Ο Σταύρος Χαλκιάς κάνει skip την πολιτική ορθότητα
Από το Greektown της Βαλτιμόρης στο «Cum Town» και από εκεί στο Netflix: ο Σταύρος Χαλκιάς έχει χτίσει μια κωμωδία που προτιμά να περνάει από την άβολη πλευρά των πραγμάτων, αντί να ζητάει άδεια για να τα πει.
Περιεχόμενα
Ο Σταύρος Χαλκιάς έχει κάτι πολύ ελληνικό. Ίσως φταίει το όνομα, ίσως το dna, ίσως εκείνη η οικεία, λίγο θορυβώδης, λίγο αυτοσαρκαστική ενέργεια που έχει όποιος έχει μεγαλώσει με Έλληνες γονείς στην Αμερική και έχει καταλάβει ότι η οικογένεια του είναι από μόνη της μια αστείρευτη πηγή κωμικού υλικού.
Ο Χαλκιάς γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βαλτιμόρη, στο Greektown, από Έλληνες μετανάστες γονείς. Εκεί πήγε σχολείο, εκεί και πανεπιστήμιο, αν και δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός, ενώ η μητέρα του δούλευε μεταξύ άλλων ως σερβιτόρα στο Ikaros, ένα από τα γνωστά ελληνικά εστιατόρια της γειτονιάς. Ο ίδιος έχει πει ότι οι γονείς του είχαν έρθει στην Αμερική για τις ευκαιρίες που προσέφερε η χώρα και ότι, ως πρωτότοκος γιος, κουβαλούσε από μικρός την αίσθηση ότι έπρεπε κάπως να δικαιώσει αυτή την απόφαση.
Η Βαλτιμόρη, πάντως, είναι κομμάτι της κωμικής του ταυτότητας. Σε συνέντευξή του έχει περιγράψει την πόλη ως ένα παράξενο μείγμα καλλιτεχνικής παράδοσης και εργατικής, σκληρής κουλτούρας. Μια πόλη όπου υπάρχει τέχνη, αλλά υπάρχει και η αίσθηση ότι κανείς δεν πρόκειται να σε χειροκροτήσει απλώς επειδή προσπάθησες. Ο Χαλκιάς έχει μιλήσει για τη «βίαιη ειλικρίνεια» της Βαλτιμόρης, όπου οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τους καλούς τρόπους και όπου, αν θέλεις να επιβιώσεις κοινωνικά, πρέπει να μάθεις να ανταποδίδεις το πείραγμα. Έτσι εξηγείται και η φυσικότητα με την οποία κάνει σήμερα αυτό που κάνει. Έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου το να γελάς με τον εαυτό σου δεν είναι απαραίτητα σημάδι αυτοπεποίθησης, αλλά τρόπος άμυνας.
Διαβάστε επίσης
Πριν γίνει το φαινόμενο «Stavvy»
Ο Χαλκιάς ξεκίνησε το stand up comedy στα τέλη των 00s και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας δοκιμάστηκε σε σκηνές της Ουάσινγκτον και της Νέας Υόρκης, δίπλα σε έμπειρους κωμικούς. Η πρώτη του εμφάνιση, μάλιστα, δεν είχε τίποτα από το σταριλίκι που ακολούθησε. Έκανε το πρώτο του open mic σε κοινόχρηστο χώρο της φοιτητικής εστίας του, ξυπόλυτος, με ένα φανελάκι και ένα σορτσάκι. Και, όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, πήγε χάλια.
Θα μπορούσε να τον ανακαλύψει κάποιος κυνηγός κωμικών ταλέντων, αλλά η δική του στιγμή ματ ήρθε το 2016, όταν μπήκε στη ζωή του το Cum Town. Το podcast ξεκίνησε από τον Nick Mullen και τον Χαλκιά, με τον Adam Friedland να εντάσσεται στη συνέχεια. Πολύ γρήγορα έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά podcasts της αμερικανικής διαδικτυακής κωμωδίας, και ο τίτλος του ήταν η πιο ειλικρινής προειδοποίηση που θα μπορούσε να δώσει κανείς για το περιεχόμενό του.
Η ευπρέπεια και η πολιτική ορθότητα ήταν εξορισμένες από το Cum Town. Η κωμωδία του βασιζόταν στην αυτοσχεδιαστική κουβέντα, στην υπερβολή, στην επίτηδες χοντροκομμένη πλάκα, σε χαρακτήρες και σενάρια που μπορούσαν να πάνε από το παράλογο στο χυδαίο μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το New Yorker είχε περιγράψει την εκπομπή ως ένα μείγμα χυδαίου αντι-χιούμορ και εξωφρενικών αυτοσχέδιων σεναρίων, όπου σχεδόν κανένα στερεότυπο ή κοινωνικό όριο δεν έμοιαζε ασφαλές.
Η πολιτική τοποθέτηση της εκπομπής ήταν το δεύτερο επιτυχημένο χαρακτηριστικό της και είναι αυτό που στην αμερικανική πολιτική κουλτούρα αποκαλείται «dirtbag left»: μια διαδικτυακή, προοδευτική κωμική κουλτούρα που κοροϊδεύει τον συντηρητισμό, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει με την ίδια περιφρόνηση ορισμένες από τις ευαισθησίες και τις συμβάσεις της φιλελεύθερης Αμερικής. Οι ίδιοι οι συντελεστές μπορούσαν να υποστηρίζουν θέσεις όπως τα δικαιώματα των τρανς ανθρώπων και την ίδια στιγμή να κάνουν αστεία γι’ αυτούς που δύσκολα θα περνούσαν από οποιοδήποτε σημερινό εγχειρίδιο woke ή πολιτικής ορθότητας.
Ο Χαλκιάς αποχώρησε από το podcast το 2022, παρόλο που έδινε τεράστια ποσά στον τραπεζικό του λογαριασμό. Μέχρι τότε όμως το Cum Town είχε ήδη κάνει τη δουλειά του, είχε δημιουργήσει ένα κοινό που τον ακολουθούσε και για την κωμωδία και για την περσόνα του.

Το γέλιο ως προσωπική υπόθεση
Στο stand-up του Σταύρου Χαλκιά υπάρχει πολύ σεξ, πολύ φαγητό, πολύς αυτοσαρκασμός, τεράστιες ποσότητες αναφοράς στο σώμα του και μια πεισματική άρνηση να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον «σωστό» τύπο πάνω στη σκηνή. Η σχέση του με το κοινό είναι ιδιαίτερη και η επικοινωνία με τους θεατές είναι μέρος της παράστασης, με την έννοια ότι υπάρχει ένα συνεχές πάρε-δώσε μαζί τους. Αν θέλεις δηλαδή να δεις stand up όπου ο κωμικός κυρίως λέει τα κείμενα του, η παράσταση του Χαλκιά δεν ξέρω αν θα σε κρατήσει. Εδώ βλέπεις έναν κωμικό να λέει κείμενα, αλλά κάθε τρεις και λίγο να συνομιλεί και με κάποιον από το κοινό. Αυτό είναι ένα βασικό κομμάτι της κωμωδίας του και είχε φανεί εξαρχής.
Το σόου που τον πέρασε από το καλτ στο mainstream ήταν το Fat Rascal, το 2023, στο Netflix. Από το κείμενο του περνούσε η τεχνολογία, τα ταξίδια, οι σχέσεις, το σεξ και, φυσικά, ο ίδιος. Το Rotten Tomatoes το περιέγραψε ως μια ωμή και ασεβή stand-up παράσταση αλλά η υποδοχή δεν ήταν ομόφωνα αποθεωτική. Υπήρχαν κριτικές που θεωρούσαν ότι το υλικό δεν διατηρεί πάντα τον ίδιο ρυθμό ή ότι η απλή, χοντροκομμένη προσέγγισή του μπορεί να κουράσει. Άλλοι, αντίθετα, ξεχώρισαν ακριβώς αυτή την αμεσότητα, το αυτοτρολάρισμα και τον τρόπο με τον οποίο μιλάει με το κοινό.

Ο «Θείος Stav» της διπλανής αμερικανικής πόρτας
Το 2026 ο Χαλκιάς επέστρεψε στο Netflix με το Stavros Halkias: Uncle Stav, γυρισμένο στο Lyric Theatre της Βαλτιμόρης. Για έναν κωμικό που έχει κάνει την καταγωγή του κομμάτι της δημόσιας περσόνας του, το να επιστρέψει στο θέατρο της πατρίδας του για ένα Netflix special έχει κάτι από επιστροφή στο σημείο εκκίνησης. Μόνο που ο άνθρωπος που ανεβαίνει στη σκηνή δεν είναι ακριβώς ο ίδιος που γνωρίσαμε από το Cum Town. Έχει χάσει κιλά, έχει μεγαλώσει, έχει πίσω του ένα πετυχημένο podcast και έχει και κινηματογραφικές στάσεις στο βιογραφικό του. Μια συμμετοχή στη σειρά Tires, το Let’s Start a Cult το οποίο έγραψε ο ίδιος και πρωταγωνίστησε, και την Bugonia του Γιώργου Λάνθιμου, όπου υποδύθηκε έναν αστυνομικό. Μάλιστα, η φετινή του πορεία είναι ακόμη πιο πυκνή. Έχει επιστρέψει στην τρίτη σεζόν του Tires, έχει εμφανιστεί στο Tony, την ταινία για τον νεαρό Anthony Bourdain, και έχει ήδη κλείσει ρόλο στην επόμενη ταινία του Judd Apatow, το Comeback King, που αναμένεται το 2027.
Με το Uncle Stav ο Χαλκιάς δεν θέλει να δείξει ότι ωρίμασε σαν κωμικός, σίγουρα όμως θέλει να πει πώς ο χρόνος επέδρασε πάνω του. Βγαίνει στη σκηνή σαν ένα ρεμάλι που έγινε θείος, σχολιάζει το αμερικανικό σύστημα υγείας και μιλά για τους κινδύνους του να ζεις διαρκώς την καλύτερη εκδοχή της ζωής σου. Η φράση «ρεμάλι που έγινε θείος» δεν είναι αυθαίρετη. Το ίδιο το Netflix τον χαρακτηρίζει έτσι, σε μια απόπειρα να περιγράψει έναν άνθρωπο που δεν προσπαθεί να εμφανιστεί ως πρότυπο, αλλά ούτε και να απολογηθεί γι’ αυτό.
Μπορεί ο ίδιος να μην θέλει να βάλει σε πρώτο πλάνο την ωρίμανση της κωμωδίας του, αλλά αυτό είπαν οι κριτικές. Δεν είδαν έναν λιγότερο ασεβή τύπο, αλλά σίγουρα είδαν κάποιον που έχει μάθει να διαχειρίζεται πιο ώριμα το ασεβές κωμικό του πνεύμα. Το βάρος του διατρέχει το κείμενο, συνεχώς παρατηρεί τον εαυτό του και τη σχέση του με το φαγητό, τα αστεία παραμένουν απελευθερωμένα από πολιτική ορθότητα, αλλά έχει μπει μέσα τους και μια ευαλωτότητα, ένα μεγαλώνουμε και η ζωή έχει συνέπειες. Το αποτέλεσμα είναι μια κωμωδία λιγότερο βασισμένη στο «κοιτάξτε πόσο προκλητικός μπορώ να γίνω» και περισσότερο στο «ας δούμε πόσο παράλογη είναι η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε».

Η πολιτική ορθότητα δεν είναι ο αντίπαλός του
Ο εύκολος τρόπος να τον περιγράψει κανείς είναι ως έναν κωμικό που τα βάζει με την πολιτική ορθότητα. Ο Χαλκιάς μπορεί να χρησιμοποιεί χυδαία γλώσσα και να χτυπάει θέματα που άλλοι κωμικοί θα απέφευγαν, αλλά ταυτόχρονα οι πολιτικές του αναφορές είναι προοδευτικές. Αυτός είναι και ο λόγος που η ταμπέλα «δεξιός edgy κωμικός» δεν του ταιριάζει ιδιαίτερα, αλλά ούτε και η εικόνα του αποστειρωμένου προοδευτικού κωμικού που προσέχει κάθε λέξη του.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η αντίφαση έχει γίνει πλέον αντικείμενο συζήτησης και έξω από το στενό κοινό της stand-up σκηνής. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο NPR, με αφορμή το Uncle Stav, ο Χαλκιάς μίλησε για την πολιτική, την online κουλτούρα και τη λεγόμενη ανδρόσφαιρα. Και αυτό που τον ξεχωρίζει είναι το πώς ένας κωμικός με τόσο ωμή γλώσσα μπορεί να μιλά σε ένα κοινό που δεν είναι πολιτικά ομοιογενές και καταφέρνει να βάζει την πολιτική στην κωμωδία του, χωρίς να αντικαθιστά την κωμωδία.
Ο Χαλκιάς φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για το δικαίωμα της κωμωδίας να είναι αντιφατική. Να μπορείς να υποστηρίζεις μια προοδευτική θέση και ταυτόχρονα να κάνεις ένα αστείο που θα έκανε έναν προοδευτικό φίλο σου να σε κοιτάξει για δύο δευτερόλεπτα παραπάνω. Να μπορείς να κοροϊδεύεις έναν συντηρητικό χωρίς να χαρίζεσαι στους φιλελεύθερους, να μιλάς για ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα χωρίς να μετατρέπεις το stand-up σε πάνελ πολιτικής εκπομπής και κυρίως, να μπορείς να κάνεις ένα αστείο χωρίς να προηγείται συνέλευση για το αν επιτρέπεται να γίνει.
Δηλαδή, ο άνθρωπος δεν κάνει skip την πολιτική ορθότητα επειδή θέλει να σοκάρει, αλλά επειδή η κωμωδία του βασίζεται στην ιδέα ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πολύ πιο γελοία, αντιφατική και βρόμικη από όσο επιτρέπει συνήθως η δημόσια συζήτηση να παραδεχτούμε. Μόνο και μόνο γι’ αυτή την κατάκτηση του δίνω τα εύσημα και είδα το Uncle Stav, παρόλο που το είδος αυτό της κωμωδίας είναι κάπως μπρουτάλ για τα γούστα μου.