Ανδρέας – Μαργαρίτα: Ο τρυφερός χορός στην Ύδρα μιας άλλης εποχής

Ανδρέας – Μαργαρίτα: Ο τρυφερός χορός στην Ύδρα μιας άλλης εποχής

Ψάξαμε στο αρχείο του ΚΛΙΚ και βρήκαμε μια φωτογραφία του ζευγαριού Μαργαρίτας - Ανδρέα που περιγράφει τον έρωτά τους.

«Το 1964 ανοίγει το «Λαγουδέρα Yachting Club» στα σφαγεία του νησιού και, σε χαμηλό φωτισμό, μια ψηλή ξανθιά γυναίκα γέρνει το κεφάλι της στον ώμο ενός γοητευτικού άντρα. Είναι η Μαργαρίτα Παπανδρέου στην αγκαλιά του Αντρέα. Κάνει κι εκείνος ένα σύντομο πέρασμα από την ιστορία της Ύδρας, που οι ήρωές της δεν ήταν μόνο δυνατοί, πλούσιοι και διάσημοι» γράφει η Ελένη Ξενάκη στο τεύχος του ΚΛΙΚ που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1998.

Ψαχουλεύοντας το έντυπο αρχείο (από το οποίο μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο τεύχος ΕΔΩ) ανακαλύπτουμε μονίμως ξεχασμένα στιγμιότυπα και ιστορίες από την ποπ κουλτούρα και τα πρόσωπα που σημάδεψαν την σύγχρονη ιστορία της χώρας, είτε τη στιγμή που αυτό συνέβαινε είτε από τα ρεπορτάζ των δημοσιογράφων για ιστορικά μέρη και μαγαζιά που άφησαν το αποτύπωμά τους και πλέον ίσως θυμόμαστε μόνο ως θρύλους.

Όσο διαβάζουμε, μάλιστα, την αφήγηση της Μαργαρίτας Παπανδρέου, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία σχεδόν 103 ετών, στο βιβλίο της «Έρωτας και Εξουσία», αντιλαμβανόμαστε ότι ο χορός του ζευγαριού στην Ύδρα δεν είναι απλώς μια τρυφερή εικόνα, αλλά ένα φωτογραφικό τεκμήριο του έρωτά τους, ο οποίος είχε σμιλευθεί εξαρχής με την ανάγκη του αγγίγματος και της απόλαυσης της χαράς. Γράφει η Μαργαρίτα Παπανδρέου για την πρώτη τους γνωριμία, πολύ πριν το ζευγάρι παντρεμένο πλέον βρεθεί στην Ύδρα, όταν ζούσε ακόμα στις ΗΠΑ:

«Η έλξη ανάμεσα στον Ανδρέα και σε μένα, καθώς προχωρούσε η συζήτηση πίνοντας κοκτέιλ, έλαμπε σαν τα ζεστά κάρβουνα της φωτιάς, και ο Άρης (σ.σ. ο οδοντίατρος στην αίθουσα αναμονής του οποίου γνωρίστηκαν νωρίτερα εκείνη τη μέρα), σε μια κίνηση ευγένειας, πρότεινε να αφήσουμε το γράψιμο εκείνο το βράδυ κι έφυγε διακριτικά. Οι δυο μας πήγαμε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου και συνεχίσαμε την κουβέντα μας, μιλώντας για κείνα τα πράγματα που συζητούν δύο άνθρωποι οι οποίοι έλκουν ο ένας τον άλλο – για τον εαυτό τους. Έμαθε πως είχα μεγαλώσει σ’ ένα μικρό προάστιο του Σικάγου, η μεγαλύτερη από πέντε αδερφές μιας χαμηλού εισοδήματος οικογένειας, και πως δούλευα για να τελειώσω τη σχολή δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Μινεσότα κάνοντας παράξενες δουλειές – σερβιτόρα, συνοδός λεωφορείου, ταμίας, υπεύθυνη των καταλόγων σε βιβλιοθήκη, εργάτρια στη σειρά συναρμολόγησης των κυλινδρικών κεφαλών Β-29, βιδώτρια μετάλλων στην εταιρεία Douglas Aircraft, βοηθός νοσοκόμας κι άλλες. Του εξήγησα πως προσπαθούσα να τα καταφέρω με τη δική μου εταιρεία δημοσίων σχέσεων.

«Οταν ξεκίνησε η μουσική και ο Ανδρέας μού ζήτησε να χορέψουμε και αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε σαν τον Φρεντ Ασταίρ και την Τζίντζερ Ρότζερς, ήξερα πως κάτι συνέβαινε που θα μου άλλαζε τη ζωή».

Όταν ξεκίνησε η μουσική και ο Ανδρέας μού ζήτησε να χορέψουμε και αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε σαν τον Φρεντ Ασταίρ και την Τζίντζερ Ρότζερς, ήξερα πως κάτι συνέβαινε που θα μου άλλαζε τη ζωή. Χορεύαμε πάνω στη γαλανή θάλασσα -το Αιγαίο φυσικά- πετούσαμε στον ουρανό πηδώντας από αστέρι σε αστέρι και στη Μεγάλη Αρκτο, με τα κορμιά μας να διπλώνουν και να κινούνται παράλληλα. Ενιωθα έναν υπέροχο ενθουσιασμό που διαχεόταν σε όλα τα κύτταρα του σώματός μου. Κι αν εγώ ήμουν γοητευμένη από αυτόν, ήταν ολοφάνερο πως κι εκείνος ήταν εντελώς συνεπαρμένος από μένα. Επειτα από λίγο ακούστηκε ο ρυθμός ενός τραγουδιού κάντρι, που περιέγραφε ακριβώς τα συναισθήματά μου εκείνο το βράδυ. Ξεκινούσε ως εξής: “Θα μπορούσα να έχω αυτό τον χορό για την υπόλοιπη ζωή μου; Θα γινόσουν το ταίρι μου για κάθε βράδυ; Όταν είμαστε μαζί, όλα φαντάζουν τόσο σωστά…”.

Σχετικά άρθρα