στοίχισε μια περιουσία…

Μα σας παρακαλώ, μη με ακούτε να σας περιγράφω τι είπαν οι άλλοι για μένα. Τι σημασία έχει; Έτσι όπως ήρθατε αυτό το πρωινό του Μαΐου στο σπίτι μου, με βρίσκετε ξανανιωμένη. Ξέρετε γιατί; Μα κοιμήθηκα ήσυχα, χωρίς να πάρω τίποτα, τρεις ώρες. Καταλαβαίνετε τι είναι αυτό για μένα;

Ω, μα δε φοβάμαι. Γιατί να φοβάμαι το φόβο; Μαθαίνω τόσα πράγματα κάθε μέρα για τη ζωή, τον έρωτα, τον κόσμο, τα πάντα. Μια γυναίκα δεν μπορεί να είναι μόνη της, χρειάζεται έναν άντρα. Ο άντρας και η γυναίκα στηρίζουν ο ένας τον άλλον… Μια γυναίκα μόνη της δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Θα πάρετε έναν καφέ; Τότε, λίγα κρύα φρούτα;

Ζω μόνη μου σ’ αυτό το σπίτι. Από τότε που χώρισα από το Μίλερ μένω εδώ, μόνη. Κάποτε έρχεται ο Τζόε Ντι Μάτζιο. Όταν δεν έρχεται μου τηλεφωνεί. Κατέστρεψε τη ζωή του με μένα. Ξέρετε τι είπε ο Μέιλερ για μένα;

Ήθελε να την αγαπούν και να την επιθυμούν. Παρόλο που περιφρονούσε κρέμες ομορφιάς, έβαζε οξυζενέ στα μαλλιά της, ντυνόταν και γδυνόταν, πάντα με αυτόν το σκοπό. Και λοιπόν; Κοιτάχτε πώς κράτησα τα απαραίτητα σ’ αυτό το σπίτι. Μόνο ο σκύλος μου Μαφ μου μένει. Α, ναι και οι ρόλοι μου. Οι φωτογραφίες μου στα κουτιά από μπισκότα. Εκεί είναι ριγμένες.

Η ώρα είχε πάει σχεδόν 10. Μόλις που προλαβαίνω να κάνω ένα χυμό στο μίξερ. Μπανάνα, γάλα και μια κουταλιά μέλι, είπε. Πρέπει να ρίξω κάτι επάνω μου. Λίγη κολώνια πίσω από τα αυτιά. Ελαφρά κάτω από τη μύτη. Όπως οι ηρωίδες της όπερας στην πιο κρίσιμη στιγμή. Οι γυναίκες στα έργα του αγαπημένου μου Τένεση Ουίλιαμς. Το κουδούνι χτύπησε. Η δημοσιογράφος από τη Νέα Υόρκη έφτανε στο σπίτι της Μαίριλυν ακριβώς στην ώρα της. Ακούστηκε το θυροτηλέφωνο καθώς η Μαίριλυν χαμήλωνε τον Πρίσλεϋ στο ραδιόφωνο και η φωνή της πέρα στο δρόμο της Φιφθ Έλενα Ντράιβ, στο Μπροντγουέι του δυτικού Αος Άντζελες, που έλεγε: Μένω στο ισόγειο. Ο σκύλος μου δε δαγκώνει. Καλώς ήρθατε.

Απόσπασμα συνέντευξης της Μαίριλυν Μονρόε από το περιοδικό «Life», την 3 Αυγούστου 1962, μια μέρα πριν πεθάνει.

«Ο Γκαίτε είπε: το ταλέντο αναπτύσσεται ενδόμυχα. Το ξέρετε; Και είναι απολύτως αληθινό. Πρέπει να έχεις μερικά μυστικά που να τα κρατάς  μέσα σου, και δεν αφήνεις να τα δουν όλοι, παρά για μια στιγμή όταν παίζεις…

Καμιά φορά βάζω ένα μαντό από δέρμα καμήλας και μια εσάρπα, χωρίς μακιγιάζ, και με σταθερό βήμα πάω για ψώνια ή απλά για να δω πώς ζουν οι άνθρωποι, αλλά πάντα, ξέρετε, υπάρχουν αγόρια 15-16 χρόνων λίγο πιο πονηρά που λένε: «Ε, για στάσου… Ξέρετε ποια νομίζω ότι είναι;» Και με παίρνουν από πίσω. Δε με ενοχλεί. Βιάζονται να πάνε να τηλεφωνήσουν στους φίλους τους.

Αλλά και μεγαλύτερα με πλησιάζουν για να μου πουν: «Όταν θα το πω στη γυναίκα μου…». Τους αλλάζει όλη την ημέρα.

Το πρωί οι σκουπιδιάρηδες που περνούν απ’ την 57η οδό, όταν βγαίνω απ’ την πόρτα μου, λένε: «Γειά σου Μαίριλυν. Πώς είσαι σήμερα;». Για μέναείναι τιμή και τους αγαπώ που μου το λένε. Και οι εργάτες… Περνάω και σφυράνε. Κατ’ αρχήν σφυράνε γιατί σκέφτονται: «Ω, να μια κουκλάρα, μια ξανθή καλοξεγυρισμένη», και μετά λένε: «Γαμώτο είναι η Μαίριλυν Μονρόε». Αυτό έχει και τα καλά του… Εκείνη τη στιγμή είναι ευχάριστο, οι άνθρωποι ξέρουν ποιος είσαι και έχεις την εντύπωση ότι γι’ αυτούς αντιπροσωπεύεις κάτι.

Όταν είσαι διάσημος, έχεις σκληρή σχέση με την ανθρώπινη φύση. Η διασημότητα ξυπνάει την επιθυμία, έτσι είναι. Οι άνθρωποι πιστεύουν, ότι επειδή είσαι διάσημος, αυτό τους δίνει ένα είδος δικαιώματος να σε πλησιάσουν και να σου πουν το οτιδήποτε και ότι αυτό δε θα σε κουράσει…

Μια μέρα έψαχνα να αγοράσω ένα σπίτι και σταμάτησα σε μια διεύθυνση που μου είχαν πει. Ένας άντρας ήρθε να μου ανοίξει. Ήταν συμπαθέστατος, γλυκός και μου είπε: «Ω… θέλω να σας δει και η γυναίκα μου. Αυτή λοιπόν βγήκε και μου είπε: «Μου κάνετε τη χάρη να πάρετε δρόμο;».

Θυμάμαι όταν πήρα το ρόλο στο «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθιές», η Τζέην Ράσσελ – αυτή ήταν η καστανή κι εγώ η ξανθιά – είχε ένα κασέ των 200.000 δολαρίων και εγώ 500 δολάρια την εβδομάδα. Για μένα όμως ήταν πολλά λεφτά. Αυτή, άλλωστε, ήταν υπέροχη μαζί μου. Μόνο που εγώ δεν μπορούσα να έχω ένα δικό μου χώρο. Στο τέλος είπα, γιατί έρχονται στιγμές που φτάνουμε σ’ αυτό το επίπεδο: «Ακούστε, στο φινάλε εγώ είμαι η ξανθιά και το έργο που γυρίζετε λέγεται “Οι άντρες προτιμούν τις ξανθιές”». Επειδή αυτοί δε σταματούσαν να μου λένε: «μην το ξεχνάς, δεν είσαι βεντέτα», τους είπα:

«Λοιπόν, δεν ξέρω τι είμαι, αλλά έτσι κι αλλιώς εγώ είμαι η ξανθιά…».

Κέιμενο: Γιώργος Χρονάς

Τεύχος 5, Αύγουστος 1987

Σχετικά άρθρα