Μαργαρίτα Παπανδρέου: 5 ιστορίες από τη ζωή της με τον Ανδρέα όπως τις διηγήθηκε η ίδια

Μαργαρίτα Παπανδρέου: 5 ιστορίες από τη ζωή της με τον Ανδρέα όπως τις διηγήθηκε η ίδια

Η Μαργαρίτα Παπανδρέου έζησε 103 μυθιστορηματικά χρόνια «Έρωτα και Εξουσίας».

Έφυγε από τη ζωή η Μαργαρίτα Παπανδρέου, λίγες ημέρες προτού συμπληρώσει κλείσει τα 103 χρόνια της, μια γυναίκα που έμεινε στην ιστορία της χώρας ως «νύφη, σύζυγος και μητέρα πρωθυπουργού», με το κοινό να παραγνωρίζει το φεμινιστικό έργο της για χάρη των γαργαλιστικών ερωτικών σκανδάλων του συζύγου της- μα και δικών της. Ήταν η δεύτερη σύζυγος του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Γιώργο, τη Σοφία, τον Νίκο και τον Αντρίκο.

Η γνωριμία με τον Ανδρέα Παπανδρέου στην αίθουσα αναμονής του οδοντιατρίου

Γεννημένη στις 30 Σεπτεμβρίου 1923, στο Ιλινόις, γνώρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1948 στις ΗΠΑ, όπου εκείνος ήταν αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Η συνάντησή τους ήταν τυχαία σε μια αίθουσα αναμονής οδοντιατρείου και εξελίχθηκε σε σχέση παρότι όπως της αποκάλυψε αργότερα ήταν παντρεμένος.

Η ίδια γράφει για την γνωριμία τους στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Έρωτας και Εξουσία» που κυκλοφόρησε το 2015 από τις εκδόσεις Πατάκη:

«Ηταν Φεβρουάριος του 1948 όταν πρωτογνώρισα τον Ανδρέα, έναν αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μινεσότα. Εκείνος ήταν είκοσι εννιά χρόνων, κι εγώ είκοσι τεσσάρων. Η συνάντησή μας έγινε στην καθόλου ρομαντική αίθουσα αναμονής ενός οδοντιατρείου. Ο οδοντίατρος ήταν ένας Ελληνοκύπριος, κι εγώ ήμουν η συγγραφέας-φάντασμα της αυτοβιογραφίας του. Περιμένοντας να ξεκινήσει η συνεργασία μας, δούλευα ένα κείμενο για μια διαφήμιση για τη στήλη βαθυτυπίας στην εφημερίδα Minneapolis Tribune σαν μέρος ενός λογαριασμού που είχα με το Minnesota Business School. Είκοσι λεπτά πέρασαν, κι εγώ πάλευα να γράψω μια πρόταση στα γαλλικά, σαν το “εξωτικό” στοιχείο μιας διαφήμισης. Ο άντρας που καθόταν απέναντί μου φαινόταν ξένος. Αποφάσισα να του κάνω μια ερώτηση: “Μήπως ξέρετε γαλλικά;”. Η απάντησή του ήταν ένα ευγενικό και εγκάρδιο “Ναι”, ενώ σηκώθηκε από τη θέση του και κάθισε δίπλα μου και με ευκολία μου είπε τη γαλλική πρόταση που χρειαζόμουν.

Τη στιγμή εκείνη ο ασθενής βγήκε από το ιατρείο ακολουθούμενος από τον Αρη, τον οδοντίατρο, ο οποίος κάθισε μαζί μας στην αίθουσα αναμονής, εξηγώντας στον “ξένο” πως δε θα μπορούσε να φάει μαζί του εκείνο το βράδυ λόγω της συνεργασίας μας για το βιβλίο του. Δίστασε για ένα λεπτό και στη συνέχεια πρότεινε να πάμε και οι τρεις μας για ένα ποτό στο ξενοδοχείο Radisson προτού ξεκινήσουμε τη δουλειά. Η δουλειά δεν ξεκίνησε ποτέ.

Η έλξη ανάμεσα στον Ανδρέα και σε μένα, καθώς προχωρούσε η συζήτηση πίνοντας κοκτέιλ, έλαμπε σαν τα ζεστά κάρβουνα της φωτιάς, και ο Αρης, σε μια κίνηση ευγένειας, πρότεινε να αφήσουμε το γράψιμο εκείνο το βράδυ κι έφυγε διακριτικά. Οι δυο μας πήγαμε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου και συνεχίσαμε την κουβέντα μας, μιλώντας για κείνα τα πράγματα που συζητούν δύο άνθρωποι οι οποίοι έλκουν ο ένας τον άλλο – για τον εαυτό τους. Εμαθε πως είχα μεγαλώσει σ’ ένα μικρό προάστιο του Σικάγου, η μεγαλύτερη από πέντε αδερφές μιας χαμηλού εισοδήματος οικογένειας, και πως δούλευα για να τελειώσω τη σχολή δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Μινεσότα κάνοντας παράξενες δουλειές – σερβιτόρα, συνοδός λεωφορείου, ταμίας, υπεύθυνη των καταλόγων σε βιβλιοθήκη, εργάτρια στη σειρά συναρμολόγησης των κυλινδρικών κεφαλών Β-29, βιδώτρια μετάλλων στην εταιρεία Douglas Aircraft, βοηθός νοσοκόμας κι άλλες. Του εξήγησα πως προσπαθούσα να τα καταφέρω με τη δική μου εταιρεία δημοσίων σχέσεων

Οταν ξεκίνησε η μουσική και ο Ανδρέας μού ζήτησε να χορέψουμε και αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε σαν τον Φρεντ Ασταίρ και την Τζίντζερ Ρότζερς, ήξερα πως κάτι συνέβαινε που θα μου άλλαζε τη ζωή. Χορεύαμε πάνω στη γαλανή θάλασσα -το Αιγαίο φυσικά- πετούσαμε στον ουρανό πηδώντας από αστέρι σε αστέρι και στη Μεγάλη Αρκτο, με τα κορμιά μας να διπλώνουν και να κινούνται παράλληλα. Ενιωθα έναν υπέροχο ενθουσιασμό που διαχεόταν σε όλα τα κύτταρα του σώματός μου. Κι αν εγώ ήμουν γοητευμένη από αυτόν, ήταν ολοφάνερο πως κι εκείνος ήταν εντελώς συνεπαρμένος από μένα. Επειτα από λίγο ακούστηκε ο ρυθμός ενός τραγουδιού κάντρι, που περιέγραφε ακριβώς τα συναισθήματά μου εκείνο το βράδυ. Ξεκινούσε ως εξής: “Θα μπορούσα να έχω αυτό τον χορό για την υπόλοιπη ζωή μου; Θα γινόσουν το ταίρι μου για κάθε βράδυ; Οταν είμαστε μαζί, όλα φαντάζουν τόσο σωστά…”.

Όλα θα ήταν τέλεια, εκτός από ένα πράγμα. Ήταν παντρεμένος.

Επειτα από αρκετούς μήνες μιας παθιασμένης και εκστατικής σχέσης κι ενός όλο και μεγαλύτερου μπλεξίματος, πρότεινα να σταματήσουμε να βλεπόμαστε ώσπου να λυθεί το πρόβλημα του γάμου του με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ηταν η πιο δύσκολη απόφαση της ζωής μου. Αν και πήγε στην ανατολική Αμερική τα Χριστούγεννα προκειμένου να μιλήσει με τη γυναίκα του, δεν υπήρξε διάλυση του γάμου. Ανακάλυψα πως δεν μπορούσα να βρίσκομαι στη Μιννεάπολις και να μην είμαι μαζί του, κι έτσι ένα πρωί έβαλα όπως όπως τα ρούχα μου σε δύο παλιές βαλίτσες, κλείδωσα την πόρτα του γραφείου μου κι έφυγα από την πόλη, το σπίτι μου επί εφτά χρόνια, τόσο ως φοιτήτριας όσο κι ως νεοφώτιστης επιχειρηματία…».

Μαργαρίτα Παπανδρέου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ

Τελικά η Μαργαρίτα έβαλε τέλος στη σχέση τους μέχρι να ξεκαθαρίσει ο γάμος του, ωστόσο οι δυο τους ξανάρχισαν να συναντιούνται έναν χρόνο αργότερα, ενώ εκείνος εξακολουθούσε να μην παίρνει διαζύγιο. Εντωμεταξύ, η Μαργαρίτα παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Χολ, συμφοιτητή της στο μεταπτυχιακό, όμως ο γάμος τους κράτησε λιγότερο από δύο χρόνια. Όταν αποφάσισε τον χωρισμό τους, έγραψε και στον Ανδρέα και του πρότεινε να παντρευτούν και αφού πήραν και οι δύο γρήγορα συναινετικά διαζύγια παντρεύτηκαν στις 30 Αυγούστου 1951.

Το 1961, το ζευγάρι επέστρεψε στην Ελλάδα, όμως η ζωή τους δεν θα ήταν εύκολη, τόσο λόγω των εξωσυζυγικών σχέσεων του Παπανδρέου όσο και λόγω της επιβολής της χούντας των συνταγματαρχών. Πρώτα, ήταν η Έπη Σκιαδαρέση, σύζυγος του γνωστού μηχανικού και εργολάβου Γιώργου Σκιαδαρέση, που ήταν παλιός συμμαθητής του Παπανδρέου στο Κολλέγιο Αθηνών. Έπειτα, στη Στοκχόλμη όπου ζούσαν εξόριστοι, ο Παπανδρέου έκανε σχέση με τη Σουηδέζα ηθοποιό και τηλεπαρουσιάστρια Ράνια Νάιμπλομ, με την οποία μάλιστα απέκτησε και μία κόρη εκτός γάμου. Τελευταίο πλήγμα στη σχέση τους, ήταν μεταπολιτευτικά πλέον ο δεσμός τους με την αεροσυνοδό του πρωθυπουργικού αεροσκάφους Δήμητρα Λιάνη, η οποία τελικά οδήγησε και στο οριστικό διαζύγιο του ζευγαριού.

Το διαζύγιο

«Όταν άνοιξα την πόρτα του σπιτιού, είδα με κατάπληξη πως εκεί ήταν ο Μένιος ο δικηγόρος και ο Κώστας ο ψυχίατρος. Ζήτησα από τον Ανδρέα να τους πει να φύγουν. Απάντησε πως είναι σημαντικό να είναι παρόντες. “Εσύ ζήτησες αυτή τη συνάντηση. Τι θέλεις από μένα;».

Το βλέμμα του ήταν αυστηρό. Ξαφνικά το να πω ότι θέλω διαζύγιο δεν μου φαινόταν σωστό σε αυτό το περιβάλλον. “Προτείνω να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε τη σχέση μας και να κάνουμε κάποιες κοινές δημόσιες εμφανίσεις προκειμένου να σταματήσουν τα σχόλια”.

“Εχω μια άλλη ιδέα…”, αποκρίθηκε αργά ο Ανδρέας. “Θα μπορούσαμε να ανακοινώσουμε πως είμαστε σε διάσταση”. Προσπάθησα να μη δείξω κάποια αντίδραση. Ήταν η πρώτη φορά που έλεγε αυτές τις λέξεις. “Ναι”, είπα. “Αλλά αυτό θα κρατούσε το θέμα ανοικτό -θα είμαστε ή δεν θα είμαστε μαζί- σαν τηλεοπτικό σήριαλ. Γιατί δεν ανακοινώνουμε ότι απλώς παίρνουμε διαζύγιο;”.

“Δεν Θέλω διαζύγιο. Δεν σκοπεύω να πάρω διαζύγιο. Δεν πρόκειται να ξαναπαντρευτώ”. “Δεν θέλεις διαζύγιο, αλλά η συμπεριφορά σου με αναγκάζει να το σκέφτομαι”».

Η δική της εξωσυζυγική σχέση

Όπως αποκάλυψε στο βιβλίο της, ο Ανδρέας δεν ήταν ο μόνος που αναζήτησε τον έρωτα εκτός του γάμου τους. Την άνοιξη του 1986 σε μια αεροπορική πτήση για Αμερική, γνώρισε τον «Πιέρ», έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο του γαλλικού Στρατού στο ΝΑΤΟ, ο οποίος έδινε και διαλέξεις για το Ευρωπαϊκό Κίνημα Ειρήνης ως μέλος μιας περιβαλλοντικής οργάνωσης. «Το πρόσωπό του ήταν σμιλεμένο, είχε τετράγωνο πιγούνι με λακκάκι, ανοικτά καστανά μάτια. Πολύ αρρενωπός. Είχα μπροστά μου έναν Κερκ Ντάγκλας, έναν Κάρυ Γκραντ» γραάφει και παραδέχεται πως είχε ανάγκη τον έρωτα και την ανανέωση. «Αυτή την άνοιξη λαχταρούσα το ρομάντζο στη ζωή μου, ένα νέο ρομάντζο. Το παλιό φάνταζε ανεπανόρθωτο και διαβρωμένο από το παιγνίδι εξουσίας, ανταγωνιστικότητας, συμπόρευσης με τους θεούς του κατεστημένου – και τις “θεές” έξω από αυτό». Ο «Πιερ» ήταν 10 χρόνια νεότερός της, γύρω στα 55. Τον συναντούσε στην Αμερική, στην Ελλάδα και όπου αλλού συνέπιπταν τα προγράμματά τους. Ήταν ο φίλος και εραστής της επί δύο χρόνια, οπότε του ζήτησε να διακόψουν επιχειρώντας μια τελευταία προσπάθεια επανένωσης με τον Ανδρέα.

Μαργαρίτα Παπανδρέου
© ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ

Η «πατριαρχική νοοτροπία» και η φιλοδοξία

Στο «Έρωτας και Εξουσία» περιέχεται ένα απόσπασμα από το ημερολόγιό της. Η καταγραφή στις 26 Μαΐου 1987 φωτίζει το συναίσθημα και τον τρόπο σκέψη της τη δύσκολη περίοδο του διαζυγίου:

«Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαΐου είχα μια μόνιμη αίσθηση μη πραγματικότητας. Η εικόνα ήταν οι δύο σύζυγοι να κάθονται και να συζητούν μεταξύ τους, ενώ ο άντρας στην ουσία ζούσε με μια άλλη γυναίκα κάπου αλλού. Θα συζητούσαμε για την πολιτική, τα παιδιά μας και κάποιες φορές για την αεροσυνοδό. Ήταν τρελό, εντελώς αλλόκοτο. Σκέψου ο Ρόναλντ Ρέιγκαν να ζει στον Λευκό Οίκο, ας πούμε με τη γραμματέα του, και να επισκέπτεται από καιρού εις καιρόν τη Νάνσυ στο Μπλερ Χάουζ. Ψάχνω βαθιά στην ψυχή μου όχι για να καταλάβω τον Ανδρέα, αλλά τον εαυτό μου. Ο Κώστας δεν μπορούσε να βοηθήσει. Μου είπε: “Είναι απλό, τον αγαπάς και δε θέλεις να πληγωθεί”. Αυτό ήταν αλήθεια. Αλλά ήταν κάτι παραπάνω. Πηγαίνει πίσω στην πατριαρχική νοοτροπία, σε συμπεριφορές που έχουν εντυπωθεί μέσα μου όταν ήμουν παιδί και που δεν μπορώ να αλλάξω. Πρέπει να έχεις άντρα. Μην τον χάσεις. Είσαι η κόλλα που κρατάει ενωμένη την οικογένεια. Είναι δική σου ευθύνη.

Ή μήπως έχει να κάνει με την κτητικότητα, με τον έλεγχο; Ξέρω πως είμαι πολύ προστατευτική απέναντι στον Ανδρέα, σαν να ήταν ένα από τα παιδιά μου. Κάνουμε τους άντρες να εξαρτώνται από μας, κάτι που μας κάνει να αισθανόμαστε σημαντικές, δυνατές. Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι που φοβάμαι να χάσω. Κάποιοι πιστεύουν ότι δε θέλω να χάσω την κοινωνική μου θέση, πως μένω λόγω της φιλοδοξίας μου. Έχω φιλοδοξία – να κάνω θετικά πράγματα για τη χώρα, για τον κόσμο. Το ότι είμαι Πρώτη Κυρία βοήθησε, αλλά έχω χτίσει το δικό μου όνομα και δε χρειάζομαι πλέον τον τίτλο. Ποτέ δε νοιάστηκα για τον τίτλο ή το στάτους μου, επειδή ποτέ δεν προσδιόριζα με αυτούς τους όρους τον εαυτό μου. Απ’ όσο ξέρω, είμαι ακόμα η Μάγκι, η σερβιτόρα που βρέθηκε στην κορυφή της σκάλας, αλλά που θα ήταν ευχαριστημένη αν εγκατέλειπε τον τίτλο εφόσον μπορούσε να συνεισφέρει σε σημαντικά θέματα.

Ανακαλύπτω πως είμαι σχετικά μόνη, μιας και ελάχιστοι έχουν αυτό τον τρόπο σκέψης. Οι περισσότεροι απ’ όσους είναι στο κόμμα προσπαθούν να παραμείνουν στη θέση τους. Δε θέλουν να τα βάλουν με το αφεντικό. Δε θέλουν να επωμιστούν το κόστος. Έχουν μια κοντόφθαλμη άποψη – είναι πιο εύκολο, πιο βολικό. Οι αληθινοί φίλοι, αυτοί με τους οποίους μπορώ να μιλήσω ανοιχτά για τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου, με συμβούλεψαν: «Μην το φτάσεις στα άκρα. Ξέροντας τη συμπεριφορά του Ανδρέα απ’ το παρελθόν, γιατί να το σπρώξεις; Άσε αυτόν να κάνει το βήμα, να πάρει την πρωτοβουλία. Συνέχισε να ασχολείσαι με τις τόσο σημαντικές δραστηριότητές σου. Αδιαφόρησε, μη δίνεις σημασία. Εύκολο στα λόγια. Αλλά πώς θα το αντέξει το στομάχι μου;».

Μπορεί το ζευγάρι να μην ξαναέσμιξε ποτέ, όμως σύμφωνα με τη Μαργαρίτα ο Ανδρέας είχε μετανιώσει το διαζύγιό τους. Όσο για την ίδια; Κρατούσε τη ζωή που έζησαν μαζί και τις ευκαιρίες που της προσέφερε ώστε να φέρει νέες ιδέες στην κοινωνία και την πολιτεία: άλλωστε, ίδρυσε και διετέλεσε για οχτώ χρόνια πρόεδρος της Ένωση Γυναικών Ελλάδος (Ε.Γ.Ε.), ενώ το όνομά της συνδέθηκε με πολλά από τα νομοθετήματα του ΠΑΣΟΚ σε σχέση με το οικογενειακό δίκαιο και τα δικαιώματα των γυναικών. Πράγματα που μας φαίνονται αυτονόητα σήμερα, όπως η κατάργηση του θεσμού της προίκας (1982), η νομιμοποίηση των εκτρώσεων (1986), η θέσπιση του πολιτικού γάμου (1982), η νομιμοποίηση διαζυγίων με αμοιβαία συναίνεση, η δυνατότητα διατήρησης του επωνύμου των γυναικών μετά από τον γάμο τους και η απόκτηση ίσων δικαιωμάτων με το σύζυγο στην κηδεμονία των παιδιών τους, είναι στην πραγματικότητα πολύ πρόσφατα κεκτημένα και η σημαντικότερη παρακαταθήκη γυναικών όπως η Μαργαρίτα Παπανδρέου που αγωνίστηκαν για να γίνουν δεδομένα.

Η τελευταία συνάντηση

«Στις 23 Απριλίου 1991 ήταν η βάφτιση της εγγονής μου, της κόρης του Γιώργου, και θα ονομάζονταν Μαργαρίτα. Όλη η οικογένεια ήταν καλεσμένη, συμπεριλαμβανομένου του Ανδρέα και της νέας του συζύγου. Δεν τον είχα δει επί δύο περίπου χρόνια, εκτός από την τηλεόραση και μία φορά εξ αποστάσεως σε μια κηδεία. Η οικογένεια κάθισε στην πρώτη σειρά, χωρίζοντάς με από το “ζεύγος” στην άλλη πλευρά. Καθώς περίμενα να ξεκινήσει η λειτουργία, ένιωθα την παρουσία του Ανδρέα κοντά μου. Δεν είχα καθόλου αισθήματα αγανάκτησης ή εχθρότητας. Εξακολουθούσα να νιώθω ένα ισχυρό δέσιμο με κείνον και πιστεύω πως το ίδιο αισθανόταν κι αυτός.

Κυρίως ήθελα να κάνω ένα πράγμα – να σταθώ μπροστά του με τα χέρια μου στους ώμους του, να τον κοιτάξω στα μάτια και να τον ευχαριστήσω για το ταξίδι που κάναμε μαζί. Ήταν πλούσιο, προσφέροντάς μου μια σημαντική σχέση που δε θα μπορούσε ποτέ να διαρραγεί πραγματικά, γεμάτη ρομαντισμό, περιπέτεια, πάθος και ενθουσιασμό. Μου έδωσε επίσης τη δυνατότητα να διερευνήσω τη σημασία του καθήκοντος, του δικαίου, της έλλειψης βίας και τις πνευματικές αξίες που εμπεριέχει το να εργάζεσαι για έναν καλύτερο, υγιέστερο κόσμο. Θα μείνει στην ιστορία ως ένας από τους σπουδαιότερους ηγέτες της σύγχρονης Ελλάδας. Και τέλος μού έδωσε τέσσερα υπέροχα παιδιά.

Το μυστήριο ξεκίνησε και σύντομα είχε τελειώσει. Συνήθως, όταν τελειώνει η λειτουργία, τα μέλη της οικογένειας πηγαίνουν στο ιερό για να συγχαρούν τους γονείς, να φιλήσουν το μωρό και να ευχαριστήσουν τον παπά. Όλοι περιμέναμε να πάνε πρώτοι ο Ανδρέας με την αεροσυνοδό. Θυμήθηκα πως ήταν παράδοση, καθώς έφευγε ο Ανδρέας, να κάνει χειραψία με τον κόσμο στην μπροστινή σειρά. Πήγε πρώτα στη Σοφία, ενώ εγώ προσπάθησα να φαίνομαι βυθισμένη στις σκέψεις μου για να με αγνοήσει – κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχα κάνει περπατώντας στο πανεπιστήμιο τη μέρα που ανανεώσαμε τον χαμένο μας έρωτα.

Τον άκουσα να λέει “Μαργαρίτα” και είδα ένα προτεταμένο χέρι. Του έδωσα το δικό μου. Το πήρε και το έσφιξε τρεις φορές. Δεν υπήρξε ανανέωση της σχέσης μας, αν κι έμαθα πως ο Ανδρέας είχε μετανιώσει για τον χωρισμό μας, αλλά αυτή η παλιά χειραψία αγάπης έσβησε επιτέλους τον επίμονο πόνο της καρδιάς μου».

Σχετικά άρθρα