Μαίριλυν Μονρόε: Εγκώμιο στην αιωνιότητα, από το ΚΛΙΚ του 1987
Όταν ο Πέτρος Κωστόπουλος έγραφε για τα είκοσι πέντε χρόνια από το θάνατο της Μαίριλυν Μονρόε.
Περιεχόμενα
Τεύχος 5, Ιούνιος 1987 ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟ
Όταν η βιομηχανία του κινηματογράφου κατάφερε, επί τέλους, να οπτικοποιήσει την επιθυμία, δε χρειάστηκε πολύ για να της βρει και το όνομα. Η μικρή Νόρμα Τζην άλλαξε όνομα και η Μαίριλυν Μονρόε μετέτρεψε την κινηματογραφική αίθουσα σε γέφυρα των στεναγμών. Ποτέ γυναίκα δε δημιούργησε τόσα όνειρα, αλλά και την αίσθηση ότι μια διασημότητα είναι τόσο κοντά μας. Όταν πέθανε, κάτω από αμφίβολες συνθήκες που ενέπλεκαν κενεντικούς μύθους και σινατρικές μαφίες, κανείς δεν είχε φανταστεί ότι μαζί της πέθανε και η τελευταία σταρ της ιστορίας του κινηματογράφου. Αν είναι αλήθεια ότι διάφοροι λαϊκοί ήρωες «ζουν» και μετά το θάνατό τους, ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι, 25 χρόνια μετά την τελευταία σκηνή, η Μαίριλυν παραμένει η πιο ζώσα εικόνα, ο πιο ζωντανός και μοντέρνος μύθος του αιώνα;
Όταν ο νεαρός φωτογράφος Αντρέ ντε Ντιέν τηλεφωνούσε ανεπιτυχώς και απεγνωσμένα σε όλα τα πρακτορεία μοντέλων του Λος Άντζελες για να βρει μια κοπέλα για φωτογραφίες «καλλιτεχνικού γυμνού», δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ενεργούσε εν ονόματι της κινηματογραφικής ιστορίας. Η Νόρμα Τζην Μπέικερ-Ντάχερτυ βρέθηκε κατά τύχη σε ένα πρακτορείο ζητώντας δουλειά και, σε μια ώρα, χτύπαγε την πόρτα του Ντιέν. Ο φωτογράφος την ερωτεύτηκε αμέσως και ο φακός του το ίδιο. Δεκάδες φιλμ τελείωσαν σε λίγες μέρες, απαθανατίζοντας τη μικρούλα Νόρμα Τζην, με τα γαλάζια μάτια, τα ξανθά μαλλιά και το ροζ μπλουζάκι, ξαπλωμένη σε έναν επαρχιακό δρόμο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Αντρέ ντε Ντιέν μετάνιωσε, εκ των υστέρων, που την άφησε ελεύθερη. «Γιατί δεν της έκανα ένα παιδί εκείνο το βράδυ; Όλα θα είχαν αλλάξει», ψιθυρίζει στα γεράματά του, προσπαθώντας να το πιστέψει και ο ίδιος.
Όταν ο νεαρός φωτογράφος Αντρέ ντε Ντιέν τηλεφωνούσε ανεπιτυχώς και απεγνωσμένα σε όλα τα πρακτορεία μοντέλων του Λος Άντζελες για να βρει μια κοπέλα για φωτογραφίες «καλλιτεχνικού γυμνού», δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ενεργούσε εν ονόματι της κινηματογραφικής ιστορίας.

Η Νόρμα Τζην Μπέικερ-Ντάχερτυ βρέθηκε κατά τύχη σε ένα πρακτορείο ζητώντας δουλειά, και σε μια ώρα χτύπαγε την πόρτα του Ντιέν. Ο φωτογράφος την ερωτεύτηκε αμέσως και ο φακός του το ίδιο. Δεκάδες φιλμ τελείωσαν σε λίγες μέρες απαθανατίζοντας τη μικρούλα Νόρμα Τζην, με τα γαλάζια μάτια, τα ξανθά μαλλιά και το ροζ μπλουζάκι, ξαπλωμένη σε έναν επαρχιακό δρόμο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Αντρέ ντε Ντιέν μετάνιωσε, εκ των υστέρων, που την άφησε ελεύθερη. «Γιατί δεν της έκανα ένα παιδί εκείνο το βράδι; Όλα θα είχαν αλλάξει», ψιθυρίζει στα γεράματά του, προσπαθώντας να το πιστέψει και ο ίδιος.
H EIKONA TOY AMEPIKANIKOY ONEIPOY
Ο πόλεμος μόλις είχε τελειώσει και στις Ηνωμένες Πολιτείες η ζωή ξανάρχιζε πιο γρήγορα και όμορφα απ’ ό,τι στην Ευρώπη, όπου οι κρατήρες απ’ τις βόμβες θύμιζαν καθημερινά την πεντάχρονη τραγωδία. Η βιομηχανία εικόνων του Χόλυγουντ βρέθηκε στις καλύτερες στιγμές της, έχοντας αναλάβει να δώσει την ιδεολογία αλλά και το μέικ-απ στην ανερχόμενη αμερικάνικη αυτοκρατορία.
Αν η δεκαετία του ’50 έχει μείνει σαν η ομορφότερη και πιο ανάλαφρη δεκαετία του αιώνα, αυτό οφείλεται κύρια στο Χόλυγουντ. Οι σημερινές αναφορές στα fifties, έστω κι αν έχουν κάποιο παρισινό ή λονδρέζικο επίχρισμα, αναγκαστικά περιστρέφονται γύρω απ’ τις εικόνες της Αμερικής, όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί στις μνήμες, σαν πραγματικότητα πια και όχι σαν φανταστική δημιουργία. Η νοσταλγία των «ξένοιαστων» χρόνων έχει αναπόφευκτα τα χρώματα του τεχνικολόρ και τη μουσική υπόκρουση των big bands των λευκών μουσικών της τζαζ.
Αν ο Τζέιμς Ντην και ο Μάρλον Μπράντο εκφράζουν την εξέγερση απέναντι στην ισοπεδωτική επέλαση του αμερικάνικου ονείρου και την αντίσταση των ανθρώπων με ευαίσθητες κεραίες στην απλοϊκή ματιά των νεόπλουτων γελαδάρηδων (cowboys), η Μαίριλυν εκφράζει την ευεξία, την υγεία, την αισιοδοξία, την προκλητικότητα και την ομορφιά που μπορούσε να εμπνεύσει ένας κόσμος σε άνοδο και σε επέκταση. Τι θα μπορούσε άραγε να είναι πιο δροσιστικό από μια Coca-Cola, πιο χορταστικό από ένα T-bone steak, πιο όμορφο από τη Ρίτα Χέιγουορθ, πιο αφελές απ’ τους κατοίκους του Τέξας και πιο ρυθμικό απ’ το ροκ εντ ρολ, εκτός από τη Μαίριλυν Μονρόε;
Διαβάστε επίσης
Ήταν η πρωταγωνίστρια του αμερικάνικου ονείρου, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του. Παντρεύτηκε έναν ήρωα του μπέιζ-μπολ, τον Τζο ντι Μάτζιο (έναν άνδρα που την αγάπησε πολύ) και η Αμερική πανηγύριζε για την ένωση της δύναμης με την ομορφιά. Ξαναπαντρεύτηκε με τον Άρθουρ Μίλερ (που την αγάπησε λίγο) και όλοι θέλησαν να της προσδώσουν διανοητικές ικανότητες που ούτε η Μαίριλυν ούτε το όνειρο άντεχαν ή είχαν ανάγκη.

Νέες ζητωκραυγές για την ομορφιά που συναντούσε αυτήν τη φορά την εξυπνάδα. Έφτασε μέχρι τη Σεούλ, κρεμασμένη έξω από ένα ελικόπτερο να χαιρετάει και να στέλνει φιλιά στην Πρώτη Αμερικάνικη Μεραρχία, δίνοντας κουράγιο στους πεζοναύτες που βολόδερναν, χωρίς να ξέρουν το γιατί, στις ζούγκλες της Κορέας. Τότε ακριβώς κατάλαβε και η ίδια πόση σημασία είχε για τον κόσμο. Όταν κατέβηκε από το ελικόπτερο οι πρώτες λέξεις που είδε στα αγγλικά ήταν μια οδική ταμπέλα που έγραφε: «Οδηγείτε προσεχτικά. Η ζωή που ίσως σώσετε μπορεί να είναι της Μαίριλυν Μονρόε».
Όταν άρχισε να καταρρέει, «γαμπροί» σαν το Φρανκ Σινάτρα, διεκπεραιώνοντας και τις δημόσιες σχέσεις της μαφίας, φρόντιζαν να τη «γνωρίσουν» στον άλλο τελευταίο, πολιτικό, μύθο της Αμερικής, την οικογένεια των Κένεντυ. Με το όνειρο της «πρώτης κυρίας», όνειρο που δε θα έβγαινε ποτέ αληθινό, αναστήλωνε το ηθικό της εξουσίας προσφέροντας απλόχερα το αφροδισιακό τής πιο επιθυμητής γυναίκας στον κόσμο. Αυτό το πλήρωσε ακριβά. Παραφράζοντας τον Μποντριγιάρ θα λέγαμε ότι πλήρωσε γιατί ενώ η γοητεία είναι η κυριαρχία πάνω στο συμβολικό κόσμο, η εξουσία είναι η κυριαρχία πάνω στον πραγματικό.
ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Ότι η Μαίριλυν υπήρξε η μεγαλύτερη σταρ δεν το έχει αμφισβητήσει κανείς. Πολλοί όμως έχουν αμφισβητήσει ότι υπήρξε και μεγάλη ηθοποιός. Δεν μπόρεσαν όμως ποτέ να δώσουν επαρκείς εξηγήσεις γιατί τότε η Μαίριλυν εξαφάνισε από σκηνής την ακριβοπληρωμένη πρωταγωνίστρια του έργου «Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθιές» Τζέιν Ράσελ ή γιατί ο Κλαρκ Γκέιμπλ και ο Μοντγκόμερι Κλιφτ φαίνονται μικρότεροι απ’ ό,τι συνήθως στους «Αταίριαστους».
Δεν μπόρεσαν επίσης να μας πείσουν ότι μόνο η ομορφιά της Μαίριλυν ήταν αρκετή για να δημιουργήσει τα πάθη και τις επιθυμίες του «Μερικοί το προτιμούν καυτό», τη γενική μήνι των θεατών εναντίον του Τομ Ήγουελ, όταν ο τελευταίος δεν κατάφερε να «βάλει στο χέρι» τη ναζιάρα γειτόνισσά του στο «Εφτά χρόνια φαγούρα» ή να τελειώσει άδοξα την καριέρα της Λωρήν Μπακώλ σαν όμορφης και σέξυ γυναίκας στο «Πώς να παντρευτείτε έναν εκατομμυριούχο».
Σαν να μην της έφταναν τ’ άλλα της προβλήματα, πείστηκε και αυτή ότι ίσως δεν είναι καλή ηθοποιός, και σαν μαθητούδι πήγαινε, όντας διάσημη πια, κάθε απόγευμα στο Actors Studio της Νέας Υόρκης, καθόταν στα τελευταία θρανία και παρακολουθούσε τα μαθήματα του Ηλία Καζάν και του Λη Στράσμπεργκ, χωρίς να βγάζει άχνα, σεμνή, αντι-ντίβα. Στο τέλος του μαθήματος, όταν πήγαινε για φαγητό με το νεαρό Μάρλον Μπράντο, ζώντας στιγμές που πάντα αρνήθηκε πεισματικά να αποκαλύψει, αφήνοντας πεινασμένους δημοσιογράφους, ρεπόρτερς, φωτογράφους και κουτσομπόληδες, που για δέκα χρόνια δεν την άφηναν σε χλωρό κλαρί.
Η ανταμοιβή ήρθε μετά θάνατο, όταν πάνω από τον τάφο της ο λιγόλογος Στράσμπεργκ έπλεκε το επιθανάτιο εγκώμιο: «Και άλλες ήταν τόσο όμορφες, αλλά υπήρχε φανερά κάτι παραπάνω σ’ αυτήν, κάτι που οι άνθρωποι έβλεπαν και αναγνώριζαν στους ρόλους της, με τους οποίους ταυτιζόταν… Είμαι ειλικρινά θλιμμένος, και το κοινό που την αγαπούσε δεν είχε την ευκαιρία να την δει όπως εμείς την είδαμε, σε διάφορους ρόλους που άφηναν να διαφανεί αυτό που θα γινόταν. Χωρίς καμία πιθανή αμφιβολία, ήταν μια από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς της σκηνής». Αν όμως όλα ήταν εύκολα και όμορφα μπροστά στο φακό, δε συνέβαινε το ίδιο και στη ζωή της. Στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε δήλωνε ότι «όταν είσαι διάσημος έχεις σκληρές και άσχημες σχέσεις με την ανθρώπινη φύση. Η διασημότητα ξυπνάει την επιθυμία… Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι επειδή είσαι διάσημος, αυτό τους δίνει ένα είδος δικαιώματος να σε πλησιάσουν και να σου πουν το οτιδήποτε…».
ω
Δεν μπορούσε να μείνει ήσυχη ούτε στον ύπνο της μέχρι που έπαψε πια να κοιμάται. Τα φλας άστραφταν παντού, το μελάνι έτρεχε στις κοσμικές στήλες λερώνοντας και τις πιο προσωπικές στιγμές. Έβγαινε ξημερώματα στους δρόμους, ελπίζοντας ότι επί τέλους μπορούσε να περπατήσει ήσυχη. Έπινε, έπαιρνε υπνωτικά χάπια αλλά δεν κατάφερνε τίποτα. Στα γυρίσματα των «Αταίριαστων» ανακάλυψε ότι «υπήρχε μόνο ένα πλάσμα πιο δυστυχισμένο απ’ αυτή», όπως είπε, «ο Μοντγκόμερι Κλιφτ». Όταν μετά το γύρισμα του έργου χώρισε απ’ τον Άρθουρ Μίλερ, αυτός της έγραψε: «Μαγεύεις τους ανθρώπους με την εικόνα που αυτοί ζητούν από σένα, αλλά, ελπίζω, μέχρι που φτάνω στην παράκληση, ότι δε θα τραυματιστείς σ’ αυτό το παιχνίδι και δε θα αλλάξεις ποτέ».
Ήταν αργά για να αλλάξει, αλλά και αργά για να μην τραυματιστεί. Λίγο αργότερα διώχτηκε απ’ τα πλατό όπου γύριζε το έργο «Something’s Got to Give», κάτι που της έφερε πίσω στο μυαλό τις ταπεινώσεις των παιδικών της χρόνων. Διαλέγοντας το θάνατο, έκανε χάρη και δώρο μαζί σε μας. Ο χρόνος σταμάτησε για αυτήν το βράδι της 4ης προς 5η Αυγούστου του 1962, και η εικόνα που είχαμε ανάγκη παρέμεινε ανέπαφη από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τα βαρβιτουρικά, τη θλίψη και τα γηρατειά. Όταν κάποιος προφέρει τ’ όνομά της, ένα στρογγυλό στόμα με όμορφα σαρκώδη χείλη που χαμογελούν, λίγο χαδιάρικα, λίγο περιπαιχτικά και προκλητικά, μας έρχεται στο νου.
Σε πείσμα των θλιμμένων οπαδών του σοσιαλιστικού ρεαλισμού που δηλώνουν ότι «όλα αυτά είναι ψέματα», των χαμένων υποστηρικτών της νουβέλ βαγκ που τα βλέπουν όλα μπλεγμένα σε ατέλειωτους ψυχολογικούς λαβύρινθους, και των κουλτουριάρηδων πεσιμιστών, οπαδών της σκοτεινής εικόνας του ευρωπαϊκού Βορρά, πιστεύουμε, παρέα με το Νόρμαν Μέιλερ, ότι κάποια στιγμή θα ξαναγυρίσει, έστω μιλώντας και κινέζικα. Μέχρι τότε της ευχόμαστε καλή συντροφιά με τον Κ. Ντίκενς, τον οποίο τόσο πολύ επιθυμούσε να συναντήσει στη ζωή της.
Έτσι κι αλλιώς μήπως και η ζωή δεν είναι ένα παραμύθι;