Ο Νίκος Εγγονόπουλος είχε εικονογραφήσει την ελληνική μόδα

Ο Νίκος Εγγονόπουλος είχε εικονογραφήσει την ελληνική μόδα

Μια παραγνωρισμένη πλευρά του Νίκου Εγγονόπουλου, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα.

Υπερεαλιστής ποιητής και ζωγράφος, εκπρόσωπος της γενιάς του ’30: το έργο του Νίκου Εγγονόπουλου και η προσφορά του στην ελληνική τέχνη και λογοτεχνία είναι ευρέως γνωστό, υπάρχει όμως και μια λιγότερο φωτισμένη πλευρά του. Αυτή του σχεδιαστή κοστουμιών για το θέατρο αλλά και του εικονογράφου μόδας, όταν ακόμα έκανε τα πρώτα του βήματα ως καλλιτέχνης.

Ο Εγγονόπουλος και τα εξώφυλλα μόδας

Το 1939, ο τριανταδυάχρονος Εγγονόπουλος έχει μόλις αποφοιτήσει από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου έχει μαθητεύσει πλάι στον Κωνσταντίνο Παρθένη, και παράλληλα παραμένει διορισμένος στην Τοπογραφική υπηρεσία του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ως  Σχεδιαστής Α΄ Τάξεως. Έχει ξεκινήσει να διδάσκει ως επιμελητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π. και έχει κάνει την πρώτη του επίσημη εμφάνιση τόσο στη ζωγραφική (Έκθεση Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως) όσο και στην ποίηση (Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν).

Τότε, προκύπτει μία συνεργασία με το Υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού (ο ΕΟΤ του Μεταξά), που του ζητάει να εικογραφήσει το λεύκωμα μόδας «La Mode Grecque» (η ελληνική μόδα), μια προσπάθεια του φορέα να διαφημίσει την «εθνική» μόδα στο εξωτερικό. Κυκλοφορούν συνολικά έξι τεύχη, από το 1938 μέχρι και το 1940, στα οποία ο Εγγονόπουλος έχει την καλλιτεχνική επιμέλεια και αποδίδει, όχι σουρεαλιστικά φυσικά αλλά με εμφανή στοιχεία της τεχνοτροπίας και των χρωμάτων με τα οποία θα συνδεθεί αργότερα, τις τάσεις της εποχής. Τα σύνολα που απεικονίζει είναι οι πραγματικές δημιουργίες Ελλήνων σχεδιαστών, με κυριότερο τον Γιάννη Ευαγγελίδη, οι οποίες επιλέγονται έπειτα από εθνικό διαγωνισμό υψηλής ραπτικής.

Τα σχέδια του αποτελούν μαρτυρίες για την απογευματινή-βραδινή μόδα στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Στενές μέσες, κλος ή άλφα φούστες κάτω από το γόνατο ή μακριές, μανίκια φουσκωτά ή καμπάνα και διάφορα αξεσουάρ για το κεφάλι και τα μαλλιά, όλα με διακριτικά ένθετα στοιχεία ελληνικής λαϊκής τέχνης (χαρακτηριστικό στοιχείο του Ευαγγελίδη).

Νίκος Εγγονόπουλος μόδα Νίκος Εγγονόπουλος μόδα Νίκος Εγγονόπουλος μόδα

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι τα background μπροστά απ΄τα οποία τοποθετεί τα μοντέλα. Από τη μία, εδώ εντοπίζουμε τα στοιχεία που θα αγαπήσει ο Εγγονόπουλος και θα συνδέσει με το έργο του: το πάτωμα σκακιέρα, την ένθεση στοιχείων κλασικής αρχιτεκτονικής και διακόσμησης, ακόμα και την χωρική τοποθέτηση του προσώπου μέσα στο κάδρο. Έπειτα, το στοιχείο της ελληνικότητας παραμένει διακριτικά στον χώρο για να υπηρετήσει τον στόχο του εντύπου: νησί, θάλασσα, το μπαλκόνι του αρχοντικού, ένας αρχαίος ναός που ξεπροβάλλει στην άκρη του κάδρου, μικρές υπενθυμίσεις της καταγωγής των ρούχων που εικονίζονται.

Η συνεργασία με το ελληνικό θέατρο

Όμως ο Εγγονόπουλος δεν περιορίζεται στο να δίνει ζωή στα δημιουργήματα των υπολοίπων, αλλά σύντομα σχεδιάζει και τα δικά του κομμάτια για να χρησιμοποιηθούν ως κοστούμια στο ελληνικό θέατρο, σε παραστάσεις όπως ο «Αρχοντοχωριάτης» του Μολιέρου σε σκηνοθεσία Σωκράτη Καραντινού στο ΚΘΒΕ αλλά και η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή στο Θέατρο Κοτοπούλη, ενώ στις σημαντικές συνεργασίες του και ως σκηνογράφος συγκαταλέγεται εκείνη με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου.

«Ο αρχονοχωριάτης»

Όταν πια έχει υιοθετήσει το υπερεαλιστικό στιλ του, το βλέπουμε εμφανώς στα κοστούμια που υπογράφει για το «Ρομάντσο της πεντάρας» του Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζίσκου (1962).

Τα γράφει όμως πολύ καλύτερα ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στον πρόλογο του βιβλίου της Μαρίας Γρυπαράκη «Νίκος Εγγονόπουλος: Το σχέδιον ή το χρώμα;» (εκδ. Ίκαρος): «Ο Εγγονόπουλος, είτε με λέξεις είτε με χρώματα είτε με αρχιτεκτονικά σχέδια σκηνικής χρήσης είτε με ενδυματολογικές προτάσεις, δημιουργούσε κόσμους, αυτόνομα αισθητικά γεγονότα, ποιητικά γένη, λεκτικές, χρωματικές και σκηνικές εικόνες πρωτόγνωρες και ανεπανάληπτες.Οι λεκτικές συνάφειες ενός κειμένου του, οι χρωματικοί ρυθμοί και οι συνάψεις ενός πίνακα και οι συναρμογές χρωμάτων, όγκων, ρυθμών και μεγεθών στις σκηνικές του εικαστικές δημιουργίες εκκινούσαν από την ίδια ποιητική βούληση και κάλυπταν τις ίδιες αισθητικές ανάγκες. Αν θέλουμε να περιορίσουμε τη δημιουργική του εκφραστική δεινότητα στη σκηνογραφία και την ενδυματολογία, θα διαπιστώσουμε πως λειτουργούσε με τους ίδιους όρους που έγραφε ποιήματα και ζωγράφιζε πίνακες».

«Το ρομάντσο της πεντάρας», κοστούμια για το Πορνείον Β

Σχετικά άρθρα